Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Η Πανούκλα.

 





  

Γράφει ο Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης.©
     Οι Αγιαννίτες ήταν διπλοκάτοικοι. Τέλος Νοέμβρη άδειαζε ο Αγιάννης και όλοι σκόρπιζαν στα χειμαδιά σαν του λαγού τα παιδιά. Ανάλογα με το επάγγελμά τους γεωργοί ή ποιμένες ή και τα δυο μαζί ξεχείμαζαν σε διάφορες τοποθεσίες. Τα καλύβια τους ήταν στο Άστρος, στα Χαντάκια, στο Χάραδρο, στον Άγιο Στέφανο, στου Βάρβογλη και ελάχιστοι ξεχείμαζαν στο Παρ Άστρος. Μόλις έμπαινε ο Μάρτης γύρω του Αγιοθοδώρου όλοι οι Αγιαννίτες ανέβαιναν στο Χωριό, εκτός από αυτούς  που τελικά παρέμειναν, εκτίσαν καλά σπίτια στα χειμαδιά και έτσι  εποίκησαν τα χωριά του Κάμπου της Θυρέας.  

   Ο Γιάννης που μπροστά από κάθε του λέξη έβαζε το «Μονέ » και το άφησε παρατσούκλι στους απογόνους του ετοιμαζόταν να φύγει από την Απάνω γειτονιά του Άστρους για τον Αγιάννη. Η κυρά του φώναζε ότι είναι νωρίς για να σκάψεις αμπέλια στα Μεσιανά και αλλού. Είναι βαριά τα περβόλια άσε τα οργώνεις αργότερα. Εκείνος της εξήγησε ήρεμα και σταθερά ότι οι δουλειές δεν περιμένουν. Κάτσε να προσέχεις το σπίτι και τα κοπάδια αν και τα παιδιά μεγάλωσαν και τα καταφέρνουν. Τέλος , θα φύγω αύριο την αυγή. Αυτό ήταν διαταγή.
   Έδωσε οδηγίες στα παιδιά του σχετικά με την διαχείριση το κοπαδιού που το ξεχείμαζαν στο Καλογερικό μαντρί, «στου Κάνουρα». Τον άλλο γιο του το Θανάση το Μαναρτζή του Παραλίου Άστρους τον είχε ενημερώσει από το μεσημέρι.
   Σαμάρωσε τα δυο θαυμάσια μουλάρια του. Τον « Ψαρή» και την Κόρμπα - που την έλεγε « Καλιακούδα» - την φόρτωσε με εργαλεία, ταγάρια, τρόφιμα, ένα τουλούμι λάδι και άλλα χρειαζούμενα. Καβάλησε στον « Ψαρή» του, έδεσε πίσω την « Καλιακούδα» και μέσω της Μάννας του Νερού ανηφόρησε για τα βουνά του.
   Όταν έφτασε στο Μύλο του Σταυρούλη ήταν ακόμα σκοτάδι. Ο παραπόταμος του Τάνου που μαζεύει τα νερά από τα ρέματα του Αγιάννη και της Μελιγούς είχε φουσκώσει και είχε καβαλήσει το γεφυράκι. Έπρεπε να βρει Πόρο να περάσει απέναντι με ασφάλεια. Η πολύχρονη εμπειρία του τον οδήγησε λίγο ποιο κάτω προς τα κτήματα του Τυροβολόγιαννη. Εδώ η κοίτη ήταν πλατιά και το βάθος της λίγο.
   Μόλις πέρασε απέναντι είδε τον παλιό Αγιοδημήτρη, το εκκλησάκι που αργότερα το ανακαίνισαν Αγιαννίτισσες γυναίκες των οποίων οι άντρες ήταν στον πόλεμο, σκέφτηκε να πάει να ανάψει το καντήλι. Η σχέση του με την θρησκεία ήταν αυτή που είχαν όλοι οι ξωμάχοι. Προσκυνούσε αλλά δεν ήταν θεοσεβούμενος. Οι Βλαχαγιαννίτες πάταγαν στις πολλές εκκλησιές τους αραιά και που. Έκαναν όμως το σταυρό τους και ανάβαν τα καντήλια μόνο στα ξωκλήσια. Οι μεγάλες εκκλησίες ήταν για τους προύχοντες, τους θεοσεβούμενους και τους παπάδες.
   Ξαφνικά «ο Ψαρής» κοντοστάθηκε απότομα παρ΄ ολίγο να σκοντάψει απάνω του η «Καλιακούδα» να τον γκρεμίσει. Τα μουλάρια άρχισαν να φρουμάζουν δυνατά, στήλωσαν τα πόδια και δεν πήγαιναν ούτε μπροστά ούτε πίσω. Ο θεοσεβούμενος άρχισε τις σταυροπαναγίες και τράβηξε τη βίτσα. Τραβούσε τα καπιστρόσχοινα τίποτα, αλλά τα ζώα τα είχαν στηλώσει μόνο φρούμαζαν φοβισμένα. Το βλέμμα του ακολουθήσε το βλέμμα του « Ψαρή».
   Στην όχθη του ποταμιού αντίκρισε μια πανύψηλη μαυροντυμένη γυναίκα, κοκαλιάρα με μακρύ σκεπασμένο πρόσωπο. Ανατρίχιασε άθελα του αλλά δεν έδειξε τον φόβο του. Σκέφτηκε νεράιδες και αερικά. Έφερε το χέρι του στο μαυρομάνικο Καστρίτικο μαχαίρι με λαβή από κέρατο που είχε αγοράσει από τον Κοσμοβασίλη τον Καστρίτη «Γύφτο» στο πανήγυρη της Ανάληψης. Το είχε πάντα μαζί του φυλακτό και όπλο.


