Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΣΗΜΟ.


         

 Γράφει  

ο Στολιώτης Συγγραφέας

Χρίστος Γεωρ. Κυρκιντάνος 






Ο Φώτης και το αντιγραφόσημο των τεσσάρων

 Ιούλιος μήνας, κατακαλόκαιρο. Στον κάμπο φυσούσε ένας λίβας φωτιά. Μαραινόταν το περιβόλι, θλιβόσουνα που το έβλεπες. Αμόλησα τη στέρνα, όρμησε το νερό στη βραγιά και δροσιζότανε η γης, βυζαίνανε με τη ρίζα τους τη δροσιά και ξεδιψάγανε τα κλαριά. Οι πορτοκαλιές φορτωμένες καρπό άγουρο, θέλανε ακόμα καιρό να πάρουνε χρώμα τα πορτοκάλια τους. Οι λεμονιές εφτάκοιλες, λεμόνια και άνθη μαζί . Νυφούλες μου! Έκοβα με το τσαπί το νερό, το άλλαζα στις βραγιές και στεκόμουνα τις καμάρωνα, ας είχανε τουλάχιστο τιμή τα λεμόνια, που τα τρώνε κοψοχρονιά οι εμπόροι, σκεφτόμουνα.
        
                                              Αργολίδα
Και έρχεται ο ξάδερφος ο Απόστολος με τ΄ αμάξι, συννεφιασμένος. Κομματάρχης αυτός, είχε τις πλάτες του βουλευτή μας κι εγώ τις δικές του. Ητανε το καμάρι του σογιού μας ο Απόστολος , είχε βγάλει γυμνάσιο, εμένα με είχανε για λειψό.
-      Μαύρα χαμπέρια Φώτη, μου λέει, μας φάγανε τη θέση. Τα λαμόγια της κλαδικής βάλανε τον δικό τους.
Θέση κλητήρα στη Νομαρχία της Αργολίδας. «Τελειωμένη δουλειά» με παραμύθιαζε ο Απόστολος κι ονειρευόμουνα την ημέρα που θα πιαστώ από το βυζί της μάνας πατρίδας, από το περιβόλι δεν είχα διάφορο, συμφωνημένη με τον ξάδερφο και η μίζα  του.
Με βάρεσε κεραυνός και πήρε φωτιά το κεφάλι μου, κράτησα την ανάσα μου και το βούτηξα στη στέρνα με το νερό να τη σβήσω. Έδιωξα σκοτοδίνη κι απελπισία και ξαστέρωσα δυνατός, πιάνω το μπράτσο του ξάδερφου.
-      Υπάρχει ελπίδα, Απόστολε; Την αλήθεια να πεις.
-      Σήκω να πάς στην Αθήνα , μου λέει, να δώσεις τα χαρτιά στο δικηγόρο  Καραναστάση, είναι μιλημένος. Παρασκευή αύριο, τελευταία μέρα, θα καταθέσει προσφυγή στο Διοικητικό Εφετείο του Πειραιά. Μόνο φύγε για να προλάβουμε, άμα περάσει η προθεσμία χαθήκανε όλα.
Ητανε κοντοχωριανός ο Καραναστάσης, τον ήξερα. Κάτι με κόψανε τα σημάδια.
-      Καλύτερα ν’ απευθυνθούμε στους ντόπιους συνήγορους τους δικούς μας. Τον ξέρουμε τον Καραναστάση.  Αποσκιερός άνθρωπος είναι, μην περιμένεις καλό.
-      Μην προβληματίζεσαι, αποκρίθηκε ο Απόστολος. Άστο σε μένα, την έχω τη δουλειά κανονίσει.
Κλείνω τη βάνα, στο έλεος του λίβα πια το περβόλι. Μπαίνω στ’ αμάξι του Απόστολου, πήγα στο σπίτι, άλλαξα συγυρίστηκα. Μου έδωσε  κι ο Απόστολος τα χαρτιά, τα σιγουρεύω στον κόρφο μου.
-      Τώρα που αρματώθηκα, λέω, βάλε τ’ αμάξι μπροστά να πάμε στο πρακτορείο.
Καβάλησα το λεωφορείο των πέντε για την Αθήνα, ώσπου να ξεκινήσει μπήκε μέσα ο ξάδερφος και μου έδωσε διαταγές:
-      Να του πεις να τους βαρέσει τους κερατάδες στ’ αυτιά. Να τους αλλάξει τον αδόξαστο. Και για λεφτά μην προβληματίζεται πες του.

Οκτώμισι η ώρα το βράδυ, μες στου Καραναστάση το γραφείο, οδός Ακαδημίας, εγώ.
Εκείνος δούλευε ανάμεσα σε στοίβες χαρτιά, γέμιζε κι άλλα χαρτιά να τις αυγατίσει. Πάνω από το κεφάλι του, ο ανεμιστήρας στο φόρτε.
Ξεκούμπωσα το πουκάμισο, έβγαλα και τα δικά μου χαρτιά, του τα έδωσα.
-      Κύριε Καραναστάση, του λέω, να τους αλλάξεις την Ανάσταση….όχι…τον αδόξαστο. Έτσι είπε ο Αποστόλης. Και για λεφτά μην προβληματίζεσαι, λέει.
Γύρισε και με κοίταξε θυμωμένος.
-      Δεν ξέρω κιόλας αλλά βάσει του νόμου….νομίζω, οπισθοχώρησα.
Πήρε από τα χέρια μου τα χαρτιά και τα έψαξε, μπρος πίσω , τα ξεψείρισε κάμποση ώρα. Ύστερα άνοιξε κάτι χοντρά βιβλία και έψαχνε. Θα γράφουνε μέσα τους νόμους σκεφτόμουνα. Ξαστέρωσε το κεφάλι, καμιά φορά, και με είδε που στεκόμουνα όρθιος.
-      Εδώ είσαι ακόμα, εσύ;
-      Που να πάω, κυρ Γιώργη αν δε φανεί φως;
Με λυπήθηκε και γλύκανε λίγο το πρόσωπό του.
-      Καλά θα πάμε, μου λέει, έχουμε δυνατό έρεισμα για την προσφυγή.
-      Έρεισμα είπες, κυρ Γιώργη;
-      Έρεισμα, αποκρίθηκε ο κυρ Γιώργης.
«Έρεισμα» – έγραψα στο μυαλό μου αυτή τη λέξη αλλά δεν ήτανε λέξη, γιατρικό ήτανε, έφερνε στα χείλη του πικραμένου χαμόγελο. Αν ήταν εικόνισμα θα γονάτιζα να την προσκυνήσω.
- Έλα αύριο στις δέκα, πρόσθεσε, να πας στον Πειραιά να την καταθέσεις εμπρόθεσμα. Αλλιώς η θέση ξεγράφεται.
-      Εμπρόθεσμα του λέω, κυρ Γιώργη, μη κακομελετάς.
    

                                                    Ομόνοια   
Πήγα στην Ομόνοια στο ξενοδοχείο, μες στη χαρά, πήρα τηλέφωνο τον Απόστολο.
-      Έχουμε «έρεισμα», ξάδερφε, τη σιγούρεψε ο συνήγορος τη δουλειά, αύριο στις δέκα την καταθέτω.
-      Έχετε ζέστη στην Αθήνα; Ακούστηκε από μακριά η φωνή του χαρούμενη.
-      Ζέστη διαβολεμένη, αποκρίθηκα.
Σταύρωσα το μαξιλάρι μου, πλάγιασα και βυθίστηκα ήσυχος σ’ ένα δίκαιο ύπνο στην αγκαλιά του θεού.

