Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

ΑΠΟΚΆΛΥΨΗ ΤΏΡΑ!


Γράφει ο
Χριστόφορος Β Νικολάου
   Ιανουάριος 2016



΄΄ Ας είναι το διήγημά μου αυτό μια μικρή τιμή στη μνήμη του αξέχαστου Τάκη Κατσή.΄΄

          
<<…καὶ ἀνέβη ὁ καπνὸς τῶν θυμιαμάτων ταῖς προσευχαῖς τῶν     ἁγίων ἐκ χειρὸς τοῦ ἀγγέλου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. …καὶ εἴληφεν ὁ ἄγγελος τὸν λιβανωτὸν καὶ ἐγέμισεν αὐτὸν ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν γῆν. καὶ ἐγένοντο βρονταὶ καὶ φωναὶ καὶ ἀστραπαὶ καὶ σεισμός.>>

Απρίλης 1964, Άγιος Νικόλαος Καστρίου Κυνουρίας, πρώτη χρονιά για τα τριτάξια Λύκεια, πρώτη τάξη, μάθημα θρησκευτικών με τον Κοντάκο. Στο πέμπτο θρανίο της μεσαίας σειράς εγώ και ο Κουτσογιάννης δεξιά μου και μπροστά μας ο Παρασκευουλάκος με τον Κατσή. Στην αριστερή σειρά τα κορίτσια και στη δεξιά αγόρια.

Μαθητές στο Γυμνάσιο Καστρίου. Φώτο από το διαδίκτυο. Ομάδα ΚΑΣΤΡΙΤΟΧΩΡΙΑ…..

Ο κύριος καθηγητής, θρεμμένος καλά σε πλήρη αντίθεση με μας, με τσιτωμένο το παντελόνι μέχρι σχισμού ιδιαίτερα στους μηρούς, με μάγουλά κόκκινα φουσκωτά και βλέμμα ουράνιο, βολτάριζε καμαρωτός ανάμεσα στις σειρές των θρανίων και την έδρα παραδίνοντας το μάθημα. Για τους Αποστόλους.

Τα ανθυπομειδιάματα και τα νοήματα για την όλη του εμφάνιση που συμπληρωνότανε με το στομφώδη του λόγο είχανε γενικευθεί. Πρέπει να ομολογήσω ότι οι περισσότεροι μπήκαμε στην αίθουσα με παιχνιδιάρικη προδιάθεση, γιατί στο διάλειμμα ο Καμπυλαυκάς μας απήγγειλε αποσπάσματα από τη διασκευή του της Άδου Κατάβασης! Όλα αυτά και σε συνδυασμό με την αδιαφορία μας για το μάθημα, είχανε φτάσει την ψυχολογία μας ένα τικ πριν τη μεγάλη έκρηξη!

Από το πρωί αυτής της μέρας, το χέρι μου χάιδευε ασυναίσθητα στη δεξιά τσέπη του σακακιού μου ένα κουλουριασμένο κομμάτι φουρνελοφύτιλο, μακρύ ίσαμε δυο πιθαμάδες. Το είχα κλέψει το βράδυ από τα σύνεργα του πατέρα μου που μαζί με άλλους συγχωριανούς ρίνανε φουρνέλα στη διαπλάτυνση του δρόμου.

Δεν πρωτοτυπούσα καθόλου, όλα τα παιδιά του χωριού, από δέκα - δώδεκα χρονών, κλέβαμε φυτίλι που ήτανε για φουρνέλα και μπαρούτι για κυνήγι  και φτιάχναμε ένα σωρό αυτοσχέδια μπουρλότα. Νάρκες και χειροβομβίδες με κονσερβοκούτια ή χοντρά μπουκάλια! Άσε τα πυροβόλα όπλα με σωλήνες από ομπρέλες, τις περιβόητες τσιάγκρες! Πυροτεχνουργοί! 

Έβγαλα το φυτίλι απ’ την τσέπη που μ’ έτρωγε και το ‘δειξα στον Κουτσογιάννη. Το πήρε αυτός με τρόπο και το πάσαρε μπροστά, στον Παρασκευουλάκο. Ο κύριος καθηγητής συνέχιζε με ωραιοπάθεια την παράδοση ρίχνοντας κλεφτές ματιές στις κοπέλες που τον παρακολουθούσαν χαμογελαστές και λάγνες, αλληλοτσιμπιόντουσαν δε κάτω απ’ τα θρανία και με κόπο συγκρατούσαν τα γέλια τους.

Ξαφνικά μου ενεχειρίασε ο Κατσής το φυτίλι με ένα τσακουμάκι. Τα έδειξα στον Κουτσογιάννη και τα ακούμπησα στο κάθισμα του θρανίου ανάμεσά μας ώστε να μη φαίνονται. 

Ο κύριος καθηγητής μιλούσε για κάποιο βιβλίο της Καινής Διαθήκης που είχε γράψει ο Ιωάννης, την Αποκάλυψη. Και για τα δεινά που επεφύλασσε ο Θεός στους αμαρτωλούς ανθρώπους. Εμείς βέβαια δεν είμαστε αμαρτωλοί και δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτα, αντίθετα μας ερέθιζε και μας συνέπαιρνε ο τρόπος της τιμωρίας, φωτιά και λάβρα!

Και ήτανε αρκετό ένα διαβολικό χαμόγελο του Παρασκευουλάκου για να πάρουμε με τον Κουτσογιάννη τη μεγάλη απόφαση! Κοιταχτήκαμε και όντας βέβαιοι ότι το φυτίλι δεν συνδεότανε με τη μπαρουταποθήκη του στρατού ή το εργοστάσιο νιτρογλυκερίνης του Νομπέλ, το ξεδιπλώσαμε, κάναμε χώρο ανάμεσά μας, περιμέναμε να απομακρυνθεί ο κύριος καθηγητής προς την έδρα και το φουντώσαμε! Εκείνο, εκτινάχτηκε μπρος πίσω πάνω κάτω και στριμώχτηκε τελικά κάτω απ’ το θρανίο για να συνεχίσει το έργο του.

Πολλές φορές, ιδιαίτερα στα νιάτα μας, έχουμε προβεί σε τολμηρές ενέργειες χωρίς να το σκεφτούμε πολύ ή και καθόλου. Απερίσκεπτα. Χωρίς να αναλογιστούμε τις συνέπειες της πράξης μας. Θα μου πείτε ποιες συνέπειες, στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε ο παραμικρός κίνδυνος να τραυματιστεί κάποιος ή να γίνει ζημιά στην αίθουσα και το ξέραμε εμείς αυτό καλά. Το ήξεραν όμως όλα τα παιδιά και ειδικά ο κύριος καθηγητής;

Ξεκίνησε μ’ ένα περίεργο, ανατριχιαστικό, δυνατό και συνεχόμενο σύριγμα. Σαν τη βουή που βγάζει απ’ το στόμα του ο Πύρινος Δράκος πριν τη φωτιά. Ένας κιτρινόμαυρος καπνός που άρχισε να σηκώνεται απ’ το θρανίο υποδείκνυε τον πυρήνα της επικείμενης έκρηξης. Και μια διαπεραστική οσμή που θύμιζε το ηφαίστειο της Σαντορίνης γέμισε γρήγορα την αίθουσα. Παγώσανε τα πάντα, σταμάτησε κάθε κίνηση και κάθε ήχος, εκτός από το εφιαλτικό σύριγμα που κράτησε έναν αιώνα.


