Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΝΟΥΡΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΝΟΥΡΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

ΞΕΔΙΠΛΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΧΡΟΝΟ.



Επιμέλεια
Παν. Ι. Δ. Βλαχάκης

Ο Αγιαννίτης γυμναστής και πρώην δήμαρχος Β Κυνουρίας ο Στράτης ο Δαλιάνης του Σαραντόγιαννη έγραψε ένα βιβλίο που πραγματεύεται θέματα του τόπου μας
Σαν παρουσίαση παραθέτω ένα τμήμα του προλόγου του βιβλίου του.
Δεν είμαι ειδικός στην παρουσίαση βιβλίων απλά αναρτώ τα βιβλία που γράφονται για τον τόπο μας. Με την άδεια του συγχωριανού, συναδέλφου και φίλου Στράτη αναρτώ ένα παλιό κείμενο του που περιγραφεί γλαφυρά την γιορτή της ανάστασης στο ζωντανό τότε χωριό μας. Τα άλλα τα αφήνω στην κρίση του αναγνώστη.

Αγαπητέ Στράτη αν μου επιτρέπεις μια παρατήρηση. Εξοργίζομαι όταν ακούω με ευκολία ότι ο Αγιάννης έγινε πρωτεύουσα της Ελλάδας για 3 μήνες, 42 μέρες για την ακρίβεια. Ήταν η ολιγαρχική κυβέρνηση του μεγαλοκαραβοκύρη Κουντουριώτη. Δυστυχώς εδώ κρύφτηκαν και δεν κυβέρνησαν.....

«Θέλω να είμαι ακριβοδίκαιος, για ποια κυβέρνηση μιλάμε; Ο Πάνος Ζαφειρόπουλος ο Άκουρος και αδελφός του Κων/νος πάσχιζαν να συμφιλιώσουν τους ραγιάδες. Ο Γέρος του Μοριά έστελνε γράμμα στον Άκουρο που του έλεγε να μεταχειριστεί ακόμα και βία για να στρέψει τους ραγιάδες κατά των εχθρών… .η Κυβέρνηση από το δροσερό Αγιάννη έστελνε γράμματα που δίχαζαν τους εν δυνάμη Έλληνες και μοίραζε τα «Δάνεια της Αγγλίας» στους ημέτερους της. Η ταπεινή μου άποψη μου στο :


Το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου και να το καταμερίσω σε τέσσερις ενότητες με τα παρακάτω θέματα:

1) Η πρώτη ενότητα αφορά μια μικρή αναφορά στην ιστορική διαδρομή του χωριού μου, του Αγιάννη, όπως και την παρουσίαση όλων εκείνων των στοιχείων που αναδεικνύουν το χωριό μας σε ένα χώρο πανελλήνιας εμβέλειας, ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον αγώνα κατά της Τουρκικής σκλαβιάς το 1821. Τα ιστορικό στοιχεία που αναφέρονται για τον Αγιάννη και τη διαχρονική πορεία του προέρχονται από αξιόπιστες πηγές και από συγγράμματα που έχουν γραφεί από ιστορικούς, φιλολόγους και άλλους επιστήμονες, που έχουν ασχοληθεί με την ιστορία του τόπου μας.

 
         Εξώφυλλο του βιβλίου.

Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στον ευλογημένο αυτό τόπο, τα ιστορικό και θρησκευτικό μνημεία, που μαρτυρούν τις μεγάλες δόξες που λάμπρυναν και σηματοδότησαν την πορεία αυτού του τόπου, είναι η ιστορία μας όλη.
Όλα αυτό λοιπόν μαζί με τις ομορφιές της φύσης, που μεταμορφώνεται μαγευτικό καθώς αλλάζουν οι εποχές, τα γάργαρα νερό του Προδρόμου και του Σουληναριού, τα κελαηδήματα των αηδονιών στους μύλους του Κορδώνη, του Μακαρούνα, του Τουρή και του Γιωργουλή με οδήγησαν να ασχοληθώ και να γράψω αυτό το βιβλίο.

2) Η δεύτερη ενότητα αφορά άρθρα μου που έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα έντυπα επαρχιακού και κεντρικού τύπου. Προεξέχοντα βέβαια ρόλο έχει παίξει η εφημερίδα ΚΥΝΟΥΡΙΑ, η οποία ήταν πάντα συναγωνιστής και συνοδοιπόρος στα προβλήματα της περιοχής μας.

3) Η Τρίτη ενότητα αφορά ένα δύσκολο εγχείρημα για μένα, αφού αποτελεί αυτοβιογραφικό κείμενο, το οποίο προσπάθησα να είναι αντικειμενικό και να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα της ζωής μου. Και τούτο το έκανα, όχι γιατί αφορά κανέναν το βιογραφικό το δικό μου, αλλά διότι θεωρώ πως, ο καθένας μας, που έχει διαχειριστεί δημόσια πράγματα, πρέπει να λογοδοτεί και να κρίνεται για ό,τι έκανε και για ό,τι δεν μπόρεσε να κάνει.

4) Η Τέταρτη ενότητα, αφορά γνώμες - απόψεις και κριτικές των Μ.Μ.Ε για την πορεία και την λειτουργία του Δήμου Β. Κυνουρίας κατά την περίοδο της Δημαρχιακής θητείας μας.


Στρατής Δαλιάνης
Καθηγητής Φυσικής Αγωγής.

 ΛΑΜΠΡΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΑΝΝΗ.