Το πρωί, ώρα εφτά και μισή, νάσου ο Φώτης μπάστακας στην πόρτα του συνήγορου του Καραναστάση. Δεύτερος όροφος γραφείο είκοσι τρία. Βρήκα την πόρτα κλειστή. Πηγαίνουν αργά στη δουλειά τους οι Αθηναίοι είναι και η ζέστη πολλή θα κακοκοιμήθηκαν συλλογίστηκα και κάθισα στα σκαλούνια, περίμενα.
Κατά τις εννιά φάνηκε η γραμματεύ η κυρία Μαρία, με καλημέρισε.
-      Θα έρθει ο κυρ Γιώργης; Τη ρώτησα.
-      Είναι στο δικαστήριο τώρα αλλά θα έρθει στις δέκα. Ξενύχτησε για να γράψει την προσφυγή σου.
Κάθισε στη γραφομηχανή να την δακτυλογραφήσει και πηγαίνανε πολυβόλο τα δάχτυλά της. Είχε αγοράσει με δόσεις αυτοκίνητο μεταχειρισμένο από πρώτο χέρι, ευκαιρία μεγάλη, και είχε χαρά.
-Άμα περάσεις από τα μέρη μας και καταδεχτείς, έλα στο περιβόλι να το γεμίσω λεμόνια κυρά Μαρία, της είπα βάζοντας ζάχαρη στη φωνή μου. Ητανε ζωντοχήρα, λίγο μπασμένη στα χρόνια όπως κι εγώ, καλή για γυναίκα κλητήρα του δημοσίου, και είπα να ρίξω μια γέφυρα τώρα που θα έπαιρνα τη θέση, ως περιβολάρης δεν είχα πρόσωπο να κοιτάξω τόσο ψηλά..
-  Δέκα η ώρα, μπήκε με το σακάκι στο χέρι και τη γραβάτα του ο Καραναστάσης. Ιδρωμένος, το πουκάμισό του μουσκίδι. Υπόγραψε τα χαρτιά στο πόδι και κίνησε βιαστικά να φύγει, μπήκα μπροστά τον σταμάτησα.
- Τρέχα, μου λέει,  στον Πειραιά να την καταθέσεις. Από το Συμβούλιο Επικρατείας πρώτα, στη Βουλή, να βγάλεις τα παράβολα. Και να μη ξεχάσεις τα ένσημα.
Μπήκε στο ασανσέρ, χάθηκε.
Κατέβηκα στο δρόμο εγώ κι έτρεξα , ίσια απάνω στην Ακαδημίας, μπουχός. Έφτασα στη Βουλή , μπήκα από την αριστερή πόρτα και είδα κατέβαινε από τις σκάλες ο Κάρπος ο Βουλευτής. Κοντοστάθηκα  και τον κοίταξα.
-      Καημένε  Οθωνα ,είπα μέσα μου, για σήκω να δεις τι κουμάσια μπαινοβγαίνουνε στο παλάτι σου. Θέλουνε να μας φάνε και τα περβόλια.
Στάθηκα στην ουρά και περίμενα, έβγαλα τα παράβολα όταν ήρθε η σειρά μου κι έχωσα πάλι στον κόρφο μου τα χαρτιά μη χαθούνε.

Κατέβηκα Φιλελλήνων, να πάρω το πράσινο λεωφορείο για Πειραιά, εκείνο το ρημάδι αργούσε. Και είχε μια ζέστη φωτιά, ο ιδρώτας ποτάμι. Έβγαλα το μαντήλι,  σκούπισα μέτωπο και σαγόνι και ύστερα το έβαλα γύρω στο σβέρκο μου να μη λερωθεί ο γιακάς.
-      Αμ, πύρι και φωτιά έριξες θεούλη μου πια; μονολόγησα.
-       Δεν είδατε καλέ; Αποκρίθηκε μια κυρία.
Ήρθε το πράσινο, στριμωχτήκανε μέσα ο κόσμος. Στάση Δημοτικό ήθελα να πω στον οδηγό ούτε πρόλαβα, ο κόσμος με σπρώξανε πίσω.

Ξεκίνησε το λεωφορείο και ήτανε πήχτρα οι δρόμοι, κυλούσε αργά, αν ήτανε χελώνα γρηγορότερα θα περπάταγε. Σταματούσε στις στάσεις, άφηνε κόσμο, έπαιρνε κόσμο και ξεκίναγε πάλι. Περάσαμε Καλλιθέα και Τζιτζιφιές, έδωσε ο θεός και φθάσαμε επί τέλους στον  Πειραιά. Ξαστέρωσα το κεφάλι στον ουρανό, είχε περάσει τα μεσούρανα από πάνω ο ήλιος και πήρε να γέρνει, η τούρλα του Σαββάτου ήταν μπροστά μου, πανικοβλήθηκα.. Ψάχνοντας και ρωτώντας, πάω στα δικαστήρια στους γραμματικούς, έβγαλα από τον κόρφο μου τα χαρτιά, τα παραδίνω στα χέρια τους, δόξα σοι ο θεός προλάβαμε, λέω. Εκείνοι τα είδανε και μου τα γυρίσανε πίσω. Τα πήρα απορημένος στα χέρια μου και τα είδα που ήτανε μουσκεμένα από τον ιδρώτα.
-      Είμαστε αναρμόδιοι εμείς, είπανε, εδώ είναι πολιτικό Πρωτοδικείο, να πάτε στο Διοικητικό Εφετείο.
Ητανε καλά παιδιά οι γραμματικοί, χαρούμενοι κιόλας που έφθασε μεσημέρι και είχανε  μπροστά τους αφάγωτο το  Σαββατοκύριακο.
-      Παλικάρια, τους λέω, διαβάστε καλά τα χαρτιά μη με κάψετε. Κιντυνεύω να χάσω την προθεσμία, να μου φάνε τη θέση.
-      Στην οδό Γούναρη, στο Διοικητικό Εφετείο, αποκριθήκανε τα παιδιά, τρέξε και μη ρωτάς περισσότερα..
Στην πιλάλα πάλι, μέσα στους δρόμους ο Φώτης. Πάω στο Διοικητικό Εφετείο, στον γραμματικό τελευταία στιγμή.
-      Κλείσαμε τώρα, ελάτε τη Δευτέρα, λέει ο γραμματικός και ήτανε τσαλακωμένο το πρόσωπό του και κίτρινο σα λεμόνι, κάποιος πόνος τον τρύγαγε μέσα του.
-      Κύριε γραμματεύ καίγομαι, του λέω, χάνω την προθεσμία, το και το.
-      Κι εγώ χάνω τη στεφανιαία μου είπε κι έβαλε το χέρι στο στήθος του σα να ήθελε να βγάλει από μέσα καρφί. Τέλος πάντων, δώσε μου τα χαρτιά ξαναείπε κι απλοχέρισε, πήρε με το δεξί τη σφραγίδα να τα σφραγίσει.
Σταυροκοπήθηκα πάλι, δόξα σοι ο θεός. Είχα στα χέρια μου τα χαρτιά για να στεγνώσουνε από τον ιδρώτα. Τ’ απόθεσα μαλακά στο γραφείο του, ούτε τα πήρε στα χέρια του.
-      Στην τούρλα του Σαββάτου έρχεσαι, χριστιανέ, και δεν έχεις κολλήσει τα ένσημα. Κατέβα στο περίπτερο γρήγορα να βάλεις παράσταση δικηγόρου.
Κατέβηκα στο περίπτερο, ήτανε ένα κοριτσόπουλο μαθητούδι, ίδια η ανιψιά μου η Ρηνούλα. Αναψοκοκκινισμένο το κορίτσι από τη ζέστη, σαν χάσικο ψωμί μόλις βγαλμένο από το φούρνο.
-      Ρε κοριτσάκι, της λέω, δώσε μου γρήγορα μια «παράσταση δικηγόρου» να μη μου φύγουνε απάνω οι υπαλλήλοι.
Το κοριτσάκι δεν καταλάβαινε, περιμένετε, λέει, έρχεται ο μπαμπάς μου. Τρέχω αλαφιασμένος στα άλλα περίπτερα, δεν είχανε ένσημα. Ξαναγυρίζω στο κοριτσάκι., νάτος μου λέει ο μπαμπάς μου. Ερχότανε ο γέρος της με κάτι κολιούς περασμένους στο βούρλο, κατευθείαν από το ψαροκάικο στάζανε θάλασσα, και τους είχε για το τηγάνι. Τρέχω τον πιάνω από το χέρι.
-      Μια «παράσταση» για την προσφυγή αδερφέ, σώσε με.
-       Να προωθήσω τους κολιούς, στην κυρία μου πρώτα.
 Έδωσε στο κορίτσι τα ψάρια.
-      Να της ειπείς να πάρει δεντρολίβανο από τη Βαγγελίτσα να τα κάνει σαβόρο, διάταξε το κορίτσι, και γύρισε πια και με ρώτησε.
-      Εφετείου ή Πρωτοδικείου;
Πήρα και τις δύο, καλύτερα πρόσβαρη παρά λειψή προσφυγή, από μια τσιγκουνιά μπορεί να χάσω τη θέση μου, σκέφθηκα και χούφτιασα τα χρωματιστά χαρτάκια. Έβγαλα  τη γλώσσα μου και όσο σάλιο μου είχε μείνει το ξόδεψα, κόλλησα στο χαρτί τα χρωματιστά πούλια. Τα κόλλησα καλά και ξαμολήθηκα στη σκάλα, ανέβαινα λαχανιάζοντας να προλάβω.
Απάνω που ανέβηκα βρήκα τον κύριο γραμματεύ και κλείδωνε το γραφείο να φύγει.
-      Πάταξον μεν άκουσον δε, παρακάλεσα, μας το είχανε μάθει αυτό  στο σχολείο.
-      Με λυπήθηκε ο άνθρωπος, άνοιξε το γραφείο και πήρε στα χέρια του το χαρτί, μέτρησε τα χρωματιστά πούλια.
Ημουνα σίγουρος ότι είχα κάνει καλή δουλειά. Τόσα λεφτά είχα δώσει.
-      Μην ψάχνεις καθόλου, είναι πρόσβαρη, δεν βλέπεις πώς την έχω στολίσει;
-      Έβαλες κάνα χιλιάρικο παραπάνω, μου λέει, αλλά λείπει το αντιγραφόσημο των τεσσάρων δραχμών. Κατέβα να το κολλήσεις, θα περιμένω.
-      Τώρα που φάγαμε το βόδι θ’ αφήσουμε την ουρά; είπα και όρμησα αποφασισμένος κάτω στη σκάλα.
                             