Έκρηξη στην αρχαία Παλμύρα. Φωτογραφία από το διαδίκτυο.

Παρόλο που βρισκόμουνα απάνω ακριβώς στον κρατήρα του ηφαιστείου, θυμάμαι πολύ καλά: τα κόκκινα μάγουλα του κυρίου καθηγητή μαυροκιτρινοασπρίσανε και το βλέμμα του χάθηκε εντελώς. Στα κορίτσια, εκτός από την Παντελή και την Καπράνου, πέτρωσε στο πρόσωπό τους το λάγνο χαμόγελο και περιμένανε με κάτι πελώρια μάτια τη μεγάλη έκρηξη.

Όλα τα πρόσωπα ήτανε στραμμένα απάνω μας. Εγώ, ο Κουτσογιάννης και ο Κατσής σαν χαμένοι, τάχα αδιάφοροι, οπωσδήποτε όμως ένοχοι, περιμέναμε το τέλος του κατορθώματός μας, μη έχοντας και τρόπο να το σταματήσουμε. Ο Παρασκευουλάκος κοιτούσε δεξιά κι αριστερά μ’ εκείνο το διαβολικό του χαμόγελο! 

Το επόμενο στιγμιότυπο στη μνήμη μου είναι έξω απ’ το γραφείο του Λυκειάρχη, όπου μας οδήγησε κλοτσηδόν ο Κοντάκος, και τους τέσσερις.

- Περιμένετε εδώ γαϊδούρια! Χτύπησε, άνοιξε, μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα αφήνοντάς μας έξω.

Λέει ο Κουτσογιάννης του Παρασκευουλάκου: «Ρε μαλάκα, είσαι αριστούχος, ο καλύτερος μαθητής, δεν θα σε τιμωρήσουνε, πάρτο απάνω σου μη την πληρώσουμε όλοι.»

– Εντάξει, λέει αυτός.

Ύστερ’ από λίγο άνοιξε την πόρτα ο Κοντάκος και είπε αυστηρά:
-Ελάτε μέσα! Μπήκαμε, έκλεισε την πόρτα. Θυμάμαι το ήρεμο και μάλλον χαμογελαστό ύφος του Λυκειάρχη, του κυρίου Λεκανίδη.
  
–Τι κάνανε αυτοί οι λεβέντες κύριε Κοντάκο, ρώτησε. Και ο Κοντάκος με βαρύτονη φωνή και εισαγγελικό ύφος:

- Βάλανε δυναμίτιδα κύριε Λυκειάρχα να ανατινάξουνε το Γυμνάσιο, ευτυχώς δεν έπιασε το καψίλι!

Παρά την τραγικά άσχημη θέση μας, καταβάλαμε μεγάλη προσπάθεια να συγκρατήσουμε τη δεύτερη και ολέθρια αυτή τη φορά έκρηξη, γέλιου! Νομίζω ότι και ο κύριος Λυκειάρχης ζούσε αυτή την αγωνία γιατί διέκοψε τον Κοντάκο και βιάστηκε να μας ρωτήσει:

-Τι έχετε να πείτε κύριοι;

Σκυμμένα κεφάλια, κοκκινισμένα μάγουλα, ψυχολογικά κουρέλια, αμηχανία, αναμονή σκληρής τιμωρίας, αποβολής ίσως και απ’ το Λύκειο.

Ακούστηκε η κελαριστή και μονίμως ειρωνική φωνή του Παρασκευουλάκου, σταθερή και ήρεμη:

-Κύριε Λυκειάρχα, ο Νικολάου είχε το βραδύκαυστο φυτίλι, το έδωσε στον Κουτσογιάννη, αυτός το έδωσε σε μένα, πήρα εγώ απ’ τον Κατσή τον αναπτήρα και τα έδωσα στο Νικολάου.

Η ευθύνη βαρύνει όλους μας εξίσου. Ζητάμε συγνώμη, έχουμε μετανοήσει!

  <<… καὶ τὰ τέσσαρα ζῷα* ► 1 ἔλεγον.  ἀμήν· καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἔπεσαν και προσεκύνησαν.>>
                                       
ΣΧΟΛΙΑ.
► 1 *νεαροί, πολύ ζωντανοί άνθρωποι Τα εντός εισαγωγικών είναι αποσπάσματα από την Αποκάλυψη.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Ο ΞΕΝΟΣ.




Γράφει ο Αγιαννίτης 
 Στράτης Δαλιάνης.
" Ο Ξένος."
                                                              Αληθινή Ιστορία

        Ήταν θυμάμαι τέλη του Νοέμβρη του 1958 κι εγώ 10 χρονών περίπου, μαθητής 4ης Δημοτικού στον Αγιάννη, παραμονές της Μισοσπορίτισσας, γιορτή των γεωργών.
        Ο πατέρας μου γεωργός το βασικό του βιοποριστικό επάγγελμα, κρατούσε παράλληλα ένα ταβερνάκι στον  Αγιάννη “Ταβέρνα Σαραντόγιαννης ” κοντά στην κεντρική πλατεία του Αγιώργη.
        Νοέμβρης λοιπόν, καιρός βροχερός, ατμόσφαιρα μουντή και ομίχλη να σκεπάζει τα πάντα στον Αγιάννη. Οι Αγιαννίτες κουρνιασμένοι στα σπίτια τους ευλογούσαν τον Θεό που τους θυμήθηκε με την βροχή για να ποτιστεί ο σπόρος στα χωράφια τους και να πετάξει ο φύτρος.
        Ήταν η ώρα περίπου 8 το βράδυ και η ταβέρνα του πατέρα μου γεμάτη από ξωμάχους της γης Αγιαννίτες, απ' αυτούς που συνήθιζαν κάθε βράδυ να πίνουν το κρασάκι τους παρέες παρέες στην ταβέρνα κάτω από τους ήχους μουσικής του Μπάρμπα Γιώργη του Τσαρουχά, ο οποίος ήταν χορηγός όχι μόνο της μουσικής, αλλά και όλων των κερασμάτων.
        Σημειωτέον ότι ο Μπάρμπα Γιώργης ήταν επαναπατρισμένος Αμερικάνος με αρκετά χρήματα και του άρεσε να βοηθάει τους συμπατριώτες μας σε όλες τους τις δραστηριότητες.
        Ήταν εκεί στην ταβέρνα όλοι οι “γραφικοί” Αγιαννίτες, ο Τέντωτας, ο Μητσέας, ο Ιππέας, ο Κούκλος, ο Τσιακουμάκης, ο Μαιστόπ, ο Λαβιός, ο Αβάσιμος, ο Βλαχογιωργάκης, ο Παστούρος, ο Αρίστος, ο Μανεστρόγιαννης, ο Γεωργοβασίλης, ο Σφαιρόμητσιας, ο Γιαννάκος, ο Θρασύβουλος, ο  Ρούντος, ο Τσιάχτης, ο Σιόκλας, ο Φουρλίγκας, ο Μπατακέλος, ο Σπετσάρος, ο Κριαράκος, ο Βλασσοχρήστος, ο Καμπούρης, ο Χαρής ο Μπάρλας, ο Ρούσβελτ, ο Κομνηνός, ο Μπάρμπα Κώτσιος ο Τσιώρος (άριστος τραγουδιστής), ο Μαστραπάς, ο Λάλας, ο Κρεμύδας, ο Σμαϊλας, ο Γεροκρίζ, ο Πλατόγιαννης και άλλοι πολλοί που διαφεύγουν της μνήμης μου αφού όλοι αυτοί βρίσκονται στην Αγία Παρασκευή και αναπαύονται κάτω από τα άγια χώματα του Αγιάννη.