                      Αγιάννης 1995 μερική άποψη τραβηγμένη από τα Τρίστρατα.
-         Καλημέρα Γιάννη, του είπε με μια βραχνή απόκοσμη φωνή.
Κόκκαλο ο Γιάννης. Αναρωτήθηκε που η άγνωστη γνώριζε το όνομα του;
-         Αν πας στον Αγιάννη να ρίξω στο μισογόμι τον μπόγο μου και να πάμε παρέα.
   Ένταξει της είπε αλλά θα περάσω να ανάψω το καντήλι του προστάτη των γεωργών, του Αγιοδημήτρη μας. Αυτό δεν της άρεσε αλλά τον ακολουθήσε και στάθηκε στη μουριά. Ο Ξωμάχος άναψε το καντήλι, έβαλε λιβάνι, έκανε το σταυρό του και ζήτησε από το άγιο υγεία για όλους και για τα κοπάδια του.
   Ανέβηκε στον « Ψαρή» κρατώντας την μαγκούρα που στην άκρη της είχε δέσει την βίτσα για να ξαμώνει τα ζα. Πήρε τον μουλαρόδρομο, και φτάνοντας στα Δαλιανέικα είδε φως στην αγροικία που δέσποζε στα ποτιστικά χωράφια. Τα ζα έφτασαν στο ποτάμι της Βρωμίστρας που μάζευε τα νερά από το Σαραντάψυχο, τη Μούσγα, τις πήγες που σχημάτιζαν το ποτάμι του Πρόδρομου, την Γούρνα του Λάμπρου και από όλα τα γύρω ρυάκια. Το νερό πήγε τα μουλάρια μέχρι τη μέση αλλά πέρασαν.
   Ο « Μονές» γύρισε με σκοπό να πει της γυναίκας να της πετάξει το καπιστρόσχοινο του «Ψαρή» ώστε να ανεβεί στο σαμάρι του για να μην την «πάρει το ρέμα». Αυτή είχε περάσει χωρίς να βραχούν τα πόδια της. Άλλο μυστήριο και τούτο. Θα της μιλήσω σκέφτηκε.
-         Από που είσαι κυρά μου και ποιος καλός άνεμος σε φέρνει στο Χωριό μας; Σε ποιανού το σπίτι θα μείνεις για να σου πω αν ο άνθρωπος έχει έρθει από τα χειμαδιά;
-         Άκου γέρο ντερβίση όλα τα σπίτια δικά μου είναι! Όσον αφορά το νοικοκύρη τους «παίρνω» όποια θέλω! Δεν θα έλεγα ότι με φέρνει καλός άνεμος στο χωριό σου , αλλά όπως το πάρει κανείς! Κατάγομαι από μακριά από την Ασία, την Αφρική... ξέρεις που είναι αυτές;
-         Α δεν ξέρεις και πολλά γράμματα. Εδώ στην Ελλάδα είμαι από την Αθήνα, την Κόρινθο, το Ανάπλι που «πήρα» αρκετούς, από τα Δολιανά που «πήρα» πέντε έξι  και τώρα στον Αγιάννη θα «πάρω πολλούς»...
-         Μήπως θέλεις να σε « πάρω»;  Παρ΄ όλα τα χρόνια σου καλός μου φαίνεσαι!
   Ο μεσόκοπος άντρας άκουσε τα παράξενα λόγια και δεν απάντησε. Σκέφτηκε καμμιά πουτάνα θα είναι για να « παίρνει » πολλούς ανθρώπους. Άστη να πάει στην οργή όταν φτάσω στου Παρασκευά τη Βρύση θα της δώσω τον μπόγο της και θα την ξεφορτωθώ. Παράξενη γυναίκα αλλά τι με νοιάζει. Μπορεί να είναι κανένας Τσόπελας στο Χωριό και η παστρικιά να πηγαίνει στο σπίτι του…  
    Αφήνοντας δεξιά τους το Καλογεροβούνι πάνω από τη Βρωμίστρα προς τα Χασαπογιανέικα τσιφλίκια, πριν τα μαντριά, η γυναίκα μπήκε μπροστά. Ο γέρος σταμάτησε να της μιλάει και πρόσεχε τις κινήσεις της και τα ζα του.
   Όταν έφτασαν στα Τρίστρατα η πανύψηλη γυναίκα σωριάστηκε στο χώμα. Έβγαλε αφρούς από το στόμα, λιποθύμησε και έπεσε στο πλάι. Τα μουλάρια αρχίσαν να φρουμάζουν. Ο ήμερος, μολαϊμικός « Ψαρής» παρ ολίγο να τινάξει το αφεντικό του πάνω στα κοτρόνια που ήταν στην άκρη του μουλαρόδρομου. Ο Γιάννης με κόπο ησύχασε τα ζα. Τα έδεσε σε μια γλαντινιά και πήγε να σηκώσει τη μαυροφορέμενη γυναίκα.
   «Ποιοί καργιόληδες μου φράξανε το δρόμο;» ούρλιαξε θυμωμένα. Η φωνή της καμπάνιζε λες έβγαινε από την κόλαση. Τότε ο ξωμάχος πρόσεξε το πρόσωπο της. Ήταν γεμάτο κόκκινα μεγάλα τα εξανθήματα που έσταζαν αίμα. Τα μάτια της ήταν βαθιά στις κόχες κατακόκκινα σαν αίμα. Ο άνθρωπος κοκκάλωσε, πάγωσε το αίμα του.
…Η κόκκινη πανούκλα συνέχισε ουρλιάζοντάς: «Δεν το κατάλαβα και έπεσα πάνω στον εξαγνισμένο χώρο παρολίγο να με ξεκάνει με το αρχαίο τελετουργικό αυτή η πόρνη η Λουκαΐτισσα διακονιάρα. Τους παπάδες με τους αγιασμούς τους έχω γράψει, δεν με αγγίζουν. Χαλάλι σου παλιόγερε φεύγω, στο τσακ τη γλύτωσες εσύ και το χωριό σου. Εγώ είμαι η Πανούκλα θα έφερνα και την αδερφή μου την Ευλογιά και θα σας ξεπάτωνα, δεν θα έμενε ρουθούνι. Φεύγω πάω στην Τσακωνιά.» Ξαφνικά ο μπόγος της έγινε πύρινη σφαίρα και πήγε στα χέρια της. Έγιναν καπνός και χάθηκαν προς τη Σαββανόραχη.
   Όταν συνήλθε από την τρομάρα του έλυσε τα ζα και πρόσεξε ότι το δέρμα που κρατούσε το βούτημο του σαμαριού στο μεσογόμι είχε καεί και βρώμαγε σαν απόπατος. Έδεσε την « Καλιακούδα» στο πίσω κολιτσάκι του σαμαριού του «Ψαρή» και προχώρησε προς το χωριό.
   Όταν έφτασε στο Λινοβροχιό, συνήλθε από την τρομάρα του και θυμήθηκε την παγανιστική τελετή που είχε κάνει εκείνη η Λουκαΐτισσα διακονιάρα. Βλαστήμησε τους παπάδες και τους προύχοντες που ήθελαν να την διώξουν ευτυχώς που επέμενε «ο κόσμος» και έκανε την αρχαία τελετή. Είχαν σφάξει ένα μοσχαράκι και με το αίμα του ράντισε τους τρις δρόμους λέγοντας αρχαία λόγια. Εξήγησε σε κάποιους ότι το αίμα του αγνού ζωντανού θα προστατεύσει το Χωριό από κάθε ασθένεια. Άλλοι την πίστευαν άλλοι όχι.
                

Ο Γιάννης ο «Μονές» έφτασε στο σπίτι στο Κουφόβουνο. Ξεφόρτωσε, πάχνιασε τα ζα, άφησε το σαμάρι έξω στη μουριά και ροβόλησε κατά τον Πρόδρόμο. Νωρίτερα είχε πάρει το μάτι του στο Πηγαδάκι τον Μιχάλη τον Τσουρή τον μυλωνά και ψάλτη.  Ήθελε να τον συναντήσει και να τον συμβουλευτεί τι πρέπει να κάνει. Να πάει στον παπά ή στον Μανωλάκη τον Φαρμακοτρίφτη;


                       Φωτο από το διαδίκτυο εφημ ΒΗΜΑ επιδημία στο μεσαίωνα
 Ο καλός και σώφρων μυλωνάς τον συμβούλευσε να κάψει σύντομα το σαμάρι της «Καλιακούδας» να πάει στον Φαρμακοτρίφτη και να ακολουθήσει τις οδηγίες του και το βραδύ στον εσπερινό θα έχουν χρόνο να μιλήσουν στον παπά.
   Ο Φαρμακοποιός τον απολύμανε, του έδωσε ένα διάλυμα να ραντίσει τα ζα και τα πράγματα του, του είπε να κάψει το σαμάρι και να πάει σε δυο μέρες να τον εξετάσει.
   Ο μυλωνάς πήγε μαζί του. Είδε το σημάδι στο σαμάρι του και ρίχνοντας  πετρέλαιο το έκαψαν. Είπε κάποια ευχή γιατί ήταν ο ψάλτης του χωριού έδωσε θάρρος στο συχωριανό του. Τον βοήθησε να απολυμάνουν τα ζα, τα εργαλεία και έφευγε. Ο Γιάννης έπρεπε να φτιάξει καινούργιο σαμάρι. Πήρε την « Καλιακούδα» τραβώντας τη από το καπιστρόσχοινο και ανηφόρισε προς τον Αι Γιώργη. Ήθελε να την πάει στο σαμαρά για να της πάρει μέτρα. Φώναξε τον Ξούρα τον σαμαρά και δεν πήρε απάντηση. Ο Μπολόλιας τον ενημέρωσε ότι ο γέρο Ξούρας θα ερχόταν αύριο. Ας ελπίσω ότι θα έχει  τα εργαλεία του παΐδες, μπροστάρι και πιστάρι, κολιτσάκια, ίγκλα, μπροστελίνα και όλα τα χρειαζούμενα για το σαμάρι. Ειδάλλως άστα, θα πρέπει να πάω στο Καστρί.
   Έδεσε το ζωντανό στη μουριά της πλατείας και κάθισε στο καφενείο του Τζιορτζιόνα που είχε αρκετές παρέες. Παρήγγειλε καφέ και είπε τα καθέκαστα  στους χωριανούς του. Άλλοι τον πίστεψαν, άλλοι χαμογέλασαν ειρωνικά και μόνο ο Λεμπέσης ο θυμόσοφος είπε: «Να συχωράμε την παράξενη διακονιάρα που έκανε την αρχαία τελετή και μας γλύτωσε από την κακιά αρρώστια. Έχω κουβεντιάσει μαζί της γιατί την φιλοξενεί κάθε Δεκαπενταύγουστο η Καμπύλενα.  Ξέρει πολλά και ακολουθεί την παράδοση που φτάνει μέχρι τις τελετές της αρχαίας Αρκαδίας.»
   Ο Καλογερόπαπας της Λουκούς ο Κάραλης, όταν άκουσε την συζήτηση τους επιτέθηκε λάβρος με βαριές καλογερίστικες κατάρες. Κάνεις δεν του απάντησε και αγνόησαν επιδεικτικά.
Μόνο ο ανυπότακτος της παρέας του φώναξε: « παπά - αρχαιοκάπηλε κάνε και συ αγιασμό να μην έρθει η αρρώστια. Που ξέρεις μπορεί να κονομήσεις κανένα φράγκο ταυραμπά, σουΐτη....»