Κατέβηκα στον περιπτερά, «σώθηκε το αντιγραφόσημο των τεσσάρων» μου λέει. Κατέβαζε τα κουτιά του βαριεστημένα να ψάξει καλύτερα, πικαρίστικα.
-      Αργό καράβι είσαι πατριώτη, μην ψάχνεις ξημερωθήκαμε.
Έφυγα, πάω στο άλλο περίπτερο, πάω στο παράλλο, αντιγραφόσημο δεν είχε κανένας. Μόνο εκείνος ο περιπτεράς που ξεκίνησες, είπανε όλοι. Γύρισα και έβγαλα τη γλώσσα μου για να γλείψω εκεί που έφτυσα.
-      Από πού τα αγοράζεις τα αντιγραφόσημα, ρε πατριώτη; τον παρακάλεσα.
-      Στο δημόσιο ταμείο, μαζί με τα χαρτόσημα. Αλλά τώρα θα έχουνε κλείσει. Από Δευτέρα.
Εγώ είχα ακόμα ελπίδα, δεν ήθελα να παραδοθώ. Ο Περιπτεράς βγήκε από το περίπτερο να μου δείξει το δρόμο.
-      Προχώρα ίσια μπροστά, στον τέταρτο δρόμο δεξιά. Στρίψε και ξαναρώτα.
Βάζω φτερά στα πόδια μου τρέχω, πήγα το βρήκα κλειστό, από μέσα ακούστηκε χτύπημα γραφομηχανής. Χτύπησα την πόρτα με νεύρο δυο τρείς φορές, ήρθε άνθρωπος και μου άνοιξε. Μπήκα σ’ ένα γραφείο, σα μαραμένα βλήτα, μπροστά στα χαρτιά τους οι υπαλλήλοι μετράγανε την ώρα για να λακίσουνε. Με την ψυχή στα δόντια κι εγώ, από τη ζέστη την πολλή και την αγωνία. βαράω συναγερμό:
-      Αδέρφια χανόμαστε. Χάνουμε τη θέση για ένα αντιγραφόσημο των τεσσάρων.
                         

                                         παλαιά  χαρτόσημα
Ένας υπάλληλος σηκώθηκε και με πήγε στον κύριο διευθυντή, «κλείσαμε ταμείο» του λέει αλλά εκείνος με ψυχοπόνεσε.
-      Δώσε στον άνθρωπο, διάταξε, δεν τον βλέπεις που είναι έτοιμος να λιποθυμήσει;
Είχα κούραση και αγωνία μεγάλη, ανάσαινα βαριά και σκοτείνιαζε ο κόσμος μπροστά μου. Κάθισα στην καρέκλα, ακούμπησα τους αγκώνες στα γόνατα και κράτησα το κεφάλι μες στις  παλάμες μου.  Και είδα που μπήκε  το γκαρσόνι με το δίσκο και άφησε στο γραφείο του διευθυντή ένα ποτήρι νερό δροσερό, ιδρωμένο απόξω. Δίψαγα για νερό, είχα κορακιάσει, και κοίταξα παρακαλεστικά πρώτα το διευθυντή και ύστερα το ποτήρι. Ο διευθυντής σηκώθηκε από το γραφείο ανήσυχος και μου έβαλε το ποτήρι στο χέρι.
-Πιείτε λίγο νεράκι για να συνέλθετε.
Χεράκωσα το ποτήρι και το άδειασα μονορούφι, πήγε η καρδιά μου στη θέση της.
-      Τη δροσιά του νάχεις κυρ διευθυντή μου κι άμα κατέβης στ’ Ανάπλι με την παρέα σου, ελάτε στο περιβόλι μας να δείξουμε κι εμείς τον ανθρωπισμό μας.
Ο υπάλληλος έβγαλε από το συρτάρι μια αρμαθιά κλειδιά και προχώρησε στο σκοτεινό διάδρομο. Ακολούθησα και τον είδα που έστριψε βιαστικά στη γωνία και  σταμάτησε μπροστά σε μια πόρτα αμπαρωμένη. Πήγα και στάθηκα δίπλα του.
Έβαλε το κλειδί στο λουκέτο ξεκλείδωσε, κατέβασε την αμπάρα., ύστερα ξεκλείδωσε και την πόρτα, την άνοιξε, άνοιξε και το φώς, προχώρησε στο δωμάτιο. Εμένα με πρόσταξε να περιμένω απ’ έξω. Μέσα που μπήκε ξεκλείδωσε άλλη μια σιδεριά, πήγε στο χρηματοκιβώτιο, το ξεκλείδωσε κι εκείνο, πήρε το αντιγραφόσημο και μου το έδωσε.
Το πήρα στα χέρια μου και το θαύμαζα. Έδειχνε τη θεά της δικαιοσύνης μια λεβεντόκορμη με το σπαθί στο δεξί και τη ζυγαριά στο αριστερό, έτοιμη να γείρει κατά το δίκιο μου. Είχε μαντήλι δεμένο στα μάτια της  να μη βλέπει του κόσμου τα παράξενα και θολώνει η κρίση της. Την είδα που ήτανε αποφασισμένη να μου δώσει το δίκιο μου  αλλά τι να το κάνεις; η εικόνα της δούλευε για το άδικο.
-Τρέξε να προλάβεις, με κατέβασε στην κατακαημένη τη γης ο υπάλληλος, και άρχισε πάλι με τα κλειδιά τον ίδιο χαβά, ανάποδο χαβά αυτή τη φορά.
Του έβαλα ένα πενηντάρι στο χέρι, για τον κόπο του,  περήφανος άνθρωπος ήτανε δεν το καταδέχτηκε, τέσσερες δραχμές ήθελε μόνο. Το γκαρσόνι γύριζε τα γραφεία με το μπλοκάκι του, έσβηνε βερεσέδια και μάζευε από τους γραφιάδες τα χρωστούμενα της βδομάδας που πέρασε. Μου έκανε ψιλά  και έδωσα στον υπάλληλο δύο δίφραγκα.
-      Πάρε πατριώτη και να συχωρεθούνε τα γονικά σου.