 Λαμπρή! Η μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης πλησιάζει
Η φύση σ' όλο της το μεγαλείο, μαγεμένη από τις ομορφιές της άνοιξης, υποδέχεται κι αυτή το ανέσπερο φως, που ανατέλλει με την Ανάσταση του Κυρίου.
Εξαγνισμένες οι ψυχές των ανθρώπων από το μεγάλο Μαρτύριο του Χριστού, συμμετέχουν στη μεγάλη γιορτή, που σηματοδοτεί τη μεγάλη νίκη της ζωής προς το θάνατο.

Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος, λέει ο εθνικός μας ποιητής και οι μνήμες μας γυρίζουν πίσω, τότε που παιδιά περιμέναμε το Πάσχα για να γιορτάσουμε τη μεγάλη στιγμή, που θα έφευγε το σκοτάδι και τη θέση του θα έπαιρνε τα φως.
Μνήμες πολλές και ποικίλες, αφού ο γιορτασμός του Πάσχα ήταν πολύ διαφορετικός από την εποχή που ζούμε. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις προετοιμασίες, που γίνονταν ένα μήνα πριν για το μεγάλο αυτό γεγονός!

Θυμάμαι με νοσταλγία τα χρόνια εκείνα στον Αγιάννη. Κι ας μην είχαμε καινούρια ρούχα και παπούτσια, κι ας μην είχαμε τα καλούδια, που σήμερα διαθέτουν όλα τα σπίτια, κι ας μην μας περίμεναν λαχταριστά τσουρέκια και οι πολύχρωμες λαμπάδες.
Υπήρχε ψυχική ηρεμία. Υπήρχε αγάπη για το συνάνθρωπο. Υπήρχαν αληθινές ανθρώπινες σχέσεις, που τις νιώθαμε όλοι μας.
Ένα κόκκινο αυγό κι ένα απλό κεράκι και η οικογένεια κινούσε για την εκκλησία του Προδρόμου, όπου θα γινόταν η Ανάσταση.

Ο μακαριστός παπα-Γεωργουλής, με τη σεβάσμια μορφή του και με τη λαμπάδα στο χέρι, περίμενε τους χριστιανούς για να μοιράσει την ελπίδα που ερχόταν σε λίγο με την ανάσταση του Χριστού. Κι έπειτα, από την Ωραία Πύλη, με τη γλυκιά φωνή του έψελνε το "Χριστός Ανέστη" και έστελνε το μεγάλο μήνυμα: Ο Άδης ενικήθη!
Έλαμπε ολόκληρη η εκκλησία τη στιγμή εκείνη. Λες και χαμογελούσαν οι Άγιοι στις εικόνες, χαιρόνταν οι πιστοί και αγκαλιαζόνταν κάτω από το φως των κεριών, λέγοντας Χριστός Ανέστη.
  
Εμείς, τα παιδιά, βρίσκαμε την κατάλληλη στιγμή και ρίχναμε τα τραπακλίκια και τα βαρελότα για να γιορτάσουμε το μεγάλο γεγονός και να στείλουμε το μεγάλο μήνυμα απέναντι στο Καλογεροβούνι, στα Αστραπάλωνα, στα Μεσιανά, στον Άγιο Δημήτρη και στο Θεολόγο, για να τα ακούσουν οι τσοπάνηδες που έστεκαν εκεί ακοίμητοι τη μεγάλη αυτή νύχτα.

Κι ο μπάρμπα Τάσης ο Αλουπογιάννης, ο ψάλτης του χωριού (μαζί με τον Μανεστρόγιαwη), μάς κυνηγούσε, γιατί του χαλάγαμε τη φωνή με τους καπνούς. Τη στιγμή εκείνη έπρεπε να δείξει όλο της το μεγαλείο.

Ακούγονταν τα αηδόνια από το μύλο του Μακαρούνα και του Γεωργουλή και τα νερά του Προδρόμου κελάρυζαν κι έσμιγαν με τον ήχο των τροκανιών, που ακούγονταν από το Καλογεροβούνι απέναντι, από τα γίδια του Τάση του Μελά, που κάνανε το νυχτοβόσκι τους.

Αλήθεια τι μεγαλείο! Με τα κεριά στα χέρια ανηφορίζαμε στην κοτρόνα του Τσολάκια για τον Αγιώργη να ανάψουμε κι εκεί τα καντήλια με το Θείο φως. Ύστερα τρέχαμε για τα σπίτια μας, όπου μας περίμενε η μαγειρίτσα, φτιαγμένη από τα χέρια της μάνας.

Κι αγνάντια στο κοιμητήρι του Αγιάννη, στην Αγία Παρασκευή, γλιστρούσαν σκιές μέσα στο σκοτάδι, άνθρωποι δύο-δύο, που πήγαιναν για να ανάψουν το καντήλι εκείνων, που είχαν φύγει, με το Αναστάσιμο φως.

Την άλλη μέρα, λαμπροντυμένο το χωριό, έλαμπε και ζούσε σ' όλο του το μεγαλείο. Φωτιές στις αυλές, σούβλες, ψησταριές παντού. Οι φούρνοι κάπνιζαν και τα γλέντια έδιναν κι έπαιρναν.
Ο Σάκκας με την πίπιζα, ο Λάμπης με το τύμπανο, ο Μαρινάκος με το βιολί, ο Δραπέτης με το λαούτο, ο μπάρμπα Πάνος ο Κατσιανός, ο Θρασύβουλος με τη φλογέρα, ο Βασιλείου κ.α., ακροβολισμένοι από τη Μούσγα μέχρι του Μαστραπά, διασκέδαζαν τον κόσμο για τη μεγάλη τούτη μέρα.