        Οκτώ η ώρα λοιπόν το βράδυ, έξω βροχή και το πούσι κατηφόριζε πιο πολύ τώρα απ' το Σαραντάψυχο και σκέπαζε το χωριό όλο, δίνοντας έτσι μια μαγευτική εικόνα στο χώρο, αλλά παράλληλα και έναν περίεργο φόβο αφού το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε έρθει ακόμα στον Αγιάννη  και παντού επικρατούσε σκοτάδι.
        Η μικρή βενζινόλαμπα μέσα στην ταβέρνα έδινε και έπαιρνε αφού ο Μπάρμπα Γιάννης ο Σαραντόγιαννης (πατέρας μου) δούλευε την τρόμπα κάθε τόσο και λιγάκι για να κρατάει ζωηρό το φως.
        Φωνές, γέλια, τραγούδια όλα μαζί δίνανε πραγματικά την αίσθηση ότι βρισκόσουν σε κάτι διαφορετικό αφού η μουσική του Μπάρμπα Γιώργη (Μπάντζο) θύμιζε βορειοαμερικάνικη ατμόσφαιρα.
        Εγώ μικρό παιδί 10 χρονών περίπου γκαρσονάκι, έκανα τα θελήματα του πατέρα μου και έτρεχα για τσιγάρα στου Μπολόλια όταν με έστελναν οι θαμώνες ( Έθνος κούτα).
 
Ο Σαραντόγιαννης έξω από την ταβέρνα σε μεγάλη ηλικία με την σύζυγο του και τις γειτόνισσες. Φωτ ΔΑΒΑΡΟΥΚΑΣ.
 
        Έξω τούρτουρο, μέσα αποπνικτική ατμόσφαιρα με μυρωδιά χνώτου, κρασιού και του καπνού απ' το έθνος και το ΤΕΛΕΙΟΝ τσιγάρο.
        Ξαφνικά και μέσα απ' την παγωνιά της βραδιάς αυτής, ανοίγει η πόρτα της ταβέρνας και κάνει την εμφάνιση της μια ανθρώπινη φιγούρα, που ακόμα δεν μπορώ να εξηγήσω την υπερφυσική διάπλαση του ανθρώπου αυτού, αλλά και το πως βρέθηκε με αυτόν τον καιρό στο χωριό μας.
        Ήταν ένας άνδρας πάνω από 2 μέτρα ύψος ρακένδυτος, γενειάδα που έφτανε κάτω από το στέρνο, τα μισά δόντια είχαν φύγει απ' τη μασέλα του και το μάτι του αετίσιο αγριεμένο, έτοιμο να κατασπαράξει τα θύματά του.
Τα χέρια του μακριά, κάτω από τα γόνατά του φτάνανε και μια χλαίνη ξεσκισμένη προφύλασσε το σώμα του από την παγωνιά.
        Παγωμάρα έπεσε στην ταβέρνα και όλοι έμειναν στη θέση τους περιμένοντας την συντέλεια τους απ' το θεριό που φάνηκε μπροστά τους.
        Το αίμα τους πάγωσε και καμπόσοι βλαστημούσαν την ώρα που ξεσπιτώθηκαν την βραδιά αυτή και βρέθηκαν στην ταβέρνα.
- Ποιός είναι εδώ το αφεντικό; ξεστόμισε το θεριό και έριξε μια σκληρή ματιά σε όλους τους θαμώνες.
        Ο πατέρας μου, ο οποίος μόνο τον Θεό φοβόταν, του είπε δειλά-δειλά φοβισμένος
– Εγώ είμαι ξένε, καλωσόρισες στο τόπο μας κάθισε μωρέ να σε κεράσουμε ένα ποτήρι κρασί.
-       Πεινάω απάντησε αυτός, βάλτε μου ότι έχετε και φέρε και κρασί.
Του προσέφεραν ψωμί, ελιές και ένα κομμάτι χοιρινό που ψηνόταν απ' το δικό μας και μισή οκά κρασί αρμεχτιάρικο απ' το βαρέλι. Έπεσε με τα μούτρα ο ξένος και σε λίγα λεπτά τα είχε καταβροχθίσει όλα. Ζήτησε και συμπλήρωμα και του δόθηκε πάλι απ' το ίδιο φαγητό.
        Ξεθάρρεψαν οι πελάτες σιγά-σιγά και άρχισαν επιφυλακτικά να καληνυχτίζουν και να φεύγουν φοβισμένοι για τα σπίτια τους.
        Την ώρα που ο Ξένος τέλειωνε το φαγητό του το μαγαζί είχε αδειάσει και είχαμε μείνει μέσα ο πατέρας, η μάνα, οι αδελφές μου και εγώ.
        - Από που είσαι ξένε τον ρώτησε ο πατέρας μου, πως σε λένε; Πώς ήρθες εδώ;
Απάντηση καμία !!
        Ο Ξένος έριξε μια ματιά σε μας τα παιδιά και το βλέμμα του άλλαξε και από αυστηρό, αετίσιο που ήταν έγινε γλυκό, ήμερο και ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια του. Ποιος ξέρει τι του θυμίσαμε !!
        -Απόψε θα κοιμηθώ σ' αυτό το σεντούκι, ήταν η απάντηση του θεριού, και έδειξε την σεντούκα που βάζαμε το σιτάρι.
        -Κυρά φέρε μου μια κουβέρτα και αφήστε με να ξεκουραστώ.
        Γρήγορα γρήγορα η μάνα μου έφερε μια κουβέρτα και όλοι εμείς ομαδικά ανεβήκαμε επάνω στην σάλα όπου κοιμηθήκαμε όλοι στρωματσάδα.
        Δεν ξέχασε ο πατέρας μου να κλειδαμπαρώσει από μέσα αφού ο φόβος σε όλους μας ήταν μεγάλος από την παρουσία του ξένου ανθρώπου.
        Κανένας μας δεν έκλεισε μάτι τη νύχτα, αλλά και κανένας δεν έβγαλε λαλιά για να μην ξυπνήσουμε τον ξένο μας που ήταν ταλαιπωρημένος.
        Το νέο είχε φτάσει σε όλα τα σπίτια απ΄ τους θαμώνες και τα λυχνάρια σβηστήκανε νωρίς και οι αμπάρες μπήκανε καλά στα παραθυρόφυλλα. Ησυχία σε όλα τα σπιτικά, άκρα του τάφου σιωπή στο χωριό λες και περιμέναμε το τέλος την βραδιά εκείνη από τον άγνωστο επισκέπτη. Έξω φυσούσε ο αέρας, τα παραθυρόφυλλα τρίζανε, τα πεύκα του Αγιώργη βουίζανε και οι ακακίες προσπαθούσαν να σταθούν όρθιες μπροστά στη μανία του βοριά.
        Όλα δείχνανε ότι η βραδιά αυτή θα ήταν μεγάλη για όλους και κυρίως για την οικογένειά μου που φιλοξενούσε το θεριό.
Τρόμαξε να ξημερώσει και οι λίγες ακτίδες του ήλιου πέρασαν τις χαραμάδες της μπαλκονόπορτας που κοιμόμαστε και η καρδιά μας άρχισε να μαλακώνει. Πρώτος ο πατέρας σηκώθηκε σιγά σιγά και κατέβηκε κάτω να δει τον ξένο και να του προσφέρει την πρωινή φιλοξενία.
Εκεί που προσπαθούσε να μπει σιγά σιγά στην ταβέρνα, βλέπει τη σεντούκα άδεια, τη κουβέρτα διπλωμένη και τα ποτήρια όλα άδεια αφού όπως φάνηκε είχε πιεί το κρασί όλο αυτό που  είχαν αφήσει οι πελάτες στα ποτήρια τους.
Στη σεντούκα επάνω ένα τσαλακωμένο χαρτί έγραφε: «Σας ευχαριστώ»
Δεν θα ξεχάσω τις λέξεις που ξεστόμισε ο πατέρας μου τότε
- «Ας πάει στο καλό ο άνθρωπος, ποιος ξέρει τι βάσανα έχει».
Όλοι μας ανασάναμε και γαλήνεψε η καρδιά μας απ’  το φόβο που μας είχε κυριεύσει. 
Ακόμα το θυμάμαι το γεγονός με ανάμεικτα συναισθήματα.
Δεν μάθαμε ποτέ από πού καταγόταν, πως βρέθηκε στο χωριό μας, τι τον βασάνιζε, και τι τον είχε οδηγήσει εκεί που μας είπαν οι χωροφύλακες μετά από δέκα μέρες, όταν πέρασε το απόσπασμα από τον Αγιάννη. Ψάχνανε να βρουν έναν υπόδικο, κρατούμενο στις φυλακές του Ναυπλίου που είχε δραπετέυσει.
Τα χαρακτηριστικά του ξένου μας επισκέπτη έμοιαζαν με αυτά του καταζητούμενου ανθρώπου.   