Βγήκα στο δρόμο και περπατούσα παραδομένος στην τύχη μου, έσερνα τα πόδια μου, δεν είχα άλλη αντοχή.
Γύριζα πάλι στο δικαστήριο. Ο ήλιος είχε γείρει για τα καλά, μακραίνανε οι ίσκιοι, άδειοι οι δρόμοι από αυτοκίνητα και διαβάτες. Από μακριά είδα τον περιπτερά που κατέβαζε τα ρολά του περίπτερου. Στάθηκε και με κοίταζε που πλησίαζα.
-      Είναι απάνω ακόμα; τον ρώτησα.
- Σε περίμενε μέχρι που κλείδωσε όλες τις πόρτες ο θυρωρός. Στηθαγχικός άνθρωπος είναι, τί να σου κάνει; Ένα Σαββατοκύριακο κλειδωμένος σ’ αυτή την καζάρμα, με τέτοια ζέστη, πάει πολύ. Συμπάθα τον, αυτή την παραγγελία μου άφησε να σου δώσω.

Είχε μια πούμωση μέσα στη στοά. Έβγαλα το μαντήλι από το σβέρκο και σκούπισα πάλι το πρόσωπό μου. Μπροστά μου είχε κατέβει η σιδεριά που έκλεινε το κλιμακοστάσιο και την κράταγε κλειδωμένη ένα βαρύ λουκέτο ατσάλινο.
-      Πάει η θέση μου! Ξεφώνισα δυνατά τον καημό μου. Πάει. Τη φάγανε τα λαμόγια. Για ένα χαρτάκι ,  ένα αντιγραφόσημο των τεσσάρων! Φτούσου ξεφτιλισμένο κράτος! Κι εσύ, ρε Καραναστάση, τώρα κατάλαβα που είχες κολλεγιάσει με τα λαμόγια! Πίσω από τις πλάτες μου πουλημένε!
Έφτυσα στα σκαλούνια και χτύπησα το κεφάλι μου στον τοίχο δύο φορές, τη δεύτερη φορά με τα χαρτιά μου άλλα σκισμένα και σκόρπια ένα γύρω και άλλα δαγκωμένα στο στόμα.

Μ ‘ αυτά τα χτυπήματα του κεφαλιού μου στον τοίχο, ξεθύμανα και ξαστέρωσε το μυαλό μου από τη θολούρα. Συνήλθα και κάθισα ήσυχα στην καρέκλα του καφενείου. Μου φάνηκε ο τόπος, ένα γύρω, γνωστός όπως το δικό μας καφενείο το «Πατριωτικόν» στο Αργος. Ξεμπούκαρε από τη θάλασσα κι ένας μπάτης, όλο δροσιά, δόξα σοι ο θεός. Είχα εικοσιτέσσερις ώρες να μιλήσω σαν άνθρωπος και δίψαγα για κουβέντα.
Ο Περιπτεράς έβαλε στο ψυγείο του καφενείου ένα πακέτο σοκολάτες κι ένα πλαστικό μπιντονάκι με νερό και κίνησε να πάει στη φαμελιά του. Πέρασε από μπροστά μου και κοντοστάθηκε να με αποχαιρετήσει, «καλό Σαββατοκύριακο πατριώτη». «Καλό νάχεις  εσύ και η φαμελιά σου» αποκρίθηκα και σηκώθηκα  του έδειξα την άδεια καρέκλα δίπλα μου.
-Κάτσε να σε κεράσω μια πορτοκαλάδα, πατριώτη.
- Ευχαρίστως.
 Κάθισε στην καρέκλα και δροσιζόμασταν, μέσα στο καφενείο, εγώ κι ο περιπτεράς, πίνοντας την πορτοκαλάδα και κουβεντιάζαμε.
- Θέλω να μου μάθεις τη συνταγή για το Σαβόρο γιατί δεν τήνε ξέρω καλά, παρακάλεσα.
- Είναι νησιώτικη συνταγή. Η κυρά μου την έμαθε από μια Χιώτισσα θεία της κι εκείνη πάλι από μία Σαντορινιά συμπεθέρα της. Βάνεις σκόρδο, ξύδι και δύο κλωνάρια δεντρολίβανο για να νοστιμίσει. Μα δεν έρχεσαι στο φτωχικό μας να το δοκιμάσεις κιόλας τώρα που γνωριστήκαμε; Θα ‘φχαριστηθεί η κυρά μου.
 Είχα σηκωθεί κιόλας να φύγω, εκείνος περίμενε την απάντησή μου.
- Ευχαριστώ πατριώτη, αποκρίθηκα, αλλά πρέπει να τρέξω για να προλάβω το υπεραστικό για τον τόπο μου. Έχω ένα περιβολάκι κοντά στ’ Ανάπλι, κατάκαμπα και θέλω να το ποτίσω μπας και προλάβω και το γλιτώσω από το λίβα.
                                                                                        ΧΡ. ΚΥΡΚΙΝΤΑΝΟΣ


( Ακολουθεί σημείωμα)
Σ.Σ. Το διήγημα αναφέρεται σε αληθινά περιστατικά, με την προσήκουσα δόση αλατοπίπερου βέβαια. Πρωτοδημοσιεύθηκε στη «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» του 1987, εδώ παρουσιάζεται ξαναδουλεμένο. Από τότε, τα δημόσια πράγματα στη Χώρα μας βελτιώθηκαν σημαντικά και το αντιγραφόσημο, ειδικό ένσημο που στόλιζε « επί ποινή ακυρότητος» τα δικαστικά έγγραφα, καταργήθηκε.
Η ανοργανωσιά, όμως, ο κομματισμός, η γραφειοκρατία και η διαφθορά, παρέμειναν, ως γνωστόν, άθικτες αν δεν αυξήθηκαν κιόλας. Έχουνε ρίζες  βαθιές.

  Βιογραφικό .
Ο Χρίστος Γεωρ, Κυρκιντάνος γεννήθηκε στο χωριό Στόλος Κυνουρίας. Με τα παιδικά μάτια, μυαλό και ψυχή. Βίωσε την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο σε μια από τις μικρές ηρωικές γωνιές της πατρίδας μας. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα, όπου δικηγόρησε πολλά χρόνια. Ζει στην Αθήνα άλλα η ψυχή και το μυαλό του είναι στα ηρωικά πρόβουνα του Πάρνωνα. Μας έχει χαρίσει εκλεκτά κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ενδεικτικά αναφέρω το σοβαρό περιοδικό  «Φιλολογική Πρωτοχρονιά». Δεν είμαι ικανός να τα σχολιάσω αλλά διδάσκομαι και συγκινούμαι κάθε φορά που τα διαβάζω. Το 2010 μας χάρισε ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΝΤΑΡΜΟΥ. Το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα θα μπορούσε να είναι η ιστορία του πολύπαθου ρημαγμένου τόπου μας. Προτίμησε να μας χαρίσει ένα αριστούργημα στη λογοτεχνία. Υπάρχουν φυλαγμένα με σεβασμό ευλάβεια και αντικειμενικότητα, πολλά ιστορικά στοιχεία που διαδραματίστηκαν τα πέτρινα χρόνια. στην περιοχή.  