Ήταν το επιτελείο των οργανοπαικτών του Αγιάννη, άνθρωποι απλοί, ερασιτέχνες και παραδοσιακοί στο είδος τους, που έχουν γράψει ιστορία στα γλέντια του χωριού μας.
Τα βαρέλια αναστέναζαν την ημέρα εκείνη, όπως και τις επόμενες, γιατί το γλέντι κρατούσε 2-3 μέρες, λόγω κα του Αγιωργιού πολλές φορές. Φύσαγε η φουστανέλα και οι λυγερόκορμοι νέοι συναγωνίζονταν ποιος θα είναι πιο όμορφος.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το τσάμικο του Μήτσου του Παυλή (Μαυριά) και του Νίκου του Κανέλια. Ποιος θα ξεχάσει όλους εκείνους τους νέους, που έπαιρναν μέρος στις γιορταστικές αυτές εκδηλώσεις, που μετά το κάψιμο του lούδα στην αγορά του Άη Γιώργη, ξεφάντωναν και οι νέες του χωριού κρυφοκοιτούσαν ντροπαλές και ονειρεύονταν το δικό τους ταίρι.

Δεν ξεχνιόνται ποτέ αυτά τα γεγονότα. Είναι μνήμες χαραγμένες βαθιά μέσα μας, είναι βιώματα παιδικά σε όλους μας, είναι όλα αυτά που μας κάνουν να αγαπάμε το χωριό μας, είναι η φωνή που ακούμε καθημερινά μέσα μας.


Ο Σαραντόγιαννης έξω από την ταβέρνα σε μεγάλη ηλικία με την σύζυγο του και τις γειτόνισσες. Φωτ ΔΑΒΑΡΟΥΚΑΣ.



Μην αφήνετε τα χωριά σας. Γυρίστε πάλι στον τόπο που σας γέννησε. Μην αφήνετε τους πατρογονικούς τάφους να χορταριάσουν. Δώστε πνοή και ζωή σε όλα τα χωριά μας. Οδηγείστε τα παιδιά σας στον τόπο που γεννηθήκατε, διηγηθείτε τους τα παιδικά σας κατορθώματα. Κάνετέ τα να αγαπήσουν το πατρικό τους σπίτι και παραδώστε τους την παράδοση, που βρήκατε από τους γονείς σας.

Μόνον έτσι, με την επιστροφή των παιδιών μας στις ρίζες, θα μπορέσουμε να τα θωρακίσουμε και να τα διαφυλάξουμε από τους κινδύνους που εγκυμονούν καθημερινά για την προκοπή τους, την κοινωνική τους υπόσταση, αλλά και για τη ζωή τους ακόμη πολλές φορές.  

                                                                                            ΚΥΝΟΥΡΙΑ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1997

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΟΣΜΟΓΙΑΝΝΗΣ.




Επιμέλεια 

Παν. Ι. Δ. Βλαχάκης.

Ο δάσκαλος Βασίλης Ιωαν. Κοσμάς τύπωσε το βιβλίο του «Κοσμόγιαννης» . Αναφέρετε στην ζωή και στην καλλιτεχνική δράση του πατέρα του. Ιωάννη Βασ. Κοσμά.
 Ο δάσκαλος μόνος του ετοίμασε το βιβλίο, το παρέδωσε στον τυπογράφο και το κυριότερο στις δύσκολα οικονομικά μέρες το δωρίζει στους φίλους του πατέρα του που σήμερα είναι υπέργηροι και  στους δικούς του φίλους.
Εξώφυλλο του βιβλίου.

Ο «Κοσμόγιαννης ήταν ένας ποιητής Αριστοφανικός μέσα στο χρόνο. Ποιητής ,ηθοποιός, μουσικός γύφτος και καραμουζιάρης !!!! Χορευταράς και μεγάλος Πουτ…ράς κατά τα λεγόμενα του. Ήταν λαϊκός καλλιτέχνης με όλη την σημασία του όρου.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που πέθανε ο μπάρμπα Γιάννης αλλά όσοι τον γνώρισαν και άκουσαν τα ποιήματα του, τον χαρακτηριστικό τρόπο που έπαιζε την αρχέγονη πίπιζα και το παίξιμο του στους ερασιτεχνικούς θιάσους του Καστριού, τον θυμούνται με θαυμασμό και τον μνημονεύουν.
Γνώρισα τον «Κοσμόγιαννη» μέσα από τις ταινίες- κασέτες και τώρα τα cd. Τα ποιήματα του τα απάγγελε στις ταβέρνες και στις παρέες του ακόμα και σε αρραβώνες και γλέντια. Σε κάποια σημεία τα εξηγούσε με λόγια και φιλοσοφούσε με τον τρόπο του: «…Εσείς στην Αμερική ούτε γαϊδούρα δεν αφήσατε ! τα λεφτά της Αμερικής… να προσέχετε τις γυναίκες σας και να τις πάρετε μαζί σας ». Σε άλλο σημείο βάζει στη θέση τους τις αγιοκόρες και τους ψευτοθρησκευόμενους.
Ο «Κοσμόγιαννης» έγραφε και απάγγελε κυρίως σατυρικά ποιήματα. Δεν μασάγε τις λέξεις και τις έλεγε με το όνομα τους. Έγραψε και άλλα ποιήματα θρησκευτικού και πατριωτικού περιεχομένου στην μετεμφυλιακή εποχή. Έπαιζε σε όλες σχεδόν τις θεατρικές παραστάσεις, σκορπούσε το γέλιο και απολάμβανε τον θαυμασμό των συγχωριανών του.
Ο Βασίλης περιγράφει γεγονότα από τη ζωή του πατέρα του που το κύριο επάγγελμα του ήταν« γύφτος» - γύπτος έλεγε ο «Κοσμόγιαννης». Περιγράφει τον τρόπο που κατασκεύαζε τα μαχαιριά, τους φημισμένους «Κοσμογιαννέικους» σουγιάδες, τα ψαλίδια, και τα διάφορα εργαλεία.
Το βιβλίο έχει εξαντληθεί ελπίζω να ξαναβγεί με κάποιο τίμημα για να το προμηθευτούν οι φίλοι της σάτυρας, οι θαυμαστές του λαϊκού Αριστοφανικού και όχι μόνο αείμνηστου Κοσμόγιαννη.