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Ο ΤΣΩΚΡΗΣ.














       
     Γράφει 
ο Παν. Ι. Δ. Βλαχάκης.
  
Κάποιες παιδικές εικόνες και γεγονότα καρφώνονται στη μνήμη και δεν φεύγουν ποτέ. Αρκετά γεγονότα περνούν από το μυαλό μου σαν κινηματογραφική ταινία. Πρέπει να ήταν το 1962 - 63 έξω από το σπίτι των Καποταΐων  στην επάνω γειτονιά στο Αστρος, στην Αγριλίτσα στην αυλή στο πρώην αλώνι του παππού του Μήτσιου είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Θαμπές εικόνες, θυμάμαι τα παιδάκια που ήταν ντυμένα παπαδάκια ξεπροβόδιζαν τον παππού που είχε φύγει την προηγουμένη μέρα. 
 
Τον είχα επισκεφτεί  τις προηγούμενες μέρες και είχα δει τον παππού του πατέρα μου. Δεν θυμάμαι να μου έδωσε την ευχή του όπως ο γέρο Γιάννης ο Βλαχάκης.

Στο πρώην αρχοντόσπιτο ήταν μαζεμένες πολλές γυναίκες και κουβέντιαζαν. Περίμεναν να παραδώσει την ψυχή του ο γέρο Καπότας. Έλεγαν  ότι αργούσε να πεθάνει και ότι σίγουρα κάτι κακό είχε κάνει ή κάποιο  μεγάλο έγκλημα!! Άλλες έλεγαν ότι ίσως σκότωνε ανθρώπους  στην Αμερική που έστρωνε τις γραμμές του σιδηροδρόμου!



1).Σκύλος ποιμενικός ονόματι Τσελεπής. 2)Ντίνα Δημ Κανάτα 3)  Δημήτριος Ιωαν. Κανάτας ( Καπότας ). 4) Παναγιώτα – Ζιώτα - σύζυγος  Δημήτριου Κανάτα  το γένος Μαγκλή.

Ο παππούς τις άκουσε! Αν ήταν στα καλά του σίγουρα  θα τις πλάκωνε κατεβατές με τη φοβερή μαγκούρα του!! Τώρα πάλευε με το χάρο, σίγουρα τον έβριζε γιατί του είχε πάρει δυο από τα παιδιά του, ήταν στα τελευταία του αδύναμος στο στρώμα. Αυτός που μαζί με το γέρο Ντέπο  ήταν οι ποιο δυνατοί άντρες του Aγιάννη έπαιζαν ξύλο με δέκα και βάλε Αγιοπετρίτες για τα σύνορα του Χωριού στο Ξεροκάμπι. Με χαμηλή, σχεδόν σβησμένη  φωνή τους απάντησε: «Ο γέρο Τσώκρης έκανε εγώ τα πληρώνω!»

Πέρασαν οι μέρες εκείνες και ρώτησα τον πατέρα μου να μου εξηγήσει τι σήμαιναν τα λόγια του ετοιμοθάνατου παππού του. Δεν μπήκε κατ ευθείαν στο θέμα γιατί ήμουν μικρός. Μου μίλησε για τη μετανάστευση του παππού στην Αμερική και την σκληρή εργασία του στις σιδηροδρομικές γραμμές. Την αδικία που έκανε ένας ξάδερφος του παππού. Επειδή η γιαγιά η Γιώτα δεν γνώριζε γράμματα ο καλός ξάδερφος  υποτίθεται ότι την βοηθούσε στα συμβόλαια και από τα κτήματα που αγόραζε ο παππούς με τα ιδωμένα λεφτά της Αμερικής έγραφε τα μισά στο όνομα του! 
 
Μου μίλησε για το φευγιό των δυο καλύτερων παιδιών του παππού. Τον θάνατο της μητέρας του στον τοκετό από αβλεψία γιατρού της εποχής. Για μια ακόμα φορά άκουσα για την ηρωική θυσία του θείου του Γιάννη του Κανατά – Καπότα στη μάχη της Κρήτης. 

Αργότερα επανήλθα στο ερώτημα και τότε μου διηγήθηκε ποιος ήταν και τι είχε κάνει  ο γέρο Τσώκρης. Ήταν ο πατέρας του παππού του Μήτσιου. Ήταν πολύ σκληρός άνθρωπος, δυνατός, κοντός με φαρδιές πλάτες. Το μαχαίρι, η φοβερή  «ποιμενική μάχαιρα» ήταν πάντα ζωσμένη στη μέση του και το τράβαγε εύκολα.

Ένας Δολιανίτης πανύψηλος ονόματι Λιάπης - πριν οι κοντοχωριανοί μας αλλάξουν τα επίθετα τους – ήταν ληστής νεοφερμένος από την Ήπειρο. Στην περιοχή της Κουμπίλας στη  Μαύρη Τρούπα έκανε στρατοκρατία στους Καμπίσιους που εμπορεύονταν διάφορα γεωργικά προϊόντα.

Μετέφεραν με τα άλογα τους  και εμπορεύονταν αραποσίτι, πατάτες, μήλα και τις περίφημες τσίμπες!!! Στα Καστριτοχώρια τις λένε λεμπρίνες, λουμπρίνες τις λέω υποτιμητικά αν και κάποιες φορές  είναι νόστιμες. Είναι οι κορυφές από ήμερα λάχανα. Μέτρο ανταλλαγής ήταν το λάδι του κάμπου της Θυρέας. 

Αργότερα στην τριπλή Κατοχή τα φασισταριά οι Καμπίσιοι το παράκαναν. Άλλαζαν μια οκά λάδι με μια οκά αραποσίτι!! Η Κλοπή του αιώνα. Ακόμα και σήμερα οι παλιοί την μελετούν στα χωριά μας.

Η δράση του  Λιάπη θορύβησε το τότε δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Θυρέας. Δήμαρχος πρέπει να ήταν ο Κορδώνης. Πήραν απόφαση ότι πρέπει να σταματήσει με κάθε τρόπο η ληστρική δράση του  Λιάπη. Έστειλαν άνθρωπο να του μιλήσει, τίποτα αυτός! Ξυλοφόρτωσε τον μαντατοφόρο, ήταν πολύ γερός, θεόψηλος και έφερε ολόκληρο οπλοστάσιο της εποχής στο σελάχι του. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε! 

Πήραν την απόφαση – φυσικά δεν την έγραψαν στα πρακτικά – ότι ο ληστής  έπρεπε να πεθάνει!! Αιτιολογία ότι δεν τροφοδοτείται με προϊόντα το χωριό και δεν είχαν να φάνε οι Τσιοπέλοι η καθεστηκυία τάξη.

Ποιος όμως θα έκανε τη βρώμικη δουλειά; Οι παρατρεχάμενοι έπεισαν το παλικάρι, τον Τσώκρη και τον  παρουσίασαν στον δήμαρχο και στους έμπιστους τοπικούς άρχοντες. Τον έπεισαν και ανέλαβε σαν παλικάρι που ήταν  να σκοτώσει τον κοντοχωριανό ληστή το Λιάπη για το καλό του Χωριού. Δεν πείρε τα χρήματα,  ζήτησε μόνο να τον αθωώσουν! 

Συμφωνήσαν οι μυημένοι τοπικοί άρχοντες. Εφάρμοσαν  τα τούρκικα τερτίπια που τους είχε διδάξει η τάξη τους. Τι είχαν να χάσουν; Ένας από τους δυο πληβείους θα έχανε την μίζερη ζωή του…
 
Ο Λιάπης περνούσε το στενάκι που βγάζει από το παλιό κοινοτικό γραφείο, σημερινό δημαρχείο, στο δρόμο που πηγαίνει προς την επάνω γειτονιά και κατ’  επέκταση στην Τρίπολη.


                                             
                                          Το Στενάκι σήμερα. 

Ήταν πανύψηλος, μαυριδερός, γεροδεμένος, σχεδόν γίγαντας, ζωσμένος με κουμπούρια και μαχαίρια!! Καλό παιδί!!
-      Ρε Λιάπη γιατί σταματάς τον κόσμο και τον ληστεύεις; Σταματάς τους Καμπίσιους και δεν έχει το χωριό να φάει. Του είπε ο Τσώκρης με δυνατή φωνή.
-        Α ρε μύγα φύγε από μπροστά μου!! Απάντησε ο Λιάπης με την χαρακτηριστική του προφορά..

Έφερε το χέρι του στη μέση, έκανε να πιάσει ένα από τα  περίστροφα του. Ο κοντός και ευλύγιστος Τσώκρης πρόλαβε και τράβηξε το μαχαίρι του. Μια μαχαιριά στην καρδιά του πανύψηλου Λιάπη ήταν ικανή να ρίξει κάτω τον Δολιανίτη γίγαντα. Ποτάμι το αίμα, αυλάκι. Κανείς από τους παρόντες δεν βοήθησε τον άνθρωπο που έφυγε γρήγορα.

Οι χωροφύλακες οδήγησαν τον δολοφόνο στο Ανάπλι. Τον έκλεισαν για λίγο στο φοβερό Παλαμήδι. Οι περίφημοι Αστρινοί δικηγόροι έφτιαξαν την δικογραφία στα μέτρα τους. Βασικό νομικό επιχείρημα  ότι  ο αδύναμος στο σώμα Τσώκρης ήταν σε νόμιμη άμυνα !!! Μαζεύτηκε όλο το Χωριό με τους ψευδομάρτυρες στη δίκη παρωδία στο Ανάπλι. Διέπλευσαν τον Αργολικό  με βάρκες που ναύλωσε η δημοτική αρχή από το Παράλιο Αστρος.

Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν πανηγυρική αθώωση. Ο Τσώκρης επέστρεψε  νικητής και τροπαιούχος στην τοπική κοινωνία!!
Ας τολμούσαν τώρα οι Αγιοπετρίτες να αμφισβητήσουν τα σύνορα, στο Ξερόρεμα, στο Ξεροκάμπι!!! Η διαμάχη κρατούσε πριν από το 1821. Ο Kοντάκης στα  γραπτά του κατηγορούσε τους Ζαφειραίους …

 Μετά από χρόνια τις μαγκουριές  με τους Βλαχοαγιοπετρίτες τις έπαιζε ο γιος του ο προπάππος ο Μήτσιος ο γέρο Καπότας – Κανάτας, που δεν ήταν και τόσο περήφανος για «το κατόρθωμα» του πάτερα του.



Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

ΑΠΟ ΠΟΥΡΝΑΡΟΡΙΖΑ.

 
       Γράφει 
ο Παν. Ι. Δ. Βλαχάκης.
  
Στο Καλογεροβούνι στα  Αστραπάλωνα ένας παπάς έκανε ζευγάρι- όργωνε -  με δυο γαϊδουράκια. Δεν ακλουθούσε ο ευλογημένος την λαϊκή ρήση: «ή παππάς παππάς ή ζευγάς ζευγάς ».

Ο παπάς μας  ήταν αγαθός, αφιλοκερδής, καλός ποιμένας, τίμιος, ευσεβής φτωχός και περήφανος άνθρωπος, προσπαθούσε με αξιοπρέπεια να θρέψει την μεγάλη φαμελιά του.

Δεν είχε κόψει ταρίφα στους φτωχούς χωρικούς όπως ένας άλλος κοντοχωριανός του ιερέας !! Τόσες οκάδες τυρί, τόσες οκάδες τραχανά, τόσα κουβέλια σιτάρι… για τον παπά !!!

Το να είσαι ζευγάς στα χώματα μας ήταν και είναι άθλος, το δήλη ο παππάς ήταν κατακουρασμένος, το ίδιο και η γαϊδούρα του η «Κούλα». Ο βαρβάτος γάιδαρος, ο «Κίτσος» ήταν  καλοθρεμμένος, δυνατός και  δεν κουραζόταν με τίποτα.

Τράβαγε το αλέτρι και έσουρνε την «Κούλα», ο παπάς του τράβαγε τη λουρίδα να περπατά ομαλά γιατί το υνί μπορούσε να βρει κόντρα και να  γίνει ζημιά, αλλά που αυτός κάπου κάπου γκάριζε χαρούμενα!! Σκεπτόταν και κατέστρωνε σχέδια για κατακτήσεις το Μάη βλέπεις εκεί είχε  το μυαλό του!!

         Βαρβάτος γάιδαρος Φώτο ΚΩΣΤΑ ΜΠΑΚΟΥΡΗ.

Ο  πάπας όλο του έλεγε ΄σύχασε περπάτα καλααά θα σε φτιάξω, θα σε αφήσω νηστικό, θα σου βάλω νέφτι να πηλαλάς  και άλλες απειλές !! Τα έλεγε γελώντας για να σπα την μονοτονία του ζευγολάτη. Βλέποντας τον  ξεκούραστο γάιδαρο του, ο αγαθός λευίτης σκέφτηκε ότι καλό θα είναι να πάει καβάλα με τον «Κίτσο» στο Χωριό.

Μάζεψε το μονόχερο- δίφτερο αλέτρι, τις λαιμαριές, τα παλάντζα, το ξυόνι και τα ωραία δερμάτινα ζυγόλουρα αγορασμένα από το καλύτερο σαγματοποιείο της Τρίπολης. Ήταν μερακλής ο παππάς και δεν έβαζε αλυσίδες και σχοινιά για να μην πληγώνει τα γαϊδουράκια του.
Τοποθέτησε  τα σύνεργα του ζευγά νοικοκυρεμένα  σε μια μικρή σπηλιά. Καβάλησε γυναίκεια - βλέπεις τα ράσα τον εμπόδιζαν να καβαλήσει αντρίκεια -  τον «Κίτσο», έδεσε στο κολιτσάκι και στην παΐδα του πισταριού  την «Κούλα» και ξεκίνησε για το Χωριό.

Ο «Κίτσος» χοροπήδαγε και τον πήγε γρήγορα. Αστεϊζόταν ο παπάς με το γάιδαρο του  και απολάμβαναν το ωραίο ηλιοβασίλεμα και τις σκιές των βουνών μας. Πίσω η «Κούλα» είχε σκύψει την κεφάλα της και μουρμούραγε.

_ Ρε τον τραγόπαπα μόνο τον «Κίτσο» αγαπάει, δεν έχω παράπονο καλά μας φέρεται, μας φροντίζει  αλλά με εμένα δεν κάνει αστεία. Μάλλον φταίει που κοιτάζω μόνο  τη δουλειά μου και είμαι σοβαρή.

Έφτασαν στο σπίτι τους στο κάτω μέρος του Χωριού δίπλα στον Πρόδρομο. Ο Παπάς σκούπισε τον ιδρώτα τους, χάιδεψε και τα δυο ζωντανά του, τράβηξε τρυφερά την αυτάρα του «Κίτσου» και τα πάχνισε με ενισχυμένο φαγητό. Έπλυνε τα χέρια και το πρόσωπο του στο νιπτήρα με την βρυσούλα και ανέβηκε στο φτωχικό του.

Πίσω στα Αστραπάλωνα γινόταν κοσμοϊστορικά γεγονότα!! Η «κυρά Μάρω» ο αρχηγός των αλεπούδων βγήκε« προς νερού της». Είδε τα ζυγόλουρα και τα άλλα σύνεργα του ζευγολάτη παπά και σκέφτηκε να κλέψει μόνο τα ζυγόλουρα και μια λαιμαριά για  να μην μπορεί ο παπάς να κάνει ζευγάρι και να τον εκδικηθεί.

Ο λόγος ήταν ότι ο σκύλος του παπά ο «Λέων» ένα πανέξυπνο κοκκόνι, σε συνεργασία με την σκύλα του παππού του Καπότα την μεγαλόσωμη  «τσοπάνα» – ντόπια ποιμενική φυλή - δεν άφηναν το επιτελείο της να κλέψει κότες!  Φύλαγαν τις κότες του παπά αλλά και όλα τα κοτέτσια της κάτω γειτονιάς του Aγιάννη ! Το μικρόσωμο ήταν το κύκλωμα έλεγχου και η τσοπάνα το κύκλωμα Ισχύος. Τέλειος συνδυασμός οικόσιτων σκύλων -  φυλάκων από τα αρχαία χρόνια.

Η «κυρά Μάρω» ήταν ανάπηρος πολέμου ! Είχε χάσει το πίσω πόδι της στη Λάκκα, στην Κολοβέικη  γειτονιά. Ο «Ασίκης»  ο γκέκας, ο  σκύλος του παππού του Πάνου - ο παππούς από καλοσύνη τον είχε μαζέψει κουτάβι από το ρέμα του Περδικονεριού -  της έκοψε την ουρά και το πίσω δεξί της πόδι ! Παραλίγο  να την ξεκάνει, είχε εξελιχτεί σε φοβερό φύλακα. Έκτοτε και για χρόνια δεν πάτησε αλεπού στη γειτονιά μας. 
                        Καλογεροβούνι – Αστραπάλωνα. 

Η «κυρά Μάρω» ανέλαβε επιτελικά καθήκοντα. Τις έστελνε ακόμα και στην πλατεία του Αγιώργη , στο Πηγαδάκι , στο Σουληνάρι σχεδόν  σε όλο το Χωριό. Καθοδηγούσε με μαεστρία και πονηράδα το μεγάλο κοπάδι, ήταν αρχηγός της αγέλης. Κατέστρωνε σχέδια και οι άλλες τα εφάρμοζαν.

Έβαλε τις φωνές. Ελάτε μωρή να πάρουμε τα ζυγόλουρα και τη μια λαιμαριά του παπά. Να εκδικηθούμε τον τραγόπαπα,  μωρή άχρηστες που σας κυνηγάνε τα σκυλιά του και δεν είσαστε άξιες να τα ξεγελάσετε, δεν μου φέρατε ούτε μια κότα από τη γειτονιά του Προδρόμου. Ου να χαθείτε κηφήνες !! Φέρτε γρήγορα μέσα  στην τρούπα μας τα πράγματα που σας είπα !!!

Είχε θράσος, βρομόγλωσσα, πονηριά, ήταν αυταρχική και  καταπίεζε τις αλεπούδες που αντιδρούσαν με ένα παράξενο  ραγιαδισμό. Πραγματοποίησαν γρήγορα την εντολή της και έφυγαν για τις προγραμματισμένες αποστολές τους στο Χωριό.
  
Το πρωί ο παπάς είδε που του έλειπαν τα ζυγόλουρα και η μια λαιμαριά και κόντεψε να τρελαθεί! Αναρωτιόταν πως θα κιώσω τα  οργώματα; Ποιος να μου έκλεψε τα σύνεργα; Γιατί δεν τα πήρε όλα; Που να βρω λεφτά να αγοράσω ζυγόλουρα; Αν βρω και δανειστώ λεφτά πρέπει να πάω στην Τριπολιτσά να τα αγοράσω; Θα χάσω δυο μέρες να πάω στην Τριπολιτσά, να δανειστώ από κάποιον; Όλοι τώρα σπέρνουν. «Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα»

Ο παπάς κοπανιότανε, ήταν φτωχός λογάριαζε τη ζημιά γιατί δεν είχε χρήματα επειδή δεν ήταν Χριστέμπορος ! Έκατσε σε ένα λιθάρι και ήταν λυπημένος. Του ήρθε να αρχίσει τις φρικτές και βαριές καλογερίστικες κατάρες – τις είχε ακούσει να τις εκστομίζουν μεταξύ τους οι καλόγεροι της Λουκούς -  του ήρθαν στο νου και οι βλασφημίες που του είχε ξομολογηθεί ο ασεβής Μαρίνος ! Το ήθος και η ευσέβεια του τον συγκράτησαν, έβραζε όμως μέσα του.

Ξαφνικά ο «Κίτσος» ο βαρβάτος  γάιδαρος του μίλησε:
_ Παππού ξέρω ποιος έκλεψε τα ζυγόλουρα και τη λαιμαριά. Τάξε μου ένα ντουρβά κριθάρι και θα σου τα φέρω. Τα έκλεψε η κυρά Μάρω η αλεπού με το επιτελείο της!! Μη στενοχωριέσαι αφεντικό έτσι και αλλιώς τη «μέρα σου την έχασες». Αύριο θα κάνουμε σβέλτα και θα αναπληρώσουμε την ζημιά.

Τι να κάνει ο παπάς συμφώνησε με το «Κίτσο»  τον βαρβάτο γάιδαρο του. Έκοψε κάποιες μικρές γκορτσιές, λίγα πουρνάρια και κάποια αγκάθια που είχαν αφήσει τα παιδιά από το καλοκαίρι. «Βάρεσε και τις άκρες » με το ξυνιάρι καβάλησε την «Κούλα» και γύρισε νωρίς στο Χωριό.

Ο «Κίτσος» έμεινε στο χωράφι στα Αστραπάλωνα,  έκανε τη βόλτα του,  βρήκε λίγα  γαϊδουράγκαθα τα καταβρόχθισε, ήπιε  νερό από τη βρυσούλα  και έκαστε  κάτω από την γκορτσιά για να μελετήσει και να συμπληρώσει  το σχέδιο του. Σκέτος στρατηγός ο αθεόφοβος !!

Μόλις σουρούπωσε για τα καλά πήγε και ξάπλωσε δέκα μέτρα μπροστά από την τρούπα των αλεπούδων. Έκανε τον ψόφιο με μεγάλη επιτυχία. Μέγιστος ηθοποιός ο βαρβάτος ο γάιδαρος κρατούσε ακόμα και την ανάσα του, είχε κλειστές τις ματάρες του και ριγμένα στο πλάι τα τεράστια αυτιά του. Κάπου κάπου άνοιγε το ένα μάτι και κατόπτευε το χώρο, τούρλωνε με προσοχή την αυτάρα του και  άκουγε τον παραμικρό θόρυβο!! Από υπομονή άλλο τίποτα γαϊδουρινή όνομα και πράγμα.

Η Νύχτα είχε ρίξει για καλά τα μαύρα πέπλα της, στο Χωριό τα λυχνάρια έριχναν το τσιμπλιάρικο φως τους, στις πέντε εκκλησίες τα καντήλια φώτιζαν τις ισχνές μορφές των αγίων. Κάπου κάπου κάποιο φανάρι έφεγγε για λίγο σε κάποια αυλή. Μόλις βγήκε το φεγγάρι φώτισε τη φύση και όλα αυτά σβήστηκαν.

Τότε  «η κυρά Μάρω» βγήκε «προς νερού της»!! Αντίκρισε τον «ψόφιο» γάιδαρο και πάτησε τις φωνές:
«Μωρή μαυρούλες» δεν βλέπετε που του παπά ο γάιδαρος ψόφησε μεσ΄ στην τρούπα μας !! Ελάτε γρήγορα άχρηστες, τεμπέλες,  φέρτε γρήγορα τη λαιμαριά και τα ζυγόλουρα να τον σούρουμε μέσα στην φωλιά μας για να τον φάμε με την ησυχία μας!!

Με προσοχή φόρεσαν τη λαιμαριά στον «Κίτσο». Εκείνος κράταγε την ανάσα του έριχνε βαρύ το λαιμό του να φαίνεται ψόφιος, οι αλεπούδες δεν κατάλαβαν τίποτα. Ζεύτηκαν καλά με τα θαυμάσια ζυγόλουρα και άρχισαν να τον σούρνουν σιγά σιγά.

Η «κυρά Μάρω» έκανε κουμάντο, με ύφος στρατηγού ! Προσοχή από δω τραβάτε, από αριστερά μην φρακάρει, εσύ μωρή κοκκινοκώλα γιατί λουφάρεις τράβα γερά μην σου γανώσω το κέρατο, εσύ ρε άλουπα ρε κηφήνα τράβα ποιο δυνατά…!

Ο  «Κίτσος»  ο βαρβάτος, ο έξυπνος , ο αθεόφοβος, γάιδαρος  πονούσε που τον σούρνανε αλλά έκανε γαϊδουρινή υπομονή. Δυο μέλη του σώματος του πρόσεχε περισσότερο την κεφάλα του και το τεράστιο πουλί του!!

Μόλις φτάσανε σχεδόν στην είσοδο άνοιξε την μια ματάρα του υπολόγισε τον χώρο και, ξαφνικά στυλώνει τις ποδάρες του, τραβάει μια γερή κόντρα, γκαρίζει δυνατά, σκέτη σειρήνα η φωνή του και αιφνιδιάζει τις αλεπούδες. Κάνει άλλα τον κατήφορο και γίνεται ο χαμός….

Η «κυρά Μάρω» φυσικά δεν είχε δεθεί και δεν έπαθε το παραμικρό. Κράτησε την ψυχραιμία της και φώναζε στις αλεπούδες που τις έσουρνε ο γάιδαρος: «Από πουρναρόριζα μαυρούλες !! Πιαστείτε από πουρναρόριζα.. από πουρναρόριζα μαυρούλες… »

Όποιες ήταν καλά ζεμένες σκοτώθηκαν, άλλες τις πέταξε αριστερά άλλες  δεξιά τραυματίστηκαν σχεδόν όλες. Πήρε το μονοπάτι γκαρίζοντας, κλωτσώντας, σέρνοντας νεκρές τις άτυχες αλεπούδες. Έφτασε στη Μούσγα, κάθισε λίγο να ξεϊδρώσει ήπιε νερό και ντουγρού για το κατώι του παπά.

Τράβηξε μερικά γκαρίσματα χαράς και ξύπνησε όλη τη γειτονιά. Ο Παπάς με τη σκελέα και το φανάρι κατέβηκε τη σκάλα. Αντίκρισε τον «Κίτσο» ζεμένο με το μακάβριο φορτίο.
 Ο παπάς έλυσε λυπημένος τις αλεπούδες, έλεγξε τα ζυγόλουρα και τα βρήκε ένταξη, έβγαλε τη λαιμαριά από το λαιμό του «Κίτσου», τον χάιδεψε, τον σκούπισε από τον ιδρώτα και τον έδεσε στο παχνί του δίπλα στην «Κούλα» .

Καμώθηκε ο παπάς και δεν του γέμισε τον ντουρβά με χρυσαφί κριθάρι. Έριξε στο παχνί του «Κίτσου» λίγο σανό και άχυρο, κατευθύνθηκε προς τη σκαλίτσα να ανέβει από τον καταράχτη στο χειμωνιάτικο.

Τότε ο «Κίτσος» του φώναξε : «Παππού - παππού το τάμα σου, παππού το τάμα σου»

Γέλασε ο αγαθός λευίτης, πήγε στη σεντούκα γέμισε μέχρι πάνω τον ντουρβά με κριθάρι,  πέρασε τον ποβεντό στο λαιμό του βαρβάτου γαιδάρου του, έβαλε λίγο κριθάρι στον ντουρβά  της «Κούλας »  για «να μην κάνει τα μάτια»!!!

Μόλις ρόδισε η αυγή και τα γύρω βουνά μας πήραν τα θαυμάσια χρώματα που μόνο στην πατρίδα μας τα αντικρίζεις, ο παπάς κατέβηκε στο κατώι. Σαμάρωσε τα γαϊδούρια, τα πότισε, φόρτωσε τα συμπράγκαλα και το σπόρο στην «Κούλα» καβάλησε τον «Κίτσο» και ξεκίνησαν για το χωράφι.

 Ο «Κίτσος» πήγαινε σιγά και είχε περιπαιχτική διάθεση έλεγε αστεία  του παπά και του επαναλάμβανε τη φράση: «Από πουρναρόριζα μαυρούλες !!»  ο παπάς ήταν αγουροξυπνημένος και δεν του απαντούσε ούτε  καταλάβαινε τι ήθελε να πει. Σκεπτόταν ότι ο «Κίτσος» του κάνει χοντρή  πλάκα!!!!

Άντε ρε  κοίτα μπροστά σου μην με αδειάσεις στο ρέμα της Μούσγας και άσε τα λόγια πρωί - πρωί. Δεν έχω την όρεξη σου για κουβέντες, ξέρεις τι έννοιες έχω στο κεφάλι μου; Μεθαύριο είναι της Παναγιάς της Μισοσπορίτισσας έχω λειτουργία στον Πρόδρομο. Άραγε θα έρθει ο Τασούλιας ο ψάλτης; Σπέρνει στο Μποστανάκι, είναι ευσεβής θα αφήσει το ζευγάρι και  σίγουρα θα έρθει. 

 Πρέπει να κιώσουμε το Χωράφι το αργότερο αύριο !! «Κίτσο» καλέ μου γάιδαρε πρέπει να σπείρουμε το χωράφι στου «Καβουκά» με κριθάρι και βρώμη. Ρε  γάιδαρε  θέλω να μη σας λείψει η τροφή όλο το χρόνο. Αν το κριθάρι είναι καλό θα κόψω και λίγο σανό. Συγκεντρώσου βοήθα και ΄συ σήμερα θα ζοριστούμε λίγο. Μην τραβολογάς όμως την κακομοίρα την  «Κούλα»,  να είσαι σοβαρός!!!  
             Η Κυρά Μάρω, η παμπόνηρη Αλεπού.

Φτάσανε στο χωράφι ο παπάς έκανε το σταυρό του είπε μέσα του μια ευχή, φόρεσε στα ζωντανά τις λαιμαριές, έδεσε τα ζυγόλουρα, έφτιαξε τα παλάντζα, πήρε το ξυόνι με τη βίτσα – την οποία δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ  του– και άρχισε το μονότονο ζευγάρι. Πέρα δόθε «αναβολή» και ξανά πέρα δόθε.

Το χωράφι «ήταν βαρύ»  σε κάθε  «αναβολή» ο παπάς έξυνε τα χώματα από τα φτερά του αλετριού με το ξυόνι. Τότε ο «Κίτσος»   κοίταζε προς το Καλογεροβούνι  και έλεγε περιπαικτικά: « Από πουρναρόριζα μαυρούλες !!! » και ξανά « Από πουρναρόριζα μαυρούλες… » σε κάθε «αναβολή » το έλεγε δυνατά με την γαιδουροφωνάρα του!

 Είχε σπάσει τα αυτιά και τα νεύρα του παπά, ο οποίος είχε αρχίσει  να χάνει την υπομονή του και να τσατίζεται. ΄Συχασε «Κίτσο»  ΄σύχασε καμάρι μου, μην παίζεις έχουμε ακόμα δουλειά, το βιολί του αυτός. Σταμάτα ρε θα σε βαρέσω με τη βίτσα, μη με αναγκάσεις να φύγω από τις αρχές μου!  

Ο παπάς έκανε υπομονή και τον ανεχόταν. Κάποια στιγμή τον ρώτησε: « Έλεος ρε «Κίτσο»  τι βλέπεις και γκαρίζεις;»

 _ Άκου παππού : Η «κυρά Μάρω»  με καταριέται, με βλαστημά, μου λέει να κουτσαθώ, να μη με βρει ο χρόνος και το κυριότερο να μαραζώσει το πουλί μου !! Αυτό είναι το χειρότερο που μπορώ να πάθω!! Τις απαντώ ότι αυτά δεν περνάνε σε μένα. Της λέω ότι :  «Αν άκουγε ο θεός τον κόρακα δεν θα υπήρχε ο κόσμος ». Αυτή το βιολί της γι΄αυτο και εγώ σε κάθε «αναβολή» την κοροϊδεύω με τη φράση που έλεγε χθες το βράδυ που τις κατατρόπωσα, τις γρεμοτσάκισα  και έφερα τα εργαλεία τα αναχρικά  που μας είχαν κλέψει.

_ Τι έλεγε ρε λεβέντη μου «Κίτσο»  που με έβγαλες ασπροπρόσωπο σαν την μπάρμπα Γιώργη τον Κουλουρά με τον Παναγιωτόπουλο!
_ Καλέ μου παπά, φιλέ και αφεντικό μου όταν τις γρεμοτσάκιζα,  «η κυρά Μάρω»   φώναζε : «Από πουρναρόριζα μαυρούλες !! Πιαστείτε από πουρναρόριζα... από πουρναρόριζα μαυρούλες… »

Γέλασε ο παπάς και του απάντησε .
_ Λεβέντη μου έφτασε μεσημέρι σταμάτα, άστη να πάει στην ευχή. Θα φωνάξω τον Κατσιανό να του δώσω τα πόδια από τις νεκρές αλεπούδες να τα δώσει στο δασαρχείο να πάρουμε λεφτά. Όταν πάω στην Τριπολιτσά θα σου αγοράσω από το σαγματοποιείο το  ωραιότερο  δερμάτινο καπίστρι με κεντίδια και  μπλε χάντρες να μη σε «ματιάζουν ».

_ Ευχαριστώ  παππού να πάρεις ένα και στην Κούλα. Σταματάω αλλά στην άλλη «αναβολή» για μια ακόμα φορά θα της φωνάξω θα την κράξω που το παίζει και στρατηγός.
_ Ωραία λεβέντη μου.

Ο  «Κίτσος»  έβαλε τα δυνατά του, η γαιδουροφωνάρα του έκανε τον κύκλο των βουνών και ακούστηκε μέχρι το Χωριό.
«Από πουρναρόριζα μαυρούλες !! Πιαστείτε από πουρναρόριζα.. από πουρναρόριζα μαυρούλες…!!!! »

   

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

TO ΣΜΕΡΔΑΚΙ.



Γράφει ο 
Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης.
                      
Αύγουστος μήνας, Αγιάννης Κυνουρίας τέλος δεκαετίας το ΄60, το φεγγάρι ολόγιομο φώτιζε τα πρόβουνα του Πάρνωνα. Η ανάσα του παππού του Πάρνωνα μας χάριζε μια από τις ποιο γλυκιές, δροσερές αξέχαστες νύχτες. 
Απέναντι στο Καλογεροβούνι ακούγονταν κάποια τροκάνια. Από πάνω μου δέσποζε το Σαραντάψυχο, κάτω στον ορίζοντα η Ζάβιτσα στο βάθος τα βουνά του Αχλαδόκαμπου. Το παιχνίδι να μετράω τα φώτα των αυτοκίνητων στις στροφές του Κωλοσούρτη σήμερα δεν έχει νόημα. Έβλεπες σαν ημέρα θεσπέσιο θέαμα, σχεδόν μαγικό!! Τότε δεν υπήρχε δημοτικός φωτισμός να χαλάει τη μαγεία του νυχτερινού τοπίου.

Ξαφνικά από τα Αστραπάλωνα ακούστηκαν κραυγές γκα, γκα, γκα… αλλά δεν έδωσα σημασία. Τα τροκάνια ακουστήκαν να κτυπούν παράφωνα, ανήσυχα και βιαστικά. Μάλλον τρέξανε τα ζωντανά γιατί κάτι τα τρόμαξε.
 Η μάνα άνοιξε την πόρτα βγήκε αλαφιασμένη στην ταράτσα και κακήν κακώς με τράβηξε μέσα στο σπίτι.
- Ρε μάνα δεν έκανα τίποτα, κάθομαι, βλέπω το φεγγάρι και εσύ με τραβάς μέσα;
 - Παιδί μου είναι το Σμερδάκι ένα αερικό, ένα δαιμονικό πράγμα μην μιλάς και πάθεις τίποτα.
- Έλα τώρα, μια αλεπού είναι που φωνάζει βαριά άσε με να δω λίγο το φεγγαρόφωτο!!!
Αυτό όταν το πρώτο άκουσμα από το φοβερό αυτό ζώο, αερικό ή δαιμονικό της λαϊκής φαντασίας.

Την άλλη μέρα ρώτησα τον παππού. Ο γέροντας σοβάρεψε και άρχισε να μου μιλά με γρίφους πράγμα που δεν το συνήθιζε. Μη φοβάσαι, κάτι υπάρχει αλλά κινείται πάνω στα βουνά. Κυκλοφορεί πάντα νύχτα αν και το έχουν δει και ήμερα ασχολείται μόνο με τα γιδοπρόβατα!! Τα λόγια του σίγουρα κάτι έκρυβαν. Το γύρισα στο μυαλό μου τίποτα δεν έβγαλα άκρη.  Το άφησα και επανήλθα σε ανύποπτο χρόνο. Τότε ο γέροντας μου διηγήθηκε τα έξης:

 « Είναι κάτι σαν γάτα πιάνει το ζωντανό και στο λαιμό του ανοίγει μια φλέβα πίνει το αίμα του και το ζώο ψοφάει. Ελάχιστοι άνθρωποι το έχουν δει. Εγώ δεν το έχω δει, το έχω ακούσει πολλές φορές. Στη Συκιά, στο Ληνικό, στη Σαββανόραχη, στου Κάνουρα, στο Βοστίκη, στο Σαραντάψυχο, στο Ξεροκάμπι, στου Καβουκά, στη Μάντρα, στο Βατάκι και στο Μαλεβό.
Ο αδελφός μου ο Θανάσης ο Γεναιάς, ►1  το έχει δει και το έχει ντουφεκίσει. Απ ότι ξέρεις είναι φανατικός κυνηγός ακόμα και τώρα που είναι γέρος κυνηγάει. Πάντα έχει μαζί του το δίκαννο γεμάτο και κρεμασμένο στο μπροστάρη του μουλαριού.
                                                    Λίγκας. 
Νέος φύλαγε καρτέρι για λαγό πάνω από το Μαντρί του Αρκούδι στη Συκιά. Ήταν Αύγουστος με φεγγάρι σαν αυτές της μέρες. Τότε το είδε, ήταν σαν μια μεγάλη γάτα. Το πυροβόλησε, ξέχασε να πατήσει τη σκανδάλη με το αριστερό χέρι. Το πέτυχε, πετάχτηκαν εφτά φωτιές, φωτιές κόκκινες, πράσινες, μπλε, κίτρινες…. !!  Φώναξε γκά γκά και χάθηκε παρόλο ότι είχε φάει όλη τη σούμα με τα σκάγια.
 Έσπασε το ντουφέκι και το δεξί του χέρι του Θανάση έχει ακόμα το σημάδι από τη λαβωματιά. Όταν έρθει από το Γιαλό να το προσέξεις, ρώτησε τον σίγουρα θα σου πει. Επαναλαμβάνω ότι έπρεπε να τραβήξει με το αριστερό χέρι. Μακριά από εμάς το παλιόπραμα, μην το φοβάσαι να το προσέχεις και να μην το μελετάς…>>
- Ο παππούς γεμίζει και τώρα τα φυσίγγια μόνος του, τα κάνει βαριά και γι΄ αυτό έσπασε το ντουφέκι του!!!

Εκτοτε άκουσα και άλλες φορές το σμερδάκι, πάντα νύχτα προς την αυγή γιατί τότε ξύπναγα.
 Ήμουν μαθητής της Β γυμνασίου στο Αστρος στη Ρίζα ακούστηκε. Ο Τάκης ο ξάδελφος -που μας έφυγε νωρίς - άρχισε να του φωνάζει με το αστείρευτο χιούμορ του . « Έλα εδώ ρε, έλα έλα να σου δώσω γάλα…..!!! ¨» Ήταν ξημέρωμα και πίναμε γάλα από τις γίδες.
Πάμε να το δούμε και να το τσακίσουμε του είπα!!! Πήραμε από ένα ματσούκι και πήγαμε πίσω από το σπίτι του Πετράκου του Δικαίου στα κυπαρίσσια στο χωράφι της θειας Κικής, εκεί που αργότερα τα ξαδέλφια μου πάρκαραν τα χωματουργικά τους μηχανήματα. Σκοπός μας ήταν να το σκοτώσουμε!!! Δεν είδαμε τίποτα και συνεχίζαμε να ψάχνουμε !!!

 Ήρθε τρέχοντας ο παππούς παρ όλα τα χρόνια του. Ήταν έντρομος, μας έριξε τα Γαλλικά του και μας τράβηξε μέσα.« Ρε τι του μιλήσατε θα σας πάρει τη φωνή!! Θα έρθει εδώ να μας φάει..»
Βάλαμε τα γέλια και του θυμίσαμε φράση του « Ο άνθρωπος είναι το μεγαλύτερο θηρίο. Μην πιστεύετε σε νεραΐδες ,φαντάσματα... εμείς στην Μ Ασία ...». Αυτό το τελευταίο το είπαμε ειρωνικά ,κατάλαβε ότι τον κοροϊδεύαμε !!! Χάρηκε που δεν φοβόμαστε αλλά συνέχισε να μας λέει « Ρε ελάτε μέσα μην έχουμε ντράβαλα με αυτό το παλιόπραμα δεν παίζουμε μην το ξανακάνετε.»    

                                                             Τράγος 
Το μεσημέρι μου είπε ότι κάποτε είχε κλέψει τη φωνή ενός βοσκού κάπου κοντά στο μύλο του Γιώργη του Κολοβού στο ρέμα προς τα Χαντάκια. Φώναξε ο ένας αδελφός στον άλλο. Εκουτο, ►2    ρε Νικόλα !! Φώναζε και το σμερδάκι, Νικόλα, Νικόλα ήταν ο Νικόλας ο Σπ.. λίγο ψευδός !! Τώρα μπορεί να του έκαναν και καζούρα οι άλλοι βοσκοί δεν ξέρω….

Αργότερα το άκουσα στον Έβρο τότε που υπηρετούσα σε μια ρεματιά όταν ήμουν περίπολο. Το είπα στη σειρά μου ένα χωριατόπαιδο από τα χωριά της ορεινής Ρούμελης. Μη μιλάς δυνατά αυτό είναι το άκουσα με διαβεβαίωσε. Σε λίγο κάπως τρομαγμένος ρε σειρά που έχει κοπάδι εδώ κοντά ; Έτρεμε το παιδί!!!
- Δεν είναι τίποτα  του είπα, μην κάνεις καμιά βλακεία και σκίσεις την τελαμώνα και βγάλεις σφαίρες, ηρέμησε.
- Στην πατρίδα μου τη Ρούμελη το λέμε Λάβωμα, μην το μελετάς και μην το λες στους άλλους και τους τρομάξεις. Να πούμε στον επιλοχία να βάζει Αθηναίους στο σημείο αυτό, καλό είναι να φυλαγόμαστε !!!
- Ρε αν το πούμε θα γίνουμε ρεζίλη των σκυλιών!! Δεν λέω τίποτα αν το δω καμιά φορά θα φάει μια ριπή. Δεν πιστεύω ότι είναι κάτι το ξωτικό, είναι κάποια αλεπού ή άλλο ζώο παιρνάει στο ρεματάκι.. !!!

Πριν από χρόνια το άκουσα ξανά στο Ξεροκάμπι απέναντι από την Ωριά προς τα Ατζιναΐκα. Δεν μπήκα μέσα στο σπίτι, τούρλωσα τα αυτιά μου μάλλον αλεπού είναι σκέφτηκα ρε πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που το πρωτοάκουσα.

Ας έρθουμε στον πατέρα της λαογραφίας τον Νικ Πολίτη. Στα λαογραφικά του, βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για τα Χαμοδράκια. Αναφέρει τους ποιμενικούς δαίμονες, τους Σατύρους και τον θεό Πάνα.

 Στον Παρνασσό πίστευαν - ως το 1903-4 τουλάχιστον που ο Πολίτης έγραψε τα λαογραφικά του - πως στο βουνό κατοικεί ένας δαίμονας που εξουσιάζει τους λαγούς, και τα αγριόγιδα. ΄Οσα ζώα είναι δικά του τους χαράζει το αυτί, για να τα ξεχωρίζει. Ο δαίμονας αυτός που οι βοσκοί τον ονομάζουν Λάβωμα, με μορφή μακρυγένη τράγου βατεύει τις κατσίκες και τις οδηγεί στο θάνατο!!!
Στην πραγματικότητα αυτό που προκαλεί στο ζώο τον θάνατο είναι η λοιμώδης νόσος άνθρακας.

Δύο είναι τα βασικά ονόματα του δαίμονα, Σμερδάκι και Χαμοδράκι αλλά και Αμελέτητο, Λάβωμα, Αποκαρωμένο, Δαιμόνιο, Αρμαδιακό, Ζουλάπι κ.α. Οι αλβανόφωνοι της Αργολίδας το προφέρουν με τους παραφθαρμένους τύπους Χαμουδράκι, Χαμουθράκι και Χαμοθράκι.

Σε αρκετά χωριά της πατρίδας μας λένε ότι είναι οι ψυχές των αβάπτιστων παιδιών που πέθαναν και των παιδιών που δεν γεννήθηκαν ένεκα των εκτρώσεων.              

                                                                        Πάνας 
Οι Ανεβοκατεβάτες βοσκοί της Αρκαδίας μετακινούσαν τα κοπάδια τους σε περιοχές της Αργολίδας, της Μεσσηνίας της Ηλίας κ.α. Άδικος ο κόπος τους δεν απόφευγαν τις μεγάλες απώλειες των κοπαδιών. Η Αρρώστια το φοβερό μικρόβιο του άνθρακα ήταν μέσα στο αίμα των ζωντανών και τα αποδεκάτιζε.
Ένας καλός φίλος μου ο Γ. Τ. μου είπε ότι είναι ο φόβος του ανθρώπου στην ερημιά. Η φαντασία του ξωμάχου το γεννά ;;

 Κάποιοι αλαφροΐσκιωτοι, ξωμάχοι μπορεί να το πιστεύουν, μπορεί να υποβάλλονται στη μοναξιά και στα παιχνίδια του μυαλού τους. Αλλά που να βρεις τους ξωμάχους και τους αλαφροΐσκιωτους στις μέρες μας.

Στα παιδικά μας χρόνια μας έλεγαν ιστορίες για αερικά, φαντάσματα, νεράιδες δαιμονικά ας τα αναφέρουμε σαν παράδοση. Σκοπός τους να μας τρομάζουν για να μην γυρίζουμε τη νύχτα . Με αυτά μας περνούσαν και την παράδοση.

Τι είναι δεν ξέρω; σκέπτομαι πρώτα την αλεπού. Να είναι βραχνιασμένες αλεπούδες; καμιά αγριόγατα, άντε και κανένας Λίγκας, παλιά υπήρχαν αρκετοί στην περιοχή μας. Σε καμιά περίπτωση δεν πιστεύω ότι είναι ξωτικό.
Ε όποιος φοβάται ας πάρει μαζί τα φυλακτά του, το μαυρομάνικο μαχαίρι και ας τραβήξει την σκανδάλη της καραμπίνας με το αριστερό χέρι !!!!

Δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά, όλα είναι γεννήματα της φαντασίας, του φόβου, της άγνοιας και της καλπάζουσας  φαντασίας του λαϊκού ανθρώπου.

Επεξηγήσεις.

►1 Αθανάσιος Βας. Κολοβός. 
 ►2 Ακουτο, άκουσε το. Ήταν ψευδός ο Νικόλας Σπ..