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

ΗΤΑΝ O ΛΟΥΦΟΛΙΑΣ......

  

                 Γράφει                          
 Ο Γιάννης Γρηγ. Κουρόγιωργας.
 Αγιαννίτης της διασποράς.
Hταν ο Λουφολιάς « ο Τρελός του χωριού »; © που όλοι τον θέλαμε …► 1

Ο Λουφολιάς ήταν ένας σπάνιος λαϊκός άνθρωπος, σε κάθε κοινωνία δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι ή υπάρχουν πολλοί λίγοι ή ελάχιστοι, που ζούσε μόνος του το δικό του κόσμο και τον απολαύανε, βασικά αντίθετος στο κάθε συνηθισμένο τρόπο ζωής.

Η κοινωνία του τον έκανε τον «τρελό του χωριού», αφού όπως λέγανε κάθε χωριό πρέπει να έχει τουλάχιστον ένα τρελό και άμα δεν έχει πρέπει να τον φτιάξουμε. Είμαστε τυχεροί μερικοί που τον γνωρίσαμε από κοντά και μας έδειξε με το δικό του απλό τρόπο ένα διαφορετικό τρόπο ζωής χωρίς φόβο. Είμαστε άτυχοι που ο Λουφολιάς δεν έζησε στο περιβάλλον του Καζαντζάκη, που θα τον έκανε χωρίς αμφιβολία ένα νέο Ζορμπά. ►2

Ο Λουφολιάς όταν τον έκανες παρέα ήταν ένας πολύ ευχάριστος, χαμογελαστός άνθρωπος και περισσότερο όταν τον κέρναγες ένα ποτηράκι κρασί ή του έδινες ένα τσιγάρο ή μετά από λίγο παζάρι δύο τσιγάρα, ήταν πολύ γλυκός και συμβιβαστικός, "ναι καμαράκι  μου , έτσι είναι όπως τα λες " " μπράβο καμάρι μου έτσι είναι",    δεν είχε σημασία τι έλεγες συμφωνούσε σε όλα.

Σου έλεγε ευχαριστώ με το δικό του τρόπο. Δεν είχε εχθρούς και όλοι ήθελαν την φιλία του, σαν να του έλεγαν με άλλο τρόπο ότι καλά έκανε και ζούσε με το δικό τρόπο το δικό του κόσμο που αυτοί δεν μπορούσαν να ζήσουν. Ο Λουφολιάς στην πραγματικότητα δεν είχε φίλους, δεν έκανε παρέα με κανέναν και ζούσε μόνος του.

Πολλοί τον χρησιμοποιούσαν για βαρειές δουλειές που χρειαζότανε πλάτη. Ήταν πολύ δυνατός αφού τα τρουμπούσκια ►3 του Κατσιανού, μεγάλα ξύλα για σχίσιμο, τα πήγαινε από την δεξαμενή δίπλα στου Καραματζάνη σήμερα, στη κορδέλα δίπλα από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια του Φούντα σήμερα - μόνος του. Για τα ίδια τρουμπούσκια άλλοι έπρεπε να είναι 3-4 μαζί, χωρίς καμιά υπερβολή το έχω δει με τα μάτια μου.

 Κάποτε είχε θυμώσει με κάτι και τον βαστάγανε 4-5 άντρες και ένας από αυτούς ήταν ο μακαρίτης Λυσσαίος, ►4 για όσους θυμούνται πόσο δυνατός και γεροδεμένος ήταν ο Λυσσαίος (όπως θα δούμε παρακάτω).

Από την άλλη μεριά όταν θύμωνε, γιατί ήταν μεθυσμένος ή δεν είχε να πιεί ένα ποτηράκι ή δεν είχε να καπνίσει ένα τσιγάρο ή για άλλους άγνωστους λόγους. Πολλές φορές ήτανε βαλτός από μερικούς συγχωριανούς για να κάνουν πλάκα τον κουτρίζανε. Γινότανε πολύ εριστικός και δεν υπολόγιζε τίποτα και κανέναν. Άρχιζε το υβρεολόγιο με πολύ έντονο τρόπο με τα πιο γνωστά : « Κηφήνες, Κολαντεράδες, Φαγάδες... Πολλές φορές και χωρίς λόγο πέρναγε και έβριζε τους πάντες και τα πάντα με πολύ άσχημο τρόπο και γι΄ αυτό γινότανε «ο τρελός του χωριού.»

Είναι πολλές οι ιστορίες για το Λουφολιά και όλοι δεν τις ξέρουμε όλες. ►5

Θέλω να θυμίσω μερικές, που για μένα ήταν οι πιο έντονες, και ίσως έχουν κάποια σχέση με τον "Aστυνόμο του Αγιάννη". Του είχαν δώσει και ένα καπέλο χωροφύλακα, χωρίς κορώνα, που το φόραγε πότε - πότε . Μάλλον θα πίστεψε ότι ήταν πράγματι ο αστυνόμος του Αγιάννη και η εξουσία που σε όλη του τη ζωή αντιμαχότανε τον ξεγέλασε έστω και προσωρινά και τον έκανα να δείξει τον άσχημο εαυτό του.

Κείνο το καλοκαίρι που έγινε "Αστυνόμος του Aγιάννη" ήταν περισσότερο εριστικός από άλλοτε. Μια ημέρα θυμάμαι, δεν ξέρω πως είχε αρχίσει η φασαρία από την αρχή. Πήγαινα στου Φούντα το μαγαζί και ο Λουφολιάς ήτανε έξαλλος πάνω από την Κορδέλα του Κατσιανού. Έβριζε με δυνατές φωνές όλους «Κηφήνες, Κολαντεράδες, Φαγάδες » πότε - πότε πέταγε πέτρες και φαινότανε ότι εκείνη την ημέρα θα είχαμε καλό θέαμα.

Πολλοί συγχωριανοί καμιά 20-30 άτομα περίπου καθόντουσαν απέναντι και χαμηλά έξω στου Φούντα και στου Τρυποσκούφη (Καραμάτζανη σήμερα) τα μαγαζιά και περίμεναν τη συνέχεια. Όταν έριχνε τις πέτρες μπαίναμε μέσα στα μαγαζιά.

 
Ο Λουφολιάς στην Παναγία τη Λάκκα. Φωτογραφία Νίκου Δημ Άρχοντα.

Ο Λουφολιάς πολύ έξαλλος συνέχιζε το υβρεολόγιο, όπου έφτασε το λεωφορείο από την Τρίπολη. Τότε είχαμε δύο λεωφορεία την ημέρα, δεν υπήρχαν ακόμα ιδιωτικά αυτοκίνητα, πέρναγαν το πρωί και το απόγευμα και συναντιόντουσαν στον Αγιάννη, το ένα πήγαινα πάνω και το άλλο κάτω.

Κατέβηκε ο Λουφολιάς από την κορδέλα ψηλά που ήτανε και πήρε δύο μεγάλα ντρουμπούσκια και έκλεισε το δρόμο για να μην περάσει το λεωφορείο.
Όλοι κοίταγαν για "το ευχάριστο θέαμα” και δεν έκαναν τίποτα να σταματήσουν τα χειρότερα, όλα ήταν στη διάθεση του "τρελού "Λουφολιά.

Εγώ καθόμουνα στου Δαφνόπουλου το μπαλκόνι, απέναντι από την κορδέλα του Κατσιανού, κοντά στο θέαμα και έλεγα μόνος μου ότι χανότανε μια καλή ευκαιρία για να κάνω μια καλή ταινία, αλλά δεν είχα κάμερα.

Όταν ο οδηγός ήταν έτοιμος να φύγει, αφού έχει φορτώσει ξεφορτώσει ότι είχε, πήγε προς το έξαλλο Λουφολιά να του πει να ανοίξει το δρόμο. Ο Λουφολιάς του τραβάει μια κλωτσιά στο πόδι και του σχίζει το παντελόνι, είχε στις αρβύλες δεμένες τις σόλες με σύρματα. Αγριεύει ο οδηγός, εύσωμος
και ψηλός άντρας, ►6 και όρμισε να κτυπήσει το Λουφολιά. Ο Λουφολιάς, εγώ είμαι ο αστυνόμος εδώ, δεν θα περάσεις εγώ διατάσσω.

Τρέχουν πια και πολλοί οι συγχωριανοί να πιάσουν το Λουφολιά για να γλυτώσει ο οδηγός, ξέρανε καλά τι θα γινότανε. Φεύγει ο Λουφολιάς τρεχάλα πάνω από την κορδέλα του Κατσιανού, πάνω από τα τελευταία σπίτια, και πήγαινε κατά το Κουτρί να περιμένει το λεωφορείο!

 Πολύς κόσμος ακολουθούσε κοντά από το δρόμο για το θέαμα « δεν είχα κάμερα…»  Από ψηλά τρέχοντας ο Λουφολιάς έβριζε και πετροβολούσε Κηφήνες, Κολαντεράδες… Το λεωφορείο ερχότανε σιγά σιγά πίσω από το κόσμο, ο οδηγός είχε καταλάβει πια τον κίνδυνο και φοβότανε να φύγει με το Λουφολιά ελεύθερο να το παρακολουθεί πετροβολώντας το.

Τελικά στο Κουτρί, εκεί δίπλα στη πλάκα του σχολείου, τον πιάσανε 4-5 άτομα. Ο ένας ήταν ο Λυσσαίος και μετά δυσκολίας τον κρατάγανε κάτω θυμάμαι μισοσηκωνότανε πότε - πότε και τους κλώτσαγε όσο μπορούσε. Όταν πέρασε πια το λεωφορείο τον αφήσανε. Ο Λυσσαίος του έδωσε ένα τσιγάρο για να ηρεμήσει !!

Ο Λουφολιάς έφυγε για το σπίτι του σκυφτός χωρίς μαγκούρα, κάπου την είχε χάσει, είχε τα χέρια πίσω στη πλάτη. Φαινόταν κάπως ηττημένος από τους Κολαντεράδες μέχρι αύριο πάλι. Είχαμε όλοι καλό “θέαμα” κείνη την ημέρα από τον « Τρελό του χωριού.»…

Μια φορά καθόμαστε στη πλατάνα του Αγιώργη  ντάλα μεσημέρι και νάτος γελαστός και χαρούμενος ερχότανε ο Λουφολιάς , μερικοί έξυπνοι του αφού του δώσανε ένα τσιγάρο και τον κουρτίσανε. Τι αστυνόμος είναι δεν τηρεί την ησυχία κλπ . Τον βάλανε να χουγιάξει τον Ζούπα έναν ηλικιωμένο Αθηναίο συγγενή του Κατσούλη. Ο άνθρωπος καθότανε στο σπίτι του Κατσούλη κοντά στη πλατάνα.

Ο Λουφολιάς άρχισε Κηφήνας Κολαντεράς και άλλο υβρεολόγιο για πολλή ώρα που ο πήγαινε πέρα δόθε από την Πλατάνα μέχρι κοντά στο μπαλκόνι του σπιτιού και από πάνω από το σπίτι στο δρόμο. Συνέχιζε το γιουχάισμα που ο άνθρωπος φοβισμένος κλείστηκε μέσα στο σπίτι και περίμενε τα χειρότερα!

Τελικά κατάλαβαν την μ.....α τους και αφού αρχίσαμε και μερικοί άλλοι να διαφωνούμε γι αυτό που γινότανε, δώσαμε 2-3 τσιγάρα στο Λουφολιά και τον σταματήσαμε από το "θέατρο" που είχαν στήσει.

Άλλη μια φορά η σχεδόν ίδια παρέα με την προηγούμενη με την ίδια διαδικασία αφού του δώσανε ένα τσιγάρο, τι αστυνόμος είναι κλπ τον κουρτίσανε να τσακωθεί με το μπάρμπα Νικόλα το Λάλα. ►7

 Ο Λάλας ήταν και αυτός μοναχικός άνθρωπος, πιο κοντός από το Λουφολιά αλλά γεροδεμένος με μεγάλο μουστάκι λίγο αξύριστος και ακούρευτος ντυμένος με μεγάλα παλιόσκουτα,  που άμα τον έβλεπες την νύκτα μπροστά σου και δεν τον ήξερες θα πάθαινες συγκοπή σίγουρα.

Ο Λάλας ερχότανε από το σπίτι του πάνω από την ταβέρνα το Θοδωράκη στη επάνω μεριά της πλατείας του Αγιώργη. Από εκεί του επιτέθηκε ο Λουφολιάς και αφού γίνανε μαλλιά κουβάρια για κάμποση ώρα και οι δυό ματωμένοι βαρειά φτάσανε στις πλατάνες κοντά στη ταβέρνα του Μακαρούνα σχεδόν αναίσθητοι μουγγρίζοντας δυνατά!! 8

Φυσικά η παρέα δεν έκανε τίποτα για να τους σταματήσει αλλά ούτε και μπορούσε να κάνει τίποτα ανάμεσα στα δυό θεριά. Τότε και οι δυο πετσοκόπηκαν και κανένας δεν νίκησε! Ο Λάλας εξαφανίστηκε για κάμποσο καιρό βαρειά πληγωμένος και ο Λουφολιάς πρώτη φορά κατάλαβε ότι κάποιος μόνος του αντιστάθηκε και δεν τον νίκησε, όταν τις έτρωγε από πολλούς δεν τον πείραζε.
 
Αγιάννης,1 το σημείο της πλατείας του Αγιώργη που έγινε ο καυγάς, 2 η ταβέρνα του Θεοδωράκη του Άρχοντα, 3  Οικία Νικόλα Λάλα.
 Ο Λάλας σηκώθηκε και έφυγε πρώτος μόνος του κουτσαίνοντας βαρειά πληγωμένος. Κοίταζε το Λουφολιά προσεκτικά για καλό και για κακό που ήτανε κάτω και μούγγριζε, ήξερε δεν μπορούσε να νικήσει το μεγάλο θεριό.

Άλλη μια φορά στη πλατεία του Αγιώργη ήταν μαζεμένοι όλοι οι καλαμαράδες και πίνανε απογευματινό καφεδάκι τους -καλαμαράδες έλεγαν τους γραμματισμένους Αστρινούς από το καλαμάρι που έγραφαν πριν έχουμε τους στυλούς ΒΙC - καθόντουσαν κάτω από την πλατάνα ή μπροστά στη πόρτα του καφενείου τα βράδια και για ώρες ατέλειωτες τετραγώνιζαν τον κύκλο με τις θεωρίες και ιστορίες τους.

Καλύτερος ήταν όποιος έριχνε πιο πολύ σάλτσα σε αληθινά γεγονότα. Είχαν όλοι μαγκούρες ή κλίτσες και έλεγαν ειρωνικά για να πούνε ότι υπήρχαν πολλοί δάσκαλοι: « άμα απόλαγες μια μαγκούρα θα κτύπαγες καμιά δεκαριά δασκάλους!!» 

Όλοι οι συνταξιούχοι, Αθηναίοι Αγιαννίτες και οι Τσιοπέλοι  (πλούσιοι) από το Άστρος ερχόντουσαν για διακοπές στον Αγιάννη το καλοκαίρι, το έλεγαν μικρό Παρίσι !!
Παίζανε τάβλι και χαρτιά, πρέφα, σκαμπίλι, κουμκάν και μέσα στο καφενείο στα ιδιαίτερα πόκα.

Στον τοίχο του καφενείου έβλεπες σαν διαφήμιση κάπως της χαρτοπαιξίας ...και του βιδάνιου για τον καφετζή του "Τρικ", τον αφορισμού. Ο επίσκοπος - αφόρισε τους δάσκαλους και μαθητές του σχολείου στο Κουτρί γιατί τους πιάσανε να παίζουνε χαρτιά. Αφορισμός των μαθητών της Σχολής του Αγίου Ιωάννου κατά το 1824…

Νάτος καμαρωτός κατέβαινε πάνω από τον Αγιώργη και ο Λουφολιάς και χωρίς να χάσει χρόνο και χωρίς κούρτισμα από κανένα αυτή τη φορά άρχισε να γυρίζει γύρω - γύρω τα τραπέζια που κάθονταν  και από πολύ κοντά τους χούγιαζε:
 « Ου να χαθείτε Κηφήνες, Φαγάδες, Κολαντεράδες χμμμμμμμμ σας έκανα νοικοκυραίους και δεν το εκτιμάτε, πουκαμισάκιδες ….»!!!  Οι περισσότεροι φορούσαν άσπρα πουκάμισα, μούγγριζε πότε - πότε χχμμμμμμμ και τους έφτυνε ...!!!

Κανένας δεν έλεγε τίποτα και περίμενε. Οι πιο μακρινοί μάλιστα χαμογέλαγαν με το θέαμα και κάπως ενθάρρυναν τον Λουφολιά να τους πει και άλλα σε λίγο ξέρανε θα ερχότανε και η δική τους σειρά, σαν ναν το ήθελαν.

Όταν έφυγε από την παρέα του εφέτη Κώστα Δαλιάνη που καθότανε μπροστά στη εκκλησία του Αγιώργη στις μουριές. Ο εφέτης, σαν πιο γραμματισμένος άνθρωπος από τους άλλους είπε στους συγχωριανούς: "Αφήστε τον μην λέτε τίποτα, τόσα  ξέρει τόσα λέει" !! Με άλλα λόγια δεν πειράζει ας μας χουγιάζει… ίσως το χρειαζόμαστε πότε – πότε!

Αφού ξεθύμανε σε όλους τριγύρω ο Λουφολιάς, έφυγε βρίζοντας σιωπηλά τους Κηφήνες προς τις ταβέρνες του Θοδωράκη του Άρχοντα ή στου Αρχοντολιά. ►9 Κάποιος από τους Βλαχαγιαννίτες που δεν πήγαινε στη πλατεία να καθίσει με τους Τσιοπέλους, θα τον κέρναγε κανένα ποτηράκι κρασί.

Ο Λουφολιάς σε φιλική πια διάθεση χαρούμενος και χαμογελαστός, θα τους έλεγε: « Αμδά τους τα είπα στους Κηφήνες καμάρι μου, δώσε μου και ένα τσιγαράκι, τώρα έλα μόνο ένα καμάρι μου. Αυτός ήταν ο Λουφολιάς στις καλές του μέρες.

Ο Λουφολιάς δεν είχε καλές σχέσεις με την εξουσία και πολλοί λέγουν ότι πολλές φορές επισκεπτότανε για ψιλοπράματα και το Παλαμήδι. ►10
Μετά τον άφηναν πάλι για να τον ξαναπιάσουνε αργότερα.

Ένας αδελφικός φίλος και συνάδελφος μούχει πει μια άλλη ιστορία που πήγανε οι χωροφυλάκοι να τον πιάσουνε έξω στα  Κάτω Δολιανά ►11 που έμενε το χειμώνα και αφού τους ξέφυγε και ανέβηκε ψηλά στο βουνό. Τους άρχισε με τις πέτρες και φύγανε κείνη τη φορά φοβισμένοι με άδεια τα χέρια και δεν γύρισαν για πολλά χρόνια. Καταλάβανε ότι δεν μπορούσανε κείνη τη φορά να πιάσουν το Λουφολιά.   
ΣΧΟΛΙΑ ©  Παν. Ι. Δ. Βλαχάκη.
 
►1 Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν << τρελός>> ήταν όπως ακριβώς τον παρουσιάζει ο Γιάννης. Προσωπικά με έχει διδάξει πολλά. Ήταν οπαδός του Διονύσου και του Επίκουρου χωρίς να τους έχει διαβάσει !!! Όταν βάζαμε προστασία οθόνης είχα τα λόγια του σαν μήνυμα και την φωτογραφία του σαν φόντο στον Η/Υ. Αυτό με ξεκούραζε γιατί με γύριζε και με γυρίζει στην παιδική μου ηλικία… Το είδαν κάποιοι μαθητές και με ρώτησαν. Δάσκαλε αυτός με την μαγκούρα είναι ο παππούς σου; Αυθόρμητα τους απάντησα ναι παιδιά μου ήταν, ο παππούς όλων μας… Άντε τώρα να πάρω μια ανάσα για να μην πάρω μαγκούρα και σας κυνηγήσω σε όλο το σχολικό συγκρότημα !!!!! Όπως έκανε ο Λουφολιάς σε εμάς όταν ήμουν παιδί…

►2 Εμπνέει πολλούς ο αξέχαστος Λουφολιάς. Αρκετοί συμπατριώτες μου διηγούνται ιστορίες και μου δίνουν κείμενα. Άλλο ένα κείμενο θα αναρτήσω και τέλος γιατί οι Ιστορίες είναι πάμπολλες και θα κάνω τον ισότοπο μονοθεματικό!!! Ίσως αξιωθώ κάποτε να τις μαζέψω και να σας τις χαρίσω ολοκληρωμένες. Μοναδικός σκοπός μου να ζει στην μνήμη των ανθρώπων μας ο ωριαίος αυτός αυθεντικός άνθρωπος των παιδικών μας χρόνων.
►3 Τρουμπούσκια τεράστιοι κορμοί δένδρων από τον Πάρνωνα. Τους έφερναν οι Αφοί Μπάρλα - Κατσιαναίοι και τους επεξεργάζονταν στην αρκετά δυνατή πριονοκορδέλα τους φτιάχνοντας εγχώρια ξυλεία. Ήταν καλό παιχνίδι για εμάς τα παιδιά. Κάτω κρύβονταν και φίδια εμείς πάνω τους παίζαμε…
►4 Οδυσσέας Χαρ Σούρσος Αγιαννίτης Χασάπης - ταβερνιάρης και αγρότης. Δυνατός, λεβέντης σε όλα του δυστυχώς είναι πολίτης του άλλου κόσμου.
►5 Πάμπολλες είναι ακόμα και από τα γύρω χωριά – Στόλος, Ρουνέικα, Δολιανά- κάποιοι φίλοι μου έχουν διηγηθεί αρκετές. Τον θυμούνται με νοσταλγία και σεβασμό στη μνήμη του. Από τον μακρινό Καναδά μου είπαν δυο φέτος το καλοκαίρι .
 ►6 Ο Οδηγός του λεωφορείου – ένα μερσεντεδάκι 32 θέσεων - ήταν ο Νικόλας ο Φλέτζερης από το Καστρί. Τα μετέπειτα χρόνια έκανε συχνά τη γραμμή Αθήνα Λεωνίδιο με ένα μεγάλο 52αρι.λεοφωρειο μάρκας PEGASUS
 ►7 O Νικόλαος Ευγ. Λαλογιάννης καταγόταν από τη Μελιγού. Μετά τον γάμο του με την Σοφία Γεω. Κουτίβα – Γιάννακα εγκαταστάθηκε στον Αγιάννη. Είχε ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Ο γιός του Βαγγέλης ήταν αγωνιστής της εθνικής αντίστασης και κατόπιν ο ταξιτζής με το Σοβιετικού τύπου αυτοκίνητο Bolga.
 ►8 Από αδημοσίευτο κείμενο μου. « Ο σωματότυπος του ήταν τέτοιος που δεν μπορούσες αν τον πιάσεις εύκολα. Είχε είχε τεράστιες πλάτες και ήταν κοντός. Έσκαβε χρόνια στο Αγροκήπιο.  Ο Λουφολιάς ήταν δυνατότερος αλλά είχε ύψος , κτύπαγε όπου έφτανε …..
 « ….Ο Ένας με το τσεκούρι ο άλλος με τον σουγιά. Πρώτος όρμησε με το σουγιά- Made in Kastri κατασκευής Ιω. Σίτελη- σαν αίλουρος ο Λουφολιάς. Ο Λάλας σήκωσε το βαρύ τσεκούρι και παρ ολίγο να τον τραυματίσει. Το τσεκούρι έπεσε κάτω, πιάστηκαν στα χέρια και προσπαθούσε ο καθένας να πάρει το σουγιά……..»
►9 Ηλίας Κων Άρχοντας ο παππούς ο Αγουρέλιτσας, ήταν Αγρότης,  ταβερνιάρης, εκτροφέας περιστεριών, πρακτικός γιατρός κυρίως σε κατάγματα. Διατηρούσε ταβέρνα στον Aγιάννη και στον Χάραδρο.
►10 ΑΔΙΚΑ πολλές φορές τον είχαν κατηγορήσει  Από αδημοσίευτο κείμενο μου 
« – Μπάρμπα Λιά γιατί δεν χωνεύεις τους τσιοπέλους; τον διέκοψα. μου απάντησε
«– Είναι παλιάνθρωποι, κηφήνες, κολαντεράδες και μεγάλοι φαγάδες. Με κατηγορήσανε και με δικάσανε άδικα πολλές φορές. Θέλουν το άδικο του φτωχού. Ου να χαθούνε…. Να τους εύρη όλους ταμπλάς ζερβόδεξος….»
 ►11 Στα Ρουνέικα είχε ένα καλυβάκι. Αργότερα το έφτιαξε ποιο κοντά στο νομαρχιακό δρόμο Τρίπολης Αστρους. 

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΖΟΥΠ.



Γράφει ο
Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης. . ©

                                Ο ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΖΟΥΠ.
                              " Ο Ντελάλης της πλατείας του Άστρους. "

Εφημερίδεεεεεες ακουγόταν στην πλατεία του Αστρους η βροντερή μπάσα φωνή ο Νικόλα του Κουρόγιωργα ή Ζούπ ή Μανίκα όπως του άρεσε να αυτοαποκαλείτε από το «Μανίκι παιδί !!» ►1 Γεννήθηκε 1942 ήταν ένα από τα πολλά παιδιά του Βερβενιώτη ταχυδρόμου του Κουρόγιωργα. Είχε την ατυχία να αρρωστήσει στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Η φοβερή, καταραμένη αρρώστια τότε δεν αντιμετωπίζονταν με εμβολιασμούς και σακάτεψε πολλά παιδάκια. Στο Νικόλα άφησε αναπηρία στο χέρι…

Ο Νικόλας με έναν ανιψιό του. ►2  

Μόλις έφτανε το λεωφορείο της γραμμής, Αθήνα –Λεωνίδειον,   έκανε γρήγορες συντονισμένες κινήσεις. Σκαρφάλωνε στην οροφή και παρ όλη την αναπηρία του, ξεφόρτωνε σε χρόνο ρεκόρ τις αποσκευές. Συγχρόνως έριχνε για πλάκα τα μπινελίκια του στους οδηγούς του ΚΤΕΛ και σε κάποιους γνωστούς…
Κατέβαινε σβέλτα και από τις μπαγκαζιάρες ξεχώριζε τα βάρια δέματα με τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Καμιά φορά πέταγε στα πόδια του « Παΐσιου »  τα δέματα του άλλου πρακτορείου!
Φορτωνότανε στις πλάτες του τα δέματα, του βάζαμε όπου μας έλεγε το τελευταίο δέμα. Μεγάλο το βάρος !  Διαμέσου της πλατείας τα μετέφερε στο πρακτορείο του + Σπύρου του Χρυσογένη. Φώναζε δυο τρεις φορές με την μπάσα βαριά φωνή του Εφημερίδεεεεεες.
Τον περιμένανε οποίοι αγοράζανε εφημερίδα. Ο μπάρμπα Σπύρος και η σύζυγος του Αννιώ γρήγορα τους εξυπηρετούσαν όλους. Αργότερα τα ηνία ανέλαβε ο Γιάννης...
Ήταν μια κοινωνική συνάθροιση, πολλοί ανυπομονούσαν και ψηλοσπρώχνανε τους άλλους. Στα γρήγορα προμηθεύονταν  τον Αθηναϊκό τύπο. Χαμός με της αθλητικές. Είχαμε ξεφορτωθεί τους Ολυμπιακούς γιατί το Φως το έφερνε ο Παΐσιος !!
Ήταν από τις λίγες φορές που δεν βιαζόμουνα. Διάβαζα τους τίτλους και αν υπήρχαν «ψιλά» αγόραζα. Καθυστερούσα σκόπιμα γιατί μπορεί να διάβαζα την εφημερίδα κάποιου φίλου. Μετρημένοι στα δάκτυλα διαβάζαμε την εφημερίδα στην περιοχή.

Ο Νικόλας απολαμβάνει το τσιγάρο του στην πλατεία του Άστρους.

Ένα άλλο χάρισμα του Νικόλα ήταν τα στιχάκια του με πολλές σόκιν λέξεις. Δεκαετία του 1970 Από το λεωφορείο κατέβηκε μια ευτραφής κυρία ονόματι Αργύρω, μάλλον κατήγετο από τη Μελιγού. Κάποιος καλοθελητής είπε του Νικόλα να την «κράξει». Ο Νικόλας γνώριζε « όλο τον κόσμο» της περιοχής με τα μικρά μας ονόματα. Της βροντοφώναξε έμμετρα : « Στο μ..νι σου  κυρ Αργύρω πασατέμπο θα στο σπείρω……»

 Ένα άλλο που μου το έγραψε ο ψηφιακός μου φίλος ο Μπακούρης το γνωστό  «Στόλος Φούντωμα , Πλατάνα κάθε σπίτι και .π...να ». Προφανώς γνώριζε την καταγωγή του νεαρού τότε συμπατριώτη μας και του το ξεφούρνιζε. Έλεγε και άλλα πολλά τα οποία είναι σόκιν !!!!!!!
Ας γράψω κάνα δυο που μου τα θύμισε άλλος φίλος.

« Έχετε γεια γειτόνισσες και ΄γω ψωλαρμενίζω και τα μ….ά σας να’ν’ καλά και ΄γω ξαναγυρίζω…»

«Σε τούτη τη χούνη στην άλλη χούνη χορεύανε πεντέξι μ…νοι κι της μούτσος με κουδούνι…..!!!»

Δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι. Ο Νικόλας ήταν καλή ψυχή και έπρεπε να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον που του έκανε «μπούλινγκ» και εκείνος της το ανταπέδιδε….

Ένα άλλο «σόου » ήταν οι φωνές και οι καυγάδες με τον εταίρο Βερβενιώτη τον Γιαννάκη τον «Κλάρα!!»  Ρέστο. Όταν το άλλο παιδί ο Κλάρας ή Τζον Κλαρέ κοινωνικοποιήθηκε και έκανε βόλτες στην πλατεία, ο Νικόλας δεν έχανε την ευκαιρία να τον «κράζει» με την μπάσα του φωνή. Άκουγες την κραυγή Κλαραααααας και η απάντηση του Γιαννάκη « Ζιουυυπ».

Οι μάγκες της αγοράς τους έβαζαν να τσακωθούν για να κάνουν πλάκα. Ψιλοκοντράρονταν στα πλαίσια. Μια φορά που το παρατράβηξαν και παρ΄ ολίγο να πιαστούν στα χέρια. Απέσπασα τον Γιάννη με την δικαιολογία «Έλα φύγαμε, ήρθε το φορτηγό, ο Μίμης περιμένει να το ξεφορτώσουμε».
Βεβαίως απάντησε ο αναμάρτητος και με ακολούθησε. Όταν φτάσαμε στο μπακάλικο του Μαχαίρα με στόλισε: « …ιασου …». Είχε καταλάβει το λόγο και δεν το συνέχισε...

 
Νικόλας «Ζούπ» και Γιάννης « Κλάρας» τα μεγάλα παιδιά.

Ο Νικόλας δεν είναι ποια ανάμεσα της να φωνάξει Εφημερίδεεεεες! Το καλοκαίρι του 1976 δούλευα στην κατασκευή του δρόμου Κυβέρι - Λεωνίδιο. Το φορτηγό της εταιρείας έπαιρνε « Καροτσάδα»  τους εργατοτεχνίτες από τον Άγιο Νικόλα και μας πήγαινε στο εργοτάξιο που ήταν στο Παλιόχανο.
Η Μαρία η αδελφή του Νικόλα σφουγγάριζε πρωί πρωί το μωσαϊκό  την αριστερή πλευρά της πόρτας της εκκλησίας. Κάτω ήταν λίγα αίματα είχε μαζέψει τα περισσότερα. Μίλησε με τον πατέρα μου και του είπε τα καθέκαστα αλλά πριν τον προέτρεψε : «Πάρε το παιδί μην δει τα  αίματα… » κατάλαβα και πάγωσα... Ήταν ένα δύσκολο πρωινό για μένα.
Κατόπιν μου εξήγησαν ότι είχε τοποθετήσει μια ψηλή σιδερένια σκάλα για να πιάσει τα πιτσούνια από το στρόγγυλο παράθυρο της εκκλησίας. Η σκάλα γλίστρησε και έγινε το μοιραίο….  Ας αναπαύεται εν ειρήνη.

ΣΧΟΛΙΑ © Παν. Ι.Δ. Βλαχάκη.

►1  Βερβενιώτικη φράση που σημαίνει ψηλό και δυνατό παιδί.
►2  Ευχαριστώ τον ανιψιό του και φίλο μου το Γιώργο Κοντογιαννόπουλο, που μου έστειλε με το ηλεκτρονικό περιστέρι τις Φώτο.