 Εσμέ με τον Γιώργο Ιατρίδη.  

Χρωστάμε μια παρουσίαση για το βιβλίο του Βασίλη. Υπάρχει σχεδόν έτοιμο το υλικό.
Έχω αναρτήσει και άλλη φορά σατυρικά- σόκιν- ποιήματα του αειμνήστου «Κοσμόγιαννη». Κατά τη γνώμη ενός απλού αναγνώστη αξίζει τον κόπο να διαβάστε το πόνημα του Βασίλη.
 Με την άδεια του φίλου μου του Βασίλη- τον οποίο ευχαριστώ που μου χάρισε το βιβλίο – δεν θα αναρτήσω ποίημα αλλά ένα κείμενο του που μας θυμίζει τα παιδικά μας χρόνια.

Διαβάζει ευχέλαιο ο κερατάς...
                                                  Απόσπασμα

Όταν ήμουν μικρός κυκλοφορούσαν διάφορα περιοδικά που σε μας τα παιδιά άρεσαν πολύ. Μικρός Ήρωας, Μικρός Σερίφης, αλλά και άλλα με αστυνομικές ιστορίες, όπως το Μυστήριο. Και άλλα με κοσμικό περιεχόμενο, όπως Ρομάντζο, Ντομινό κλπ. Ότι έπεφτε στα χέρια μας Μονορούφι τα διαβάζαμε, είχανε ιστορίες που εξίταραν τη φαντασία μας, μας άρεσαν, όπως είπα, πολύ. Παρατάγαμε τα μαθήματά μας και διαβάζαμε αυτά. Όταν έπεφτε τέτοιο περιοδικό στα χέρια μας, τα παρατάγαμε όλα και αφοσιωνόμαστε ολοκληρωτικά σε αυτά.

Το να παρατάς όμως τα μαθήματά σου, εκείνη την εποχή, και να διαβάζεις τέτοια περιοδικά ήταν μεγάλο παράπτωμα. Ήταν απαγορευμένα από τους γονείς μας και γενικά από την κοινωνία των μεγάλων. Κρυβόμασταν λοιπόν εμείς τα παιδιά για να διαβάσουμε αυτά τα περιοδικά. Σκαρφιζόμαστε διάφορα κόλπα για να μπορέσουμε να τα διαβάσουμε.

Ένα μεσημέρι λοιπόν, στο κρεβάτι στη σάλα μας, διάβαζα Μυστήριο. Περιοδικό με αστυνομικές ιστορίες Είχα βάλει απέξω ένα σχολικό βιβλίο και από μέσα το περιοδικό. Μπράβο, παιδί μου, τι διαβάζεις; Ιστορία, απαντάω εγώ. Αλλά κάτι φαίνεται δεν έκανα σωστά. Αφοσιώθηκα πάρα πολύ στο διάβασμα. Διάβαζα πολύ ώρα, πράγμα αφύσικο. Κανονικά το διάβασμά μου ήταν πέντε με δέκα λεπτά. Τόση πολύ ώρα διάβασμα; Κίνησα την υποψία του πατέρα μου. Ρε αυτός, κάτι άλλο κάνει, κάτι πονηρό, σκέφτηκε. Έρχεται σιγά-σιγά, με τσακώνει.

Ο Βασίλης σε νεαρή ηλικία.

-Ρε κερατά, τι είναι αυτό που διαβάζεις; Μας κοροϊδεύεις; Αντί να διαβάζεις τα μαθήματά σου, διαβάζεις αυτά τα πράματα.

Μπαίνει στο χορό και η μάνα μου, γίνεται μεγάλη φασαρία σπίτι, σε στέλνουμε σχολείο να μάθεις γράμματα και συ μας κοροϊδεύεις, ρε γαϊδούρι, ρε έτσι, ρε αλλιώς και δος του και μπήχτου, δε θυμάμαι αν έφαγα και ξύλο.

Μετά από μερικές μέρες, μου λέει ένας καθηγητής στο σχολείο:

-Ρε Κοσμά, τι είναι κείνο το Ευχέλαιο που διαβάζεις;

-Ευχέλαιο; Τι Ευχέλαιο κ. καθηγητά, δε διαβάζω κανένα Ευχέλαιο εγώ. Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε!

-Ρε παιδί μου, απάντησα τον πατέρα σου και μου είπε ότι παρατάς τα μαθήματά σου και διαβάζεις Ευχέλαιο.

-Δεν ξέρω κ. καθηγητά, έκανα τον ανήξερο εγώ. Γιατί η ανάγνωση τέτοιων περιοδικών, τότε, είχε και τιμωρία από το σχολείο γιατί ήταν μεγάλο παράπτωμα.

Τι συνέβη όπως έμαθα αργότερα. Απάντησε ο Κοσμόγιαννης τον καθηγητή στο δρόμο και τον ρώτησε:

-Πώς πάει ο Βασιλάκης μου;

-Είναι καλός, αλλά θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερος, έχει δυνατότητες αλλά δε διαβάζει όσο πρέπει.

-Ρε τον κερατά, τον έπιασα προχτές που διάβαζε Ευχέλαιο.