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

ΚΑΤΑΟΣ

 


Χριστόφορος Β Νικολάου 
 ΟΚΤΩΒΡΗΣ  2013 
            

                                       Π ά ρ ν ω ν ο ς   Α ύ ρ α
                                                           ( Καταός)


   Τα βράδια, περιμέναμε στ’ αλώνια να σηκωθεί ο καταός για να λιχνίσουμε. Οι μεγάλοι.
   Έπιανε ο καταός και αρχινίζανε το λίχνισμα. Όλη μέρα εμείς, γαντζωμένα στο παντελόνι του πατέρα, γυρίζαμε με τις ώρες πάνω στο ντουένι, γύρω γύρω στ΄αλώνι. Μας κατάκαιγε ο ήλιος…Τώρα, κουκουλωμένα με μαντανίες ανάμεσα στις θεμωνιές και τουρτουρίζαμε…
   Αλωνίσματα και λιχνίσματα δεν γίνονται πια. Το στάρι είναι καλά αποθηκεμένο στα σιλό, το άχυρο και ο σανός στα υπόστεγα, τα ζωντανά είναι χορτάτα και νερό έχει μπόλικο για το μύλο…
   Όμως ο καταός, συνεχίζει να κατεβαίνει τ΄απόβραδα του καλοκαιριού απ΄ το Μαλεβό, που στέκεται ατάραχος ψηλά εκεί. Κατηφορίζει στη ρεματιά του Τάνου, δροσίζει τα αμπέλια, τις ελιές και τα ζωντανά κι ύστερα χάνεται στη θάλασσα.
   Τόνε μάζεψα αυτό τον καταό, που λέτε, του Μαλεβού, τον αιχμαλώτισα και τον έκλεισα σ΄ένα βαγένι! Ναι σας λέω, σ΄ένα βαγένι με κρασί! Απ’ το αμπέλι του Κόκαλη πούναι στον Καλαντρέα, στο πιο άγριο σημείο του φαραγγιού, μπούκα στον καταό. Αμπέλι, το καλύτερο του χωριού! Με ασπρούδες φακιδιάρες, αλουπούδες, μοσχοβαριές, αφύσικα, μαυρούδια, σκυλοπνίχτια…
   Στο σπίτι του Παππούλη μου του Κόκαλη τα βράδια, όταν πίνεις από τούτο το κρασί, σηκώνεται ο καταός, έρχεται και σου κρατάει συντροφιά. Πίνεις κι άλλο και δυναμώνει, μερακλώνεται, σφυρίζει, αρχίζει τις ιστορίες, πιάνει το τραγούδι, πότε γλυκά και πότε ζόρικα, πότε παραπονιάρικα και πότε χαρμόσυνα… Πίνεις λίγο ακόμα και σε σηκώνει, σε παίρνει μαζί του. Και γυρνάτε μαζί τον κόσμο. Σε πηγαίνει όπου θέλεις…

          
Και στο χρόνο, μπρος πίσω! Ξαναβλέπεις τη ζωή σου και τη διορθώνεις, τη φτιάχνεις όπως θέλεις. Όχι μεγάλα πράματα δηλαδή, μικρές διορθοσούλες, έτσι για να ‘ναι απλός ο κόσμος,  λιγότερο ψέμα, λίγη αγάπη… Για να ‘χεις ένα φίλο, έναν αδερφό, να τον πίνετε μαζί απ’ το μπουκάλι, τον καταό... Για να μικραίνουνε λίγο οι νύχτες, ν’ αλαφρώνει το σκοτάδι, νά ‘χεις να περιμένεις το ταχιά… Να καταλαβαίνεις δίπλα σου μιαν ανάσα. Άμα δεν το μοιράζεσαι το έρμο, γίνεται φαρμάκι. Όπως η χαρά, η λύπη, η ζωή…

               

          Από τη ρεματιά διέρχεται ο καταός και δροσίζει τους ανθρώπους τα ζωντανά και τα φυτά.

   Ποια δύναμη μας φέρνει εδώ…, και μας φτιάχνει έτσι πού ‘μαστε… Δε μου τα λέει όλα αυτός ο πούστης… Άσε πούναι κερατάς και μπαμπέσης. Μ’ ανεβάζει στα ουράνια και ξαφνικά μ’ αφήνει και πέφτω ο δόλιος, γκρεμοτσακίζομαι… Κι εκείνος συνεχίζει ασυγκίνητος το δρόμο του. Κατεβαίνει απ’ το Μαλεβό, περνάει τη ρεματιά του Τάνου αδιαφορώντας για τ’ αμπέλια, τις ελιές και τα ζωντανά και χάνεται στη θάλασσα…  

                              Τρίπολη, Σεπτέμβρης 2008, Γιορβάσιος.

     O Χριστόφορος Βασ. Νικολάου γεννήθηκε στην Περδικόβρυση (Τσερβάσι) το 1947. Πήγε στο δημοτικό σχολείο του χωριού του, στο γυμνάσιο του Περιστερίου Αθήνας και στο λύκειο του Αγίου Νικολάου Καστρίου. Μπήκε στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών απ' όπου και πήρε πτυχίο γεωπόνου και οινολόγου. Άσκησε το επάγγελμα του οινολόγου και εμπόρου γεωργικών εφοδίων. Παντρεύτηκε τη συμμαθήτριά του στο λύκειο Μαίρη Μενελάου Καπράνου με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Σήμερα είναι συνταξιούχος. Ασχολείται με γεωργία, κηπουρική, μαστορέματα - κατασκευές, μουσική, λογοτεχνία και ιστορία. Αγαπά και πονά (από το γεωπόνος) πολύ τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε.  Η αγάπη του για τον τόπο τον οδήγησε να μας χαρίσει ένα θαυμάσιο βιβλίο με τον τίτλο :  « ΠΕΡΔΙΟΒΡΥΣΗ  ..σαν παραμύθι ».  H ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 23 ΟΚΤΩΒΡΗ 2013 ΩΡΑ 19:30 ΣΤΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΤΡΙΠΟΛΗΣ.

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΑΓΙΑΝΝΙΤΩΝ.





 Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης
  Οκτώβρης 2013

Αφορισμός των μαθητών της Σχολής του Αγίου Ιωάννου κατά το 1824        ►1

Προς τους ευλαβεστάτους ιερείς και τιμίους δημογέροντας της κωμοπόλεως Αγίου Ιωάννου.


                                Ευσεβέστατοι ιερείς, τίμιοι Δημογέροντες … 


Ικανήν πληροφορίαν έλαβε το ιερόν τούτο υπουργείον, ότι ολίγος καιρός είναι αφ΄ ού επεκράτησε μια κακή συνήθεια και αταξία εις τους νέους της κωμοπόλεως ταύτης, οι οποίοι αντί να καταγίνονται οι μεν ανήλικοι εις την σπουδήν των μαθημάτων, δια να διδαχθούν την πίστιν τους, να καλλωπίσουν τα ήθη τους με την σεμνότητα και ευταξίαν, ενώ κατά θείον έλεος έχετε τοιούτον σχολείον και τοιούτον ενάρετον διδάσκαλον εις την πατρίδα σας, οι δε τελειότεροι την ηλικίαν εις τα έργα του πολέμου, αυτοί εξεδύθησαν όλον το ένδυμα της σεμνότητος, παραμελούν τα μαθήματα, την προθυμίαν εις τα του πολέμου και καταγίνονται από την αυγήν έως το εσπέρας καθ΄ εκάστην ημέραν εις το να παίζουν τα χαρτία με μεγάλην αναισχυντίαν’ και το πλέον χειρότερον είναι ότι οι άγιοι ιερείς και δημογέροντες ή λαμβάνουν ευχαρίστησιν βλέποντάς τους ή αδιαφορούν και δεν τους ελέγχουν. Ταύτα πληροφορηθέν το υπουργείον τούτο πόσον εταράχθει, πόσον έφριξεν! Διότι ποίον είναι το παιγνίδιον των χαρτίων και πόσα κακά προξενεί είναι περιττόν να αποδείξωμεν’ αλλά δια να μη προχωρήση το κακόν και καταντήση εις την έξιν και εκ τούτου γενή συναίτιον της κακοηθείας και της απωλείας  αυτών των νέων, ενέκρινεν ίνα εκδώση το παρόν επίσημον εκκλησιαστικόν φρικτόν επιτίμιον. Όθεν και αποφαίνεται ότι: Όσοι νέοι εκακοσυνήθισαν να παίζουν τα χαρτία, εί μέν πεισθέντες εις τας συμβουλάς των ιερέων και προκρίτων παύσουν εις το εξής, υπάρχουσι ευλογημένοι και συγκεχωρημένοι, εί δε αυθαδεία και αναιδεία κρατούμενοι δεν λείψουν από την κακήν αυτήν συνήθειαν, αφωρισμένοι υπάρχουσιν από Θεού Κυρίου Παντοκράτορος, κατηραμένοι, ασυγχώρητοι , μετά θάνατον άλυτοι και τυμπανιαίοι΄ στένοντες είησαν και τρέμοντες επί της γής ως ο Κάϊν, σχισθείη η γή και καταπίοι αυτούς ως τον Δαθάν και Αβηρών΄ να ρεύσουν τα εντόσθιά τους ως του Αρείου, προκοπήν να μη ίδωσιν είς τα έργα των χειρών τους, η οργή του Θεού να είναι εις τας κεφαλάς των, να εχουν και τας αράς πάντων των αγίων πατέρων της εκκλησίας, έως να διορθωθώσι, να λείψωσιν από το ολέθριον και πρόξενον αναριθμήτων κακών παιχνίδιον των χαρτίων, και τότε τύχωσι συγχωρήσεως.►2  

τη 20 Ιουλίου 1824 Εν Ναυπλίω.

                                   Είς απουσίαν του υπουργού                                                                                                                       Ο Γεν. Γραμματεύς

                                    Δανιήλ Γεωργόπουλος

ΣΧΟΛΙΑ.

α) Ο αφορισμός έχει δημοσιευτεί από πολλούς συγγραφείς και ερευνητές. Εδώ το αντέγραψα από το βιβλίο του αείμνηστου Ν. Φλούδα. Έχει ασχοληθεί με τον τόπο μας και μας δίνει πολλές πληροφορίες. Προσωπικά τον αφορισμό τον είχα πρωτοδιαβάσει στο καφενείο του Τζιβελόπουλου -Τζιοτζιόνα στον Αγιάννη. Ήταν καρφωμένος με ένα μεγάλο καρφί στον τοίχο. Ακριβώς πίσω από το τραπέζι με την πράσινη τσόχα!

β) Aς μελετήσουμε την χρονική περίοδο που εξεδόθει το φοβερόν επιτίμιον, ο αφορισμός. Ποια ήταν τα μέλη της τότε κυβέρνησης; Ποιος ο υπουργός Θρησκείας !!!  Ήταν η ολιγαρχική κυβέρνηση του μεγαλοκαραβοκύρη Κουντουριώτη. Το εκτελεστικό του 1824-1826. Η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας. Ήταν η θλιβερή κυβέρνηση του Α΄ Εμφυλίου πολέμου. Οι Τούρκοι ήταν ακόμα στην πατρίδα μας και οι ολιγαρχικοί δημιούργησαν τον Εμφύλιο για να ξεκοκαλίσουν τα Δάνεια της Αγγλίας !!!!   

             
                                   Ιωάννης Ορλάνδος o γαμπρός του  Κουντουριώτη . 

γ) Ας δούμε μερικά πρόσωπα που απάρτιζαν την Σεβαστή Κυβέρνηση !!

1.   Πρόεδρος: Γεώργιος Κουντουριώτης . Γόνος της γνωστής Υδραίικης οικογένειας των Αρβανιτών μεγαλοκαραβοκυραίων. Άπληστοι συνέβαλαν στον αγώνα αλλά απώτερος σκοπός τους ήταν να γεμίζουν τις περίφημες στέρνες τους με φλουριά.

2.   Αντιπρόεδρος: Παναγιώτης Μπότασης. Σπετσιώτης Ναύαρχος.

3.   Ιωάννης Κωλέττης: Ο Κουτσοβλάχος γιατρός του Αλή Πασά . Ο Τουρκομαθημένος πολιτικός που κατόπιν δόμησε το νεοελληνικό σύστημα του δημοσίου !!!

                                 

                                Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, το τσογλάνι κατά τον Καραϊσκάκη .

4.   Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος : Ο Φαναριώτης αμφιλεγόμενος πολιτικός της εποχής. Το τσογλάνι ο τεσσερομάτης που έλεγε ο Καραϊσκάκης.

5.   Αναγνώστης Σπηλιωτάκης: Λακεδαιμόνιος Κοτζαμπάσης .

6.    Νικόλαος Λόντος: Μεγαλοκοτζαμπάσης της Αχαΐας.

7.    Ο Ανδρούσης Ιωσήφ( κατά κόσμο Ιωσήφ Νικόλαου). Μινίστρος(Υπουργός) των Θρησκευτικών από το 1822 μέχρι το 1826. Δεσπότης στην Ανδρούσα (κατόπιν Μεσσήνη) του Ν. Μεσσηνίας. Γεννήθηκε στην Τριπολιτσά και σπούδασε στην περίφημη ιερατική σχολή της Δημητσάνας.

δ) Με μεγάλη ευκολία ο α/α Δανιήλ Γεωργόπουλος έστειλε προς τους Δημογέροντες, τους Γουναράδες το αυστηρότατο αυτό έγγραφο. Θα ήθελα να ήμουν στο Τουράκι του Αγιώργη όταν το διάβαζαν. Αν το διάβασαν στους μαθητές και στους κατοίκους της κωμοπόλεως μας. Τα παιδιά οι μαθητές του περίφημου Σχολείου του Καρυτσιώτη δεν ήταν όλοι από την περιοχή μας. Η φήμη της Σχολής είχε προσελκύσει μαθητές από όλη την Πελοπόννησο και από άλλα μέρη της Ελλάδας . Τα παιδιά καλά έκαναν και έπαιζαν χαρτιά. Δεν ελάμβαναν μέρος στις εμφύλιες συρράξεις. Με τον τρόπο αυτό ξεφτίλιζαν τους Ολιγαρχικούς. Εξάλλου το προηγούμενο έτος είχαν γνωρίσει από κοντά αρκετούς από την παράταξη των ολιγαρχικών. Είχαν κρυφτεί στον Αγιάννη για να γλυτώσουν από το Δράμαλη. Μπορεί να βγάλανε έξω τους σπουδαστές από τα κτήρια – οικοτροφεία, στης Σχόλης για να στεγαστούν αυτοί. Σίγουρα τα παιδιά κάθε εποχής κρίνουν και κατακρίνουν. Καλά πράξανε και τους γράψανε στα παλιά τους τα τσαρούχια!! Εξοργίζομαι όταν ακούω με ευκολία ότι ο Αγιάννης έγινε πρωτεύουσα της Ελλάδας για 3 μήνες, 42 μέρες για την ακρίβεια.

                                

                                   Το κυβερνείο κατά την παράδοση.

ε)  Έμειναν ήπιαν νερό από τον Πρόδρομο. Μπορεί να στέλνανε κανένα κοπέλι να τους έφερνε νερό από το Περδικονέρι και τη Μούσγα. Ανασάνανε τον αέρα μας και βρώμισαν τα ιερά χώματα μας. Τα μπουμπούκια οι ανθέλληνες. Αναφέρω μόνο δυο ονόματα αρκούν, Ιωάννης Ορλάνδος, και Αλέξ. Μαυροκoρδάτος. Πρέπει να γνωρίζουμε τα δεινά που έφερε στη χώρα μας η πολιτική τους. Θέλω να είμαι ακριβοδίκαιος, για ποια κυβέρνηση μιλάμε; Ο Πάνος Ζαφειρόπουλος ο Άκουρος και αδελφός του Κων/νος πάσχιζαν να συμφιλιώσουν τους ραγιάδες. Ο Γέρος του Μοριά έστελνε γράμμα στον Άκουρο που του έλεγε να μεταχειριστεί ακόμα και βία για να στρέψει τους ραγιάδες κατά των εχθρών… .η Κυβέρνηση από το δροσερό Αγιάννη έστελνε γράμματα που δίχαζαν τους εν δυνάμη Έλληνες και μοίραζε τα «Δάνεια της Αγγλίας» στους ημέτερους της.

στ) Για το διαχρονικό του πράγματος !!! Στο Ημερολόγιο του Γυμνάσιου Άστρους 1941-41►3. Ο τότε Γυμνασιαρχών Ν. Φλούδας αναφέρει ότι συνέλαβε τον Αύγουστο του 1942 Αγιαννίτες μαθητές να χαρτοπαίζουν με άλλους συγχωριανούς τους!  << Κατόπιν εφόδου εις ιδιαίτερον δωμάτιον, παρά το καφενείον Γ Τζιβελοπούλου εις Αγ. Ιωάννην, συνέλαβα τον…. μαθητήν Μπάρλα ( Μάκης του Χαραλάμπου) να χαρτοπαίζει … Με παρατήρησαν οι συμπαίκται του Ιω. Κανέλλος, Θεωδ. Κωστόπουλος, ο Λάκης Τζιβελόπουλος…   κατάσχεσα του Μπάρλα 350 δρχ. ….

 

                                   Η Είσοδος του ιδιαίτερου δωματίου σήμερον !!!!

ζ) Τηρουμένων των αναλογιών τα σημερινά παιδιά παίζουν πόκερ μέσω Η/Υ. Προσωπικά όταν με καλούν να παίζω χαρτιά κυρίως την πρωτοχρονιά απαντώ. <<Δεν παίζω γιατί έχω αφορισμό…>>. Η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζω καλά ούτε δηλωτή!!!!

θ) Δεν πιστεύω να γεννηθεί η ιδέα σε κάποιους να άρουν το φρυκτόν επιτίμιον – αφορισμό με το αζημίωτο!!!! Αυτό έγινε σε άλλο χωριό της επαρχίας μας…..

      

 ►1   ΘΥΡΕΑΤΙΚΑ ΤΟΜΟΣ Γ΄ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΙΩ. ΦΛΟΥΔΑ. ΑΘΗΝΑΙ 1983.                                              ►2   ΓΕΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, Υπουργείο Θρησκείας, Φακ 5  Αριθ 1581.                                   ►3  Ανέκδοτο Ημερολόγιον του Γυμνσίου ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΑΣΤΡΟΥΣ αρχομένου από 1ης Οκτωβρίου 1941.  σελ 14.

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ.


                             Ο ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ 

Γράφει. Ο Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης 
       Οκτώβρης  2013 


                                         Βασίλης Αγλαμίσης.       

Καλοκαίρι του 1982 Αθήνα, ντάλα μεσημέρι η άσφαλτος έβραζε, έπνεε πυρωμένος αέρας ανακατεμένος με άκαυτη βενζίνα και καυσαέρια σκέτη κόλαση. Στο φανάρι της Βουλής προς την Βασ. Σοφίας ήταν σταματημένα αρκετά δίκυκλα περιμένοντας το πράσινο. Ανάμεσα στα Γιαπωνέζικα σαν την μύγα μεσ΄ το γάλα ξεχώριζαν δυο. Μια συμμαχική Εγγλέζικη Norton με καλάθι - ξύλινο κασόνι καλύτερα - και ένα παλιό φτιαγμένο 5η ZUNDAPP εσωκύλινδο. Ο κοτσονάτος ηλικιωμένος αναβατής της προπολεμικής Norton απευθύνθηκε στον νεαρό που μάρσαρε διαρκώς το σκληροτράχηλο γερμανικό δίχρονο μοτοποδήλατο της δεκαετίας του ΄60. Να ρυθμίσεις το ρελαντί σου, δεν είναι υποχρεωμένος ο κόσμος να «τρώει» την άκαυτη βενζίνα σου!!!Μάθε πως τα τετράχρονα τρώνε το λάδι από τα δίχρονα!        Του απάντησε χαμογελώντας ο νεαρός με μια φράση των μηχανόβιων!Το «φτιαγμένο» ΖUDAPP έφυγε σαν πύραυλος μόλις «άνοιξε» το φανάρι. Στον καθρέπτη ο αναβάτης του είδε τον αναβάτη της δυσκίνητης βαριάς Norton να προσπερνά σταδιακά με σταθερότητα και μαεστρία τα άλλα οχήματα σαν να τον κυνηγούσε. Δεν πιστεύω να θέλει καυγά μεσημεριάτικα ο παππούς!! Ας σταματήσω να δω τι θέλει σκέφτηκε και έπιασε δεξιά κάτω από μια μουριά εκεί που είναι σήμερα το Βυζαντινό μουσείο.
- Νεαρέ κύριε θα πέσεις και θα φας τα μούτρα σου! Η καδένα στη μηχανή σου είναι λασκαρισμένη. Πάρε την κάρτα μου και έλα να σου τη σφίξω,οδηγείς αρκετά καλά μπράβο σου. 
                                              Αρχές της δεκαετίας του 1950

Έτσι γνωρίστηκα με τον Βασίλη τον Αγλαμίση, τον Πρωταθλητή Ελλάδας στην μοτοσικλέτα από προπολεμικά μέχρι το 1960. Γνώρισα ένα καλό φίλο, έναν πατριώτη, έναν λαϊκό φιλόσοφο της σύγχρονης Αθήνας. Ήταν άνθρωπος της πιάτσας στο Μοναστηράκι του πεζοδρομίου με την καλή έννοια, ένας μεγάλος Δάσκαλος για μένα σε αρκετά πράγματα.
Διατηρούσε κατάστημα με ανταλλακτικά παλιών μοτοσυκλετών στην οδό Ερμού στο Μοναστηράκι. Με την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου έφερε από την Αίγυπτο μια καραβιά παλιές μοτοσικλέτες! Λάφυρα του πολέμου, κατά κύριο λόγο συμμαχικές Norton BSA και γερμανικές BMW κάποιες ΖUDAPP κ.α. Πουλούσε στην αρχή μοτοσυκλέτες και φουρκώνια αλλά τώρα μόνο ανταλλακτικά και αλλά παλιά αντικείμενα.
Ανεβαίνοντας την Ερμού κοντά στην ΒΙΟΧΑΛΚΟ σταμάτησα να χαιρετήσω τον παράξενο αυτό αναβάτη. Με καλοδέχτηκε και άρχισε να ρωτά αυτά που κάποιος λέει σε ένα άγνωστο άνθρωπο.
- Από πού είσαι παιδί μου; Ήταν μια από τις πρώτες ερωτήσεις του.
- Από τον Αγιάννη - Άστρος της Κυνουρίας!                                                      Γέλασαν τα αυτιά του ! μουστάκια δεν είχε!
-Είμαι από τον Κοσμά της Κυνουρίας. 
Στον Αγιάννη πουλάγαμε χτένια για τους αργαλειούς προπολεμικά. Είναι ωραίο χωριό. Στο Άστρος έχω έναν ξάδελφο καθηγητή τον Κώστα Λ….. Έχω πουλήσει μια τρικυκλη μοτοσυκλέτα- φουρκώνι-παλιά γύρω το1950 στον Τάκη τον Κ…… Πήγαινα ειδική διαδρομή από το Άστρος στον Αγιάννη και ....
Τον άκουγα με προσοχή αλλά το βλέμμα μου άρχισε να εξερευνά το μαγαζί! Στο δάπεδο ριγμένα με κάποια σχετική τάξη πολλά ανταλλακτικά παλιών μοτοσικλετών. Στα ράφια βάζα και βαζάκια από παιδικές τροφές γεμάτα με κάθε λογής βίδες, βιδάκια και άλλα μικροεξαρτήματα. Ρε πως τα βρίσκει χωρίς ετικέτες πως τα θυμάται όλα αυτά τα ψιλολόγια; Λες και μάντεψε τη σκέψη μου είπε « ο Σαρ…..κης για να σου δώσει ένα ανταλλακτικό έχει δέκα κομπιούτερ. Εγώ τα έχω όλα αυτά στο μυαλό μου»!!. Την φράση αυτή την έλεγε συχνά σε ανυπόμονους πελάτες του.
Η ματιά μου σταμάτησε στον τοίχο με τις φωτογραφίες τα διπλώματα και τους επαίνους. Παρακολουθούσα και θαύμαζα αμίλητος μια πολύ οικία μου φωτογραφία. Έναν νεαρό εύελπι καβάλα σε ένα άλογο του Ιππικού! Ασυναίσθητα ίσιωσα το κάδρο που έγερνε λίγο.                                                
- Βλέπω σταμάτησες στο Γιάννη, είπε με μια ελαφρά περηφάνια και συγκίνηση. Ήταν ο αδελφός μου από τους πρώτους νεκρούς Έλληνες Αξιωματικούς στην Αφρική. Σκοτώθηκε στις μάχες με τους γερμανούς ναζί…
Ιωάννης Αγλαμίσης από τον Κοσμά της Κυνουρίας. Ο Πρώτος νεκρός του «Ιερού λόχου » έπεσε στη μάχη της Τυνησίας. Τάφηκε στο Γαλλικό στρατιωτικό νεκροταφείο της Αμφινταβίλ.  

Εδώ είμαι εγώ το 1932, εδώ είμαι σε επίδειξη δεξιοτεχνίας στην Καισαριανή το 1950, εδώ είμαι όταν εκτελούσα νούμερα στο βαρέλι, στο «γύρο του θανάτου», εδώ είμαι πρωταθλητής Ελλάδας το 1958…Να με λες πρωταθλητή.
 -  Μπάρμπα Βασίλη θα σε λέω δεν μου αρέσουν οι τίτλοι! Σκάσαμε στα γέλια και οι δυο μας. 
Άρχισα να τον βομβαρδίζω με ερωτήσεις του τύπου πως φτιάχνανε τα χτένια του αργαλειού, πως ήταν η ζωή στα χωριά, γιατί ήρθαν στην Αθήνα κ. α «Τα χτένια τα φτιάχναμε από ξύλο κλωστές και καλάμια. Πηγαίναμε όλοι μαζί κομπανία και τα πουλούσαμε σε όλα τα χωριά της Ελλάδας κάποιοι βγαίναμε και έξω. Υπάρχει και η τεχνική – συνθηματική γλώσσα των Κοσμιτών κτενάδων τα Γεωργατζίδικα. Μεγάλη ιστορία τα χτένια και τα λαγούμια στον Κοσμά από την Τουρκοκρατία!  Οι Κοσμίτες κτενάδες – Γεωργατζίδες πούλαγαν χτένια διαφόρων τύπων σε όλα τα Βαλκάνια μέχρι τη Ρωσία.
 Ο πατέρας μου προπολεμικά μου αγόρασε ποδήλατο. Έτρεχα και πήγαινα ποιο μπροστά από τους άλλους έτσι πουλούσαμε τα περισσότερα χτένια. Κατόπιν στην Αθήνα ήρθα στο Μοναστηράκι και ασχολήθηκα με το εμπόριο σιδήρου και απόκτησα την πρώτη μου μοτοσυκλέτα. Στην Αθήνα υπήρχαν δυο μοτοσυκλέτες την άλλη την είχε ο διάδοχος του θρόνου! Μετά σιγά – σιγά αγοράστηκαν και άλλες κατά κύριο λόγο εγγλέζικες». Δεν είχαν ηλεκτρικά και στη δική μου προσάρμοσα λάμπα ασετιλίνης!

Επανέφερα την κουβέντα στον πεσόντα αξιωματικό Ιωάννη Αγλαμίση. Το θέμα πονούσε πολύ. Πίσω από ένα όνομα σε ένα μνημείο και ένα μετάλλιο υπάρχουν άνθρωποι με αισθήματα και βάσανα.«Ο πατέρας μου αρρώστησε τότε και εγώ στενοχωριέμαι ακόμα και τώρα. Το όνομα του είναι γραμμένο στο μνημείο στην Αφρική. Υπάρχει το δίπλωμα και το μετάλλιο ..». Προσπέρασε με ωραίο τρόπο την δύσκολη αυτή κουβέντα. Πολλά χρόνια αργότερα διάβασα για τον ΠΑΡΝΩΝΙΤΗ αυτό ήρωα.

Με μεγάλη σεμνότητα και σοβαρότητα μου είπε για την δική του προσφορά στην πατρίδα μας. « Όταν οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο το 1940 παρουσιάστηκα με τη μοτοσυκλέτα μου στα Γιάννενα. Ένας ταγματάρχης μου είπε ότι δεν τη χρειαζόμαστε. Είναι περιουσιακό στοιχείο και πρέπει να τη στείλεις στην οικογένεια σου. Του είπα ότι με την μοτοσυκλέτα θα πηγαίνω γρήγορα όπου θέλει τις εντολές του. Το σκέφτηκε και με έκανε ταχυδρόμο στη μεραρχία. Αυτή ήταν η πρόσφορα μου στην πατρίδα μας. Α κάτι άλλο όταν αιχμαλωτίζαμε Ιταλικές μοτοσυκλέτες τις επισκεύαζα και είχαμε πέντε έξι και κάναμε τη δουλειά μας οι αγγελιαφόροι. Μεταφέρναμε με κρύο, βροχές και λάσπες παντού τα έγγραφα της Μεραρχίας μας. Δεν είχαμε τα κατάλληλα μπουφάν, και βάζαμε εφημερίδες στο στήθος να μην κρυώνουμε. Να βάζεις και εσύ  εφημερίδες στο στήθος σου γιατι το αντιανεμικό σου δεν είναι ποιότητας. Αργότερα πήραμε από τους Ιταλούς αιχμαλώτους τα δικά τους αντιανεμικά μπουφάν και κάποιες κάσκες! Όταν έπεσε το Αλβανικό μέτωπο γύρισα στην Αθήνα με τη μοτοσυκλέτα μου». Δεν έκανα ηρωισμούς και ανδραγαθίες απλά έκανα το καθήκον μου προς την πατρίδα και κατόπιν γύρισα στην εργασία μου. Η Οικογένεια μου έδωσε το Γιάννη στο βωμό της πατρίδας.

Είχε κουραστεί και συγκινηθεί ήθελε να ξεσπάσει με τον τρόπο του. Κόψε λίγο την κίνηση της Ερμού και θα δεις τι θα κάνω. Σήκωσα το χέρι μου σταμάτησα το ρεύμα των οχημάτων και τότε άρχισε τα ακροβατικά του. 
                

Ο Πρωταθλητής Βασ. Αγλαμίσης στο κλασικό του νούμερο δεκαετία του ΄80 κάπου στην Ερμού. Φωτογραφία Γεωργίου Κωνσταντέλου «Νέστος»

Αντί για κορναρίσματα και μούντζες οι οδηγοί τον κοιτούσαν με θαυμασμό και απορία οι τουρίστριες τον φωτογράφιζαν χαμός. Χαμογέλασε ευχαριστημένος και μου είπε βλέπεις λεβέντες που βγάζει η Κυνουρία. Θεότρελους βγάζει του είπα και σκάσαμε στα γέλια.