Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ.

Γράφει ο Δάσκαλος 
Βασίλης Ιω. Κοσμάς.


                                 Η φυγή του Αριστοφανικού Ποιητή. 
 
Το 1980 ήταν δίσεκτο έτος. 29 Φλεβάρη 1980
Ήταν μια χειμωνιάτικη μέρα. Παγωνιά. Προμηνυότανε χιονιάς. Σχεδιάζαμε με τη γυναίκα μου να πάμε Σαββατοκύριακο στο χωριό.
_Παιδάκι μου μην έρθετε, θα ρίξει χιόνι. Ήταν η τελευταία κουβέντα που άκουσα από τα χείλη του.
Τη νύχτα ήρθε το στριγγλοπούλι απέξω από το παράθυρό μου και έκλαιγε σπαραχτικά.
_Ρε τι κακό θα μας συμβεί. Τι ‘ναι τούτο το κακό. Κάτι θα πάθουνε οι δικοί μου!
_Οι δικοί σου δεν έχουνε τίποτα. Έχουνε τη ζεστασιά τους, είναι μέσα στο σπίτι τους. Εσύ να προσέχεις που πηγαινοέρχεσαι πάνω κάτω στην Αναβρυτή, σε αυτόν τον παλιόδρομο. Να με πάρεις τηλέφωνο, μόλις φτάσεις. Φοβάμαι πολύ.
Ο αδερφός του ο Ηλίας ξεχειμάδιαζε στα Τριπόταμα. Τη νύχτα είδε όνειρο. Ήτανε ο Γιαννάκης και ο Ηλίας μικρά παιδάκια και παίζανε. Παρουσιάζεται από μια μεριά η (πεθαμένη) μητέρα τους, η Ασπασία. Ωραιότατη.
_Παιδάκια μου, ελάτε στην αγκαλιά μου, ελάτε που σας αγαπάω, που σας έχω πεθυμήσει. Ελάτε, ελάτε!
Και είχε ανοίξει την αγκαλιά της.
Ο Γιάννης έτρεξε με χαρά και έπεσε στην αγκαλιά της. Εγώ φοβήθηκα και κρύφτηκα, διηγείται ο θείος ο Λιας.

                        Το 1964 Ο Κοσμόγιαννης απαγγέλλει  «τον πόλεμο π@υτσ@υ και χάρου»
Σηκώθηκε ο Κοσμόγιαννης το πρωί και μετά το τσάι, κατέβηκε στο γύφτικο. Άναψε το καμίνι και άρχισε να μαστορεύει. Κρύο πολύ. Μετά από λίγη ώρα, ανεβαίνει απάνω στο σπίτι. Όπως συνήθιζε.
_Τι ανεβοκατεβαίνεις ρε Γιάννη, δε κάθεσαι να δουλέψεις λίγο!
_Σε αγαπάω ρε κάθαρμα, δεν μπορώ να κάνω χωρίς εσένα!
Και μετά άρχισε να της λέει, το ένα, το άλλο, να κάνει σχέδια. Από το μεγάλο παράθυρο βλέπει απέναντι.
_Κοίτα δω Αλέξω, εκεί απέναντι, στου Ψαρού το αλώνι, θα βάλω ταχιά μηχάνημα, θα το ξελογκώσω και θα το φυτέψουμε καστανιές, θα κάνουμε ένα ωραίο κτηματάκι.
_Ναι, κάνε όνειρα!
_Α ρε Αλέξω, με τα λόγια όλα τα φτιάξαμε. Αύριο χτυπάει η καμπάνα, ποιος πέθανε; Ο Κοσμόγιαννης.
Και ξανακατέβηκε κάτω. Δεν πρόλαβε να κατέβει, ακούει η μάνα μου βιαστικά βήματα να ξανανεβαίνει τρέχοντας τη σκάλα..
_Θα τον έπιασε κόψιμο, σκέφτηκε.
Άκουσε την πόρτα να ανοίγει και ένα θόρυβο δυνατό. Ανοίγει την πόρτα. Στο χωλ, φαρδύς-πλατύς ο Κοσμόγιαννης. Άνοιξε το στόμα του δυο τρεις φορές σαν κάτι να ήθελε να πει. Και τέλος. Αυτό ήτανε, πάει ο Κοσμόγιαννης.
Από τις φωνές της μαζεύτηκε η γειτονιά. Ήρθε ο γιατρός, του έκανε τα γιατρικά του, προσπάθησε να τον επαναφέρει. Τίποτα. Ανακοπή καρδιάς, αποφάνθηκε.
Κατά τις εννιάμιση το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο του σχολείου.
_Πέθανε ο πατέρας σου ρεεεεεεεε! ακούστηκε η φωνή του γείτονα του Βασίλη του Καραχάλιου.
Δεν μπορούσε ο κόσμος να το πιστέψει. Τα παιδιά το μάθανε στην Αθήνα. Τον Κυριάκο τον έπιασε ένα νευρικό γέλιο. Ασταμάτητο.                               _Ρε, πέθανε ο Κοσμόγιαννης. Και δωσ’ του γέλαγε ασταμάτητα.
Τους έβαλε ο Γιώργος στη χελώνα του και τους έφερε στο χωριό.
Μια γειτόνισσα είπε:<<Πέθανε ο Κοσμόγιαννης και ξεβρόμισε ο τόπος!>>
Ο παπα-Βαγγέλης τυπικότατος:
_Τι ώρα θέλετε να ορίσουμε την εξόδιο ακολουθία, κύριε Κοσμά;
_Όποτε θέλετε εσείς πάτερ.
           

                               Καστρί Απόκριες μια άλλης εποχής Κοσμόγιαννης - Χριστοφόρος. 
Τον θάψαμε 1 Μαρτίου 1980. Έριχνε χιόνι. Και τη νύχτα το πάγωσε κιόλας. Τα παιδιά τρομάξανε να τον κατεβάσουνε στη δημοσιά. Τότε δεν υπήρχε ο απάνω δρόμος. Και ο κόσμος κατέβηκε με δυσκολία. Για τον καιρό που έκανε και για την εποχή που ήταν ο κόσμος ήταν πολύς. Ο Καμπανάρης είχε φέρει το φορτηγάκι, να βάλουμε το φέρετρο στην καρότσα. Τα παιδιά δεν το δεχτήκανε. Ο Κοσμόγιαννης δε θα μπει στην καρότσα ενός φορτηγού. Θα τον πάμε εμείς στους ώμους. Τιμής ένεκεν, είπαν. Τον περάσανε από την πλατεία, από το δημοτικό σχολείο, γύρω-γύρω. Τελευταία βόλτα.
Τα παιδιά (τα δικά του) απέξω από την εκκλησία, μέσα στα χιόνια είχανε μαζευτεί με τις καραμούζες τους και με τα τούμπανα και παίξανε για λίγο το πένθιμο εμβατήριο.
Είχανε μαζευτεί όλοι οι παπάδες από τα γύρω χωριά και τον ψάλανε. Χωρίς να τους καλέσει κανένας. Στο κουτί μέσα πεθαμένος ήτανε πολύ ωραίος. Θα πάρει κι άλλους κοντά του, είπε ο κόσμος. Πράγματι κείνη τη χρονιά πεθάνανε πολλοί στο χωριό. Ο ένας πίσω από τον άλλο!
Ο σταυρός απάνω έγραφε: ΙΩΑΝΝΗΣ Β. ΚΟΣΜΑΣ ή ΚΟΣΜΟΓΙΑΝΝΗΣ 1910 – 1980
Μετά από εφτά χρόνια ο Κοσμόγιαννης μπήκε σε ένα κουτί που απάνω έγραφε τα ίδια ακριβώς. Τώρα βρίσκεται κάπου πλακωμένο στο οστεοφυλάκιο του κοιμητηρίου του Αγιο-Νικόλα.

Ο Ιωάννης Κοσμάς ή Κοσμόγιαννης γεννήθηκε στο Καστρί της Κυνουρίας το 1910. Πατέρας του ο Βασίλειος Κοσμάς και μητέρα του η Ασπασία το γένος Κοκκινιά. Για τα χρόνια κείνα ο Κοσμόγιαννης έλαβε πολύ καλή μόρφωση, δεδομένου ότι πήγε μέχρι τη Β' τάξη του Σχολαρχείου της εποχής εκείνης. Αν και κοφτερό μυαλό, δεν προχώρησε πιο πολύ στο σχολείο γιατί και οι συνθήκες της εποχής εκείνης δεν το επέτρεπαν σε ένα περιβάλλον όπου τα γράμματα θεωρούνταν περιττά, αλλά και οι διαφόρων ειδών άλλες ανησυχίες του (σκανδαλιές) σαν νέος της εποχής δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει το σχολείο. Άλλωστε και ο ίδιος έλεγε ότι ο δάσκαλός του έλεγε συχνά στον πατέρα του Βασίλη: « Ο Λιας είναι για γράμματα, ο Γιάννης είναι μόνο για ποιήματα».

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

ΤΑ ΜΑΓΑΖΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΑΝΝΗ.



 
          Γράφει ©
ο  Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης. 
                             
   Με αφορμή ένα σχόλιο σε μια φωτογραφία που ανέβασα μου δόθηκε ευκαιρία να αναφερθώ στα μαγαζιά του Αγιάννη. Παλιά και καινούργια μέχρι το 1980.Τα σημερινά δεν θα τα σχολιάσω γιατί είναι διαφήμιση και μακριά από έμενα αυτά τα πράγματα. Ξέχασα κάποια αλλά ο Μήτσος της Θανάσως – Δημ. Ιωαν Περδικάρης – από τον Καναδά με συμπλήρωσε. Μου έδωσε το έναυσμα να τα θυμηθώ και να τα συμπληρώσω. Αν κάτι ξεχάσαμε ας το συμπληρώσουν σε σχόλια.

Η φωτογραφία ήταν από το μπακάλικο του << Πάνου του Λυκίδη>>. Στην αναπαλαιωμένη είσοδο γράφει έτος 1887 Δ. ΤΑΠΕΙΝΟΣ. Ο Λυκίδης ήταν θειος του Στράτη του Δαλιάνη πατέρα του Πάνου. Δίπλα υπήρχαν φαρδιά σκαλοπάτια που τα ανέβαιναν τα γαϊδουρομούλαρα. Κάθε πρωί τα σκαλάκια αυτά τα κατεβαίναμε τρέχοντας με τον αείμνηστο το Γιώργο Μπουρνάκη με προορισμό την πλατεία του Αγιώργη. Σκοπός μας να βαράμε την καμπάνα που ήταν κρεμασμένη στην Πλατάνα του Αγιώργη. Η Βαριά άγρια φωνή της – εμένα με τρόμαζε για πολλούς λόγους- καλούσε τα παιδιά του Χωριού στο ναό της γνώσης στο σχολείο μας. ►1

                           Η αναπαλαιωμένη είσοδος του παλιού μπακάλικου.
Κάτω ακριβώς από του Λυκίδη, δίπλα από ένα πηγάδι ήταν η χασαποταβέρνα του Τάκη του Χασαπογιάννη. Δεν την πρόλαβα την είχα ακουστά.

Το Εμπορικό κέντρο Αγίου Ιωάννου μέχρι το μεσοπόλεμο ήταν γύρω από την εκκλησία του Αγιώργη.

Ποιο παλιά το κέντρο ήταν στο κάτω μέρος του χωριού γύρω από τον Πρόδρομο. Από παράδοση γνωρίζω το << Καφενείο Μωριάτη>>. Το κτήριο το ανακαίνισε ο ευεργέτης του Αστρους Λεωνίδας Ζαφείρης που ήταν εγγονός του Μωριάτη.

Κάπου εκεί είχε τσαγκάρικο – σανδαλοποιείο , ο Γεώργιος Γιακουμής ή Κακουργιώτης .Μετά από εμπρησμό το 1930 το μετέφερε κοντά στην Παναγία τη Λάκκα.

Σίγουρα υπήρχαν και άλλα καταστήματα και εργαστήρια. 

 Όταν άνοιξε ο Δημόσιος δρόμος- τότε Νομαρχιακός, το χωριό και τα καταστήματα αναπτύχτηκαν κατά μήκος του.

Από τη δύση προς την Ανατολή Το πρώτο ήταν το μπακάλικο καφενείο του Χαρ. Σπυράκη, (Καληψώρη ). Ο Χαρούλης ήταν γλυκομίλητος και τίμιος έμπορος. Χαιρόσουνα να ψωνίζεις πάντα με καλοσύνη σου μιλούσε. Δίπλα του η θεια Στάμο τον βοηθούσε πάντα με το χαμόγελο. Στην αυλή δέσποζε μια τεράστια καρυδιά. Στον ίσκιο της καθισμένοι οι γεροί και οι νεότεροι της γειτονιάς. Αμυδρά θυμάμαι τον Σταύρο τον Πλατή να κάνει πλάκα με τον γέρο Μητσέλη. Το θυμάμαι γιατί ο γέρος φορούσε << Μάγκα >>►2 του έβγαζε την μάγκα και ο γέρος του απαντούσε : << Ουτ ουτ ακάθαρμα άσε τη μάγκα μου >> !!! Στο εσωτερικό του καταστήματος μεγάλη εντύπωση μου έκανε το μεγάλο ραδιόφωνο με την πράσινη λάμπα το << το μάτι του ψαριού >>►3. Δίπλα του η μεγάλη μπαταρία τύπου ΜΠΕΡΕΚ !!!!!

Ο Χαρούλης με την θεια Στάμο  παρέμειναν στο Γιαλό – Αστρος. Αργότερα το κατάστημα το νοίκιασε και το λειτουργούσε σαν εμπορικό ο Νίκος ο Δήμας από τη Μελιγού. Πουλούσε υφάσματα με το μέτρο, είδη ραπτικής και έτοιμα ρούχα. Ποιο πριν ο Νίκος ερχότανε με το γάιδαρο και ένα άλογο φορτωμένα με κάσσες που άνοιγαν και είχαν την πραμάτεια του.

Δίπλα στη δεξαμενή στη Λάκκα ήταν το μπακάλικο καφενείο ταβέρνα του Σπύρου Τρυποσκούφη – Μαχαίρα. Ο μπάρμπα Σπύρος ήταν λεβέντης σε όλα του. Η θεια Μάρω μας αγαπούσε και μας έδινε φαγητό και ένα άσπρο ψωμί εφάμιλλο του σημερινού πολυτελείας. Εδώ είχα ακούσει πολλές ιστορίες από τους γέρους. Παράξενο πράγμα μιλούσαν περισσότερο για την Μικρά Ασία και όχι για το ΄40 την Αντίσταση και τον εμφύλιο. Τους σέρβιρα πορτοκαλάδες ΕΛΠΑ και νερό, τον καφέ τον έχυνα γιατί κοίταζα τον δίσκο !!!

Δίπλα το Τηλεφωνείο, μπακάλικο, καφενείο κρεοπωλείο και ταβέρνα και του Κων. Αλουπογιάννη – Φούντα. Το λειτουργούσε όλο το χρόνο ο λεβεντόγερος ο Μητρούσης- Δημ Ιωαν. Τρυποσκούφης – συνεπικουρούμενος από την θεια Αγάπη. Ήταν οι γονείς της θειας Βαγγελιώς. Ο παππούς αυτός ήταν πολύ καλός άνθρωπος και από τους ανθρώπους που μας έμαθε πολλά. Το κυριότερο να τηλεφωνούμε!! 22.254. Όλα τα παιδιά της γειτονιάς μας αγαπούσε. Μόνο τον εγγονό του το Μήτσο μάλωνε όταν όλοι μας κάναμε σκανδαλιές, ο τρόπος του ήταν τρυφερός και διδακτικός για όλους μας.<<  Αγιάννης εδώ έλα – έλα Πλάτανος εκεί >>, ακόμα ηχεί η φωνή του στα αυτιά μας ©.     
                                   Ο Μητρούσης – Δημήτριος Ιωαν Τρυποσκούφης.

Ξέχασα να αναφέρω και την κορδἐλα του Κατσιανού. άλλη μια επιχείρηση στην δημοσιά, και αύτη η μυρωδιά του πετρελαίου και το πριονίδι φρέσκο μόλις την έβαζαν μπροστά σαν Λαγωνικό μύριζα και ήξερα χωρίς να πάω από πάνω..- γράφει ο Μήτσιος. 

Ο Κωστάκης και ο Στέλιος Μπάρλας – Κατσιαναίοι – είχαν μια ισχυρή για την εποχή πριονοκορδέλα που έπαιρνε την κίνηση από μια πετρελαιομηχανή. Τη μάρκα της μηχανής δεν θυμάμαι αλλά από τον θόρυβο της πρέπει να ήταν << Μαρκότσι >>.
Με την πριονοκορδέλα επεξεργάζονταν τεράστιους κορμούς από τον Πάρνωνα τα γνωστά μας << Τρουμπούσκια>>. Τα ξάκριζαν τα  έκοβαν σε διάφορα μεγέθη και έφτιαχναν εγχώρια ξυλεία.
Τα << Τρουμπούσκια>> τα είχαν σωριασμένα δίπλα από την δεξαμενή. Μάλλον για να ξεραθούν. Για να τα μεταφέρουν μέχρι την κορδέλα μαζεύονταν αρκετοί άντρες. Ο μόνος που τα μετέφερε μόνος του ήταν ο Λουφολιάς!! Όταν του την έδινε, έτσι για την πλάκα του τα πέταγε στη μέση του δρόμου!!! 

Στου Κώστα του Δικαίου - Γυρολόγου σε ένα μικρό οίκημα πουλούσε, κατασκεύαζε χειροποίητα άρβυλα μόνο οι σόλες ήταν από το εργοστάσιο με έδρα επί της Πειραιώς << Αφοι Μπαρμπαλιά >>. Επισκεύαζε και έβαφε παπούτσια ο ετεροθαλής αδελφός του πατέρα μου ο Ντίνος ο Βλαχάκης.

Πάνω από τον πάγκο είχε το εικόνισμα της αγίας Βαρβάρας προστάτιδας του πυροβολικού! Περίμενα να περάσει η ώρα να πάμε για κυνήγι με το δίκαννο τύπου Κρουπ. Το έλεγε Κεφαλά γιατί η μια του κάννη άνοιγε πολύ τα σκάγια !!!!
                        
                                          Ντίνος Βλαχάκης νεαρός τσαγκάρης και κυνηγός.

Αργότερα όταν ο θείος μετέφερε και το καλοκαίρι το μαγαζί στο Άστρος, το άνοιξε ο Βασίλης ο Δικαίος – ο Εγγλέζος, ο οποίος έκανε μόνο επισκευές στα παπούτσια. Ο Βασίλης πριν το είχε στο κατώι του σπιτιού του κοντά στο<< Σουληνάρι >> Εδώ στο νέο του κατάστημα είχε πει το περίφημο: << Ε φόλα εδώ ε φόλα εκεί ε φέρε τάλιρο Φωτεινή !!! >>

Λίγο ποιο πέρα ήταν και είναι το μπακάλικο, καφενείο, κρεοπωλείο και ταβέρνα του Δημ. Καμπύλη- Λούφα. Ήταν το σπίτι του Φώτη Δαλιάνη στο όποιο μέναμε ένα διάστημα. Κατόπιν πουλήθηκε και ο μπάρμπα Μήτσος τότε έφτιαξε σύγχρονο κτήριο.

Εκτός των άλλων για κάνα δυο μήνες το καλοκαίρι πουλούσε εφημερίδες από το πρακτορείο του << Χρυσογένη >>από το Άστρος. Τη άλλη ημέρα έκοβε το κουπόνι και τις πουλούσε με το κιλό. Τις αγοράζαμε για πάσα χρίση!! Κόλπο δικό μου ζητούσα διαφορετικές εκτός από αθλητικές. Ο κ. Μήτσος μου έβαζε όλες τις εφημερίδες της ζύγιζε και τον πλήρωνα. Με μια, μιάμιση δραχμή προμηθευόμουνα όλες τις εφημερίδες αλλά τις διάβαζα με καθυστέρηση δυο ημερών!!! 

Η ποιο αριστερή ήταν το <<Βήμα>> το οποίο πάντα έμενε!!!. Αυτό της Κυριακής ήταν τρομερό!! Έχω διαβάσει Ακρόπολη και Βραδινή στο Σαραντάψυχο, στα Μεσιανά, στου Καβουκά ,στις Μάντρες, δίπλα από το ιερό της Παναγίας κ. α !!!

Ναι ρε Μήτσιο φίλε μου ξέχασα την χασαποταβέρνα του Κώστα του Άρχοντα, (Αγουρέλιτσα) που