Μπέρδεψε το Μυστήριο με το Ευχέλαιο. Και το Ευχέλαιο, Μυστήριο είναι...


Τρίτη 24 Μαΐου 2016

ΜΙΑ ΖΩΗ ΤΙΜΙΟΣ.





Γράφει ο Άγγελος Ρηγόπουλος
 Συγγραφέας Διδάκτορας Παν Αθηνών.
Απόσπασμα από το Βιβλίο του « η αποσύνθεση των ειδώλων»

        
Τώρα θα σου πω για τα φοιτητικά μου χρόνια. Ή, καλύτερα, ας πάρω τη ζωή μου από την αρχή.
Τα πρώτα μου χρόνια τα πέρασα στο Παράλιο Άστρος, το μικρό, αλλά πανέμορφο αυτό χωριό της Αρκαδίας. Το διώροφο, πέτρινο σπίτι ήταν μπροστά στη θάλασσα - να φανταστείς, τον χειμώνα το κύμα έφτανε μέχρι τον τοίχο. Το χωριό με χωματόδρομους, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, μ' έναν δάσκαλο για όλες τις τάξεις, που δεν εννοούσε ν' αφήσει από το χέρι τον χάρακα.

Δύσκολα εκείνα τα χρόνια, πόλεμος, κατοχή, πείνα, αντάρτικο, ξυπολυσιά, για το κρύο το μαγκάλι, η τσάντα για το σχολείο φτιαγμένη στο χέρι από πανί, αντί για τόπι δεμένα κουρέλια, βγάζαμε μέλι από τα χαρούπια, στα χωράφια μαζεύαμε πελεκούδια για το μαγκάλι. Θυμάμαι μια φορά που έψαχνα να βρω ψωμί, άνοιξα την ντουλάπα της κουζίνας, πάτησα στο πρώτο ράφι για να φτάσω να κοιτάξω στο πάρα πάνω, ανέβηκα άλλο ένα, τίποτα φαγώσιμο, απογοήτευση και γουργουρητό, η κατοχή είχε ρημάξει τα πάντα.

Με την υποχώρηση των Γερμανών μία μονάδα τους πέρασε κάποια νύχτα από το χωριό, πήραν τον πατέρα μου για να τους δείξει τον δρόμο. Μέχρι
εκείνος να ντυθεί, η μητέρα μου με ορμήνεψε κι έκανα τον άρρωστο. Εκείνοι δε με λυπήθηκαν. Είχε και μία χρυσή λίρα, την πρόσφερε στον Γερμανό αξιωματικό, δεν τον δελέασε, ήταν ευγενικός, της υποσχέθηκε πως θα άφηνε τον πατέρα μου να γυρίσει σώος, να μην ανησυχεί. Και τον άφησε. Αλλά ποιος μπορούσε να είναι βέβαιος για οτιδήποτε; Στον γυρισμό ο πατέρας μου, όπως μας διηγήθηκε μετά, έτρεμε τους αντάρτες, αν τον έπιαναν θα τους έλεγε την αλήθεια αλλά θα πίστευαν πως τον πήραν οι Γερμανοί με το ζόρι ή θα τον θεωρούσαν συνεργάτη τους;

                                           Η αποσύνθεση των ειδώλων.
 Μετά, άρχισε η επανάσταση και μετά ο εμφύλιος. Μία οι αντάρτες στο χωριό, μία ο στρατός, μία οι άρτια εξοπλισμένες ομάδες που έφτιαξαν οι δωσίλογοι και οι ταγματασφαλίτες για να κυνηγήσουν τους αριστερούς. Το σπίτι ήταν στον κεντρικό δρόμο, μεγάλο, διώροφο. Από τη μία πλευρά του επέβλεπε όλο το λιμάνι και την παραλία, το επιτάσσανε όλοι για όσον καιρό θα μένανε στο χωριό. Η μάνα μου μού είχε μάθει να τραγουδάω δύο τραγούδια, το ένα για τον βασιλιά, το άλλο για τους αντάρτες και τα τραγουδούσα ανάλογα με την περίσταση. Μέχρι που μια φορά μου έδωσε μια ανάποδη στο στόμα επειδή άρχισα να τραγουδάω το αντίθετο από αυτό που έπρεπε.

Όταν έρχονταν οι αντάρτες στο χωριό υποχρέωναν τον πατέρα μου να τους κάνει τον ταμία επειδή ήταν διαχειριστής στο Δημόσιο Ταμείο. Και όταν τελείωσε ο εμφύλιος οι νικητές ζητούσαν εξηγήσεις γιατί συνεργάστηκε μαζί τους λες και θα μπορούσε ν' αρνηθεί!

Αλλά τι να του κάνω, το κεφάλι του τα έφταιγε. Μια ζωή τίμιος, περίμενε να του πουν μπράβο! Μία ευκαιρία βρέθηκε στη ζωή του να γίνει πλούσιος και την κλώτσησε. Και του ζητούσαν και τα ρέστα μετά!

Πριν από την πληρωμή των μισθών και των συντάξεων πήγαινε στο Ναύπλιο με το καΐκι, μια και δεν υπήρχε τότε άλλος δρόμος, κι έπαιρνε από την τράπεζα το απαιτούμενο ποσό. Το Δημόσιο Ταμείο ήταν πάρα δίπλα από το σπίτι μας, τα κτίρια επικοινωνούσαν με την ταράτσα ενός ενδιάμεσου σπιτιού. Πολλές φορές, για να καταλάβεις, όταν ήθελα να πάω στο γραφείο του, πήδαγα από το παράθυρο μας στην ταράτσα κι αυτός με τραβούσε στο γραφείο από το δικό του παράθυρο. Άλλοτε, η μάνα μου έβγαινε στο παράθυρο και τον ρώταγε «Τι να φτιάξω το μεσημέρι για φαί;»

                                 Παρ Άστρος Φώτο θυρεατις γη. .
  Όταν, λοιπόν, μια φορά μπήκαν οι αντάρτες στο χωριό πήγαν στο Ταμείο, ζήτησαν τα χρήματα, ήξεραν πότε γίνεται η πληρωμή και τη διαδικασία της παραλαβής τους από το Ναύπλιο. Ο παππούς σου, με το που κατάλαβε πως μπήκαν στο χωριό, πέρασε τα δύο τσουβάλια με τα χρήματα στο σπίτι μας από το παράθυρο χωρίς να καταλάβει κανένας τίποτα. Έτσι, όταν εκείνοι του ζήτησαν ν' ανοίξει το χρηματοκιβώτιο δε βρήκαν παρά ελάχιστα χρήματα.
-Δεν έχω χρήματα γιατί δεν πήραμε από το Ναύπλιο, απάντησε Ψύχραιμα στην ερώτησή τους «Πού είναι τα λεφτά, συναγωνιστή;»,
-Συναγωνιστή, αύριο είναι μέρα πληρωμής, τα λεφτά πρέπει να τα πήρες από προχτές, είπαν οι αντάρτες.
-Ναι, αλλά δεν πήγε το καΐκι γιατί είχε τρικυμία, δε βλέπετε τι γίνετε έξω; Αν φτιάξει ο καιρός, θα πάω αύριο,

Δε το έψαξαν το ζήτημα, βιάζονταν να φύγουν μην έρθει ο στρατός, έκαψαν τα χαρτιά για ν' αλαφρώσουν τους φορολογούμενους από τα χρέη τους στην Εφορία, μάζεψαν τρόφιμα, έβγαλαν λόγο στην πλατεία και έφυγαν.

Θαύμασε τώρα! Ο παππούς σου, ο ξύπνιος, πήρε τα δυο τσουβάλια, που με το περιεχόμενό τους θα μπορούσαμε όχι μόνο να μην ξαναπεινάσουμε αλλά και να ζήσουμε ζωή χαρισάμενη, και τα γύρισε στο Ταμείο, Οι αντάρτες δεν άφηναν απόδειξη για τα λεφτά που έπαιρναν, όπως είπε πως του πήραν τα λίγα που βρήκαν στο χρηματοκιβώτιο, το ίδιο θα μπορούσε να πει πως τα πήραν όλα όπως θα έκανε, ας πούμε, ένας... βουλευτής!

Δεν ξέρω, ίσως εκείνη η γενιά να ήταν από άλλη πάστα. Σήμερα, αν ακούγαμε για κάποιον να κάνει κάτι τέτοιο- λέω- αν θα τον πηγαίναμε κατευθείαν για ζουρλομανδύα!

Από την άλλη πλευρά τώρα, οι άλλοι, οι κομμουνιστές, έλεγαν πως δεν έκαναν επιστράτευση, λες και στις περιοχές που κατείχαν αυτοί ο κόσμος πήγαινε μαζί τους στα βουνά και στις μάχες πετώντας από χαρά! Και το ισχυρίζονταν ακόμα και μετά από πολλά χρόνια - θα σου πω και γι' αυτό πάρα κάτω.

Λίγο πριν από το τέλος του εμφυλίου ο στρατός κατέλαβε το χωριό και το έκανε ορμητήριό του. Κάθε τόσο έκανε επιδρομές στα γύρω βουνά και τα χωριά. Μια φορά ο δάσκαλος μάζεψε όλες τις τάξεις και μας μίλησε:
«Ο ένδοξος στρατός μας έπιασε κάτι παλιοκουμμουνίστριες και θα τις περάσουνε από δω μπροστά. Θα βγούμε στο δρόμο και σεις θα τις φτύνετε, θα τις βρίζετε, θα τους πετάτε πέτρες.»
             Αυτή ήταν η διαπαιδαγώγηση μας!

Όχι, δεν ξύνω πληγές. Αυτές έχουν πια επουλωθεί. Κι αν έχουμε μείνει κάποιοι λίγοι, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ζήσαμε αυτή την περίοδο, σε λίγον καιρό θα έχουμε φύγει κι εμείς κι έτσι κι εσείς και οι επόμενες γενιές θα διαβάζετε και θα φρίττετε με τα τότε γεγονότα και θα γελάτε με το μέγεθος της βλακείας μας, που μας έφτασε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο οδηγούμενοι από τους ξένους παράγοντες.
 Γι' αυτό χρειάζεται η καταγραφή και η εξιστόρηση των γεγονότων από όποια πλευρά τη βλέπει ο καθένας, ώστε ο αυριανός ιστορικός να μπορέσει να εντρυφήσει στα όσα τότε συνέβησαν και να βγάλει τα συμπεράσματά του. Γιατί, μπορεί να λέμε ότι την ιστορία πάντα τη γράφουν οι νικητές, όμως δεν μπορούν και να την κουκουλώσουν για πάντα θάβοντάς τη στο Ψέμα.

Κάναμε, λοιπόν, ό,τι μας είπε ο δάσκαλός μας. Θυμάμαι τρεις γυναικείες φιγούρες, αδύνατες, με τα χέρια δεμένα πίσω, στην πλάτη, ξυπόλυτες στον τραχύ χωματόδρομο, με ρούχα ξεσχισμένα, με μαλλιά ανακατεμένα, λασπωμένες, βρώμικες, ματωμένες, δεμένες μ' ένα σχοινί η μία πίσω από την άλλη.

Με συγχωρείτε γενναίες αγωνίστριες, το σημερινό δάκρυ μου δεν μπορεί ν' απαλύνει τον τότε πόνο σας, το ξέρω, αλλά παιδιά ήμασταν, δεν είχαμε καμία απολύτως συνείδηση των λόγων και των πράξεών μας, άλλοι μας οδηγούσαν, άλλοι ήταν οι υπεύθυνοι. Όταν εσείς πολεμούσατε τον κατακτητή, όταν εσείς πολεμούσατε για να μας χαρίσετε την ελευθερία, οι μανάδες μας στροβιλίζονταν στον ρυθμό των βαλς του Στράους με τους Γερμανούς, τους δωσίλογους, τους ταγματασφαλίτες και τους μαυραγορίτες.


                           Ροζ ιστορίες σε πορφυρό κοιτώνα (ιστορικό) .
 Και άλλοι πολλοί πρέπει κάποτε να ζητήσουν συγγνώμη για όλα εκείνα τα εγκλήματα που τότε διέπραξαν. Κι αν αυτοί έχουν "φύγει" από τη ζωή, πρέπει να το κάνουν οι απόγονοι και οι κληρονόμοι τους. Βέβαια, είναι πάρα πολύ δύσκολο να πεις εκείνη τη φοβερή, ταπεινωτική φράση «Συγγνώμη, έγιναν εγκλήματα, έγιναν φοβερά λάθη ». Αλλά πρέπει κάποτε να γίνει, όσο κι αν αυτό είναι ταπεινωτικό και κοστίζει στον εγωισμό…….. 

Βιογραφικό σημείωμα
Γεννήθηκα το 1939 στην Αθήνα. Κατάγομαι από το Ζυγοβίστι της Γορτυνίας. Τα δέκα πρώτα παιδικά μου χρόνια τα έζησα στο Παράλιο Άστρος. Επειδή ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος έζησα ένα χρόνο στο Ναύπλιον και δύο χρόνια στο Άργος. Τελείωσα το γυμνάσιο Μελιγαλά και σπούδασα σε δύο σχολές του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Μετά από συμμετοχή μου σε διαγωνισμό του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών για μεταπτυχιακές σπουδές πήρα την πρώτη θέση. Ειδικεύτηκα στη Γναθοπροσωπική Χειρουργική. Έλαβα τον τίτλο του διδάκτορος του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετεκπαιδεύτηκα στη Γερμανία και θήτευσα στη Γναθοπροσωπική Χειρουργική του Πανεπιστημίου Αθηνών για μία δεκαετία. Υπήρξα τακτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής και της Στοματολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Από τα γυμνασιακά μου χρόνια άρχισα να γράφω και να συνεργάζομαι με διάφορα περιοδικά κι εφημερίδες. Το 1968 δημοσίευσα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Είμαι τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών. Εκτός από τις αυτοεκδόσεις, βιβλία μου εκδώσανε οι Οίκοι «Γκοβόστης», «Αφοί Ντουντούμη» και «Νέα Σύνορα-Λιβάνης». Σήμερα όλα τα βιβλία μου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον».


                         Η χαμένη αθωότητα μιας πόρνης (ιστορικό-πολιτικό)
 Διακρίσεις: 2ο βραβείο διηγήματος από την Εταιρεία Ελλήνων Ιατρών Λογοτεχνών. Τιμητικό δίπλωμα από την Αδελφότητα των Μελιγαλαίων. Χρυσό Μετάλλιο Πνευματικής Αξίας Α΄ Τάξεως από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών.
ΕΡΓΑ ΜΟΥ
1)  Κάπως Έτσι… (μυθιστόρημα)
2)  Ξαφνικά τον είπανε τρελό (μυθιστόρημα)
3)  Ο δειλός (μυθιστόρημα)
4)  Κραυγές (διηγήματα)
5)  Η μεταξένια ευαισθησία της αξιοπρέπειας (μυθιστόρημα)`
6)  Οι γυναίκες λένε πάντα ψέματα (μυθιστόρημα)
7)  Έρως ερήμην (μυθιστόρημα)
8)  Ο παράδεισος είναι απέναντι (διηγήματα)
9)  Ροζ ιστορίες σε πορφυρό κοιτώνα (ιστορικό)
10) Η αποσύνθεση των ειδώλων (αυτοβιογραφικό)
11) Οι Συστημάνθρωποι (διηγήματα)
12) Η χαμένη αθωότητα μιας πόρνης (ιστορικό-πολιτικό)
 Το μυθιστόρημα «οι Γυναίκες λένε πάντα ψέματα» (2000) κυκλοφόρησε και από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα-Λιβάνης» με ελαφρά αλλαγμένο τίτλο.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

«ΠΑΡΝΩΝΑΣ Εθνική Αντίσταση- Εμφύλιος »




Επιμέλεια. 
Παν Ι.Δ. Βλαχάκης.

    Εκδόθηκε από τις εκδόσεις «ΦΥΛΛΑ» και κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, το βιβλίο του συμπατριώτη μας Κωστή Ιωαν. Τσούχλου με τον τίτλο " ΠΑΡΝΩΝΑΣ Εθνική Αντίσταση- Εμφύλιος ".
  Τον συμπατριώτη  κ Κωστή Τσούχλο τον διαβάζω χρόνια στον τοπικό τύπο. Έχω διδαχτεί αρκετά από τα βιβλία του. Οι απόψεις του για το δύσκολο θέμα της πρόσφατης ιστορίας είναι κατατοπιστικές.
 Εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο και σε πρώτη προσέγγιση παραθέτω τον πρόλογο και το βιογραφικό του συγγραφέα.
  

                                   ΠΡΟΛΟΓΟΣ.

Τα γεγονότα, που, κατά τη γνώμη μου, επηρέασαν τη Νεότερη Ιστορία μας είναι η Μικρασιατική Καταστροφή, ο πόλεμος και η Κατοχή της χώρας μας από τους Γερμανο- Ιταλο- Βουλγάρους, ο επάρατος Εμφύλιος και οι βάρβαρες δικτατορίες Μεταξά (1936) και Συνταγματαρχών (1967).

Με τούτο το βιβλίο δε θέλουμε να ξύσουμε πληγές, ούτε να αναμοχλεύσουμε μίση, πάθη και αντεκδικήσεις, αλλά,sine iraet studio (χωρίς οργή και πάθος), με τις αυθεντικές μαρτυρίες, τις ιστορήσεις και τις διηγήσεις, λιτές και δωρικές, πρωταγωνιστών  των γεγονότων, χωρίς κομματικές παρωπίδες και ιδεοληπτικές  προσκολλήσεις, ειλικρινά ανεπηρέαστα και αντικειμενικά, όσο γίνεται, να παρουσιάσουμε το πολιτικο- στρατιωτικό- κοινωνικό κλίμα των περιόδων αυτών και των λαθών που έγιναν από κάθε πλευρά. Μήπως διδαχτούμε από τα λάθη μας. Δεν παίρνουμε θέση. Πιστοί στην Καλλιμάχεια αρχή: «αμάτρυρον ουδέν αείδω»     (δεν εξιστορώ τίποτε που να μην είναι μαρτυρημένο), δεν κρίνουμε, δεν επικρίνουμε, δεν κατακρίνουμε, δεν δικαιολογούμε.

Η ιστορία αδέκαστη και αμείλικτη. Εμείς μπορεί να λησμονούμε, να συγχωρούμε και να επιζητούμε τη λήθη. Εκείνη όχι. Δεν παραγράφεται. Δε συγχωρεί τους Μηδίσαντες Έλληνες, τους Εφιάλτες, τους προσκυνημένους συνεργάτες του Μωάμεθ Β΄ κατά  την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, τους προσκυνημένους καλοπερασάκηδες προεστούς της τουρκοκρατίας, τους Νενέκους του Ιμπραήμ, τους ξενόδουλους πολιτικούς όλων των εποχών, τους υπεύθυνους του διχασμού Αγγλο – Αμερικάνους, όπως και τους προδότες και στυγνούς συνεργάτες των Γερμανών, τους Γερμανοτσολιάδες και τους δωσίλογους της μαύρης Κατοχής, που πέρασε ο λαός μας.

Το βιβλίο αναφέρετε στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου στην ευρύτερη περιοχή του Πάρνωνα. Ο αναγνώστης ας το κρίνει όπως θέλει. Οπωσδήποτε όμως θα συμφωνήσει: Όχι πια ξενοκρατία, όχι πια ΔΙΧΑΣΜΟΣ πατρίδα μας, στο Λαό μας.
                                                                   Κωστής Τσούχλος.


                                               Κωστής Ιωαν Τσούχλος 

   ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΌ     

Ο Κωστής Τσούχλος Γεννήθηκε στον Άγιο Ανδρέα Κυνουρίας σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Τρίπολης. Μετεκπαιδεύτηκε επί 2ετία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1963 υπηρέτησε δάσκαλος σε πολλά χωριά της υπαίθρου και αργότερα στον Πειραιά και Αθήνα.

Προήχθη σε Επιθεωρητή Δημοτικών Σχολείων και, από το 1992, σε Ειδικό Πάρεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Το 1997 συνταξιοδοτήθηκε. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών από πολύ νέος.

Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη λαογραφική του συλλογή <<Τσακώνικη Λαογραφία>>.
Από νωρίς ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και τη συγγραφή. Έχει δημοσιεύσει πλήθος άρθρων, μελετών και εργασιών σε έγκυρα περιοδικά και εφημερίδες με θέματα διδακτικής, ψυχολογίας, παιδαγωγικής, λογοτεχνίας, ιστορίας, λαογραφίας και θεμάτων που αφορούν την Κυνουρία και Αρκαδίας. Έχει τύχει ευμενέστατης κριτικής της λογοτεχνίας μας.
Έχει αξιόλογο ανέκδοτο υλικό (ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα) που, δυστυχώς αναζητεί τον εκδότη του.
Είναι παντρεμένος με τη Νηπιαγωγό  Ειρήνη Στολάκη και έχουν ένα παιδί, το Γιάννη.

Έργα του.

        Αηδονολαλιές (παιδική ποίηση) Αθήνα 1963
        Τα Σα εκ των Σων… (διηγήματα) Αθήνα 1965
        Εύθυμο Σχολειό (σχολικό θέατρο) Αθήνα 1969
        Οι αναμάρτητοι αμαρτωλοί (νουβέλες-διηγήματαα) Αθήνα 1971
        Κλαυσίγελως (ποίηση) Αθήνα 1975
        Ανάλυση αναγνωστικού Ε’ Δημοτικού Αθήνα 1976
        Ανάλυση αναγνωστικού  ΣΤ’ Δημοτικού Αθήνα 1976
        Παιδικά τιτιβίσματα (παιδική ποίηση) Αθήνα 1976
        Ιωάννης Καποδίστριας Αθήνα 1980
       Το ξύπνημα της θηλυκότητας στη νεοελληνική μας ποίηση.
        Ψυχολογικά και παιδαγωγικά συμπεράσματα Αθήνα 1984
        Οι Τσάκωνες στο ’21 Αθήνα 1984
        Λαογραφικά της Τσακωνιάς Αθήνα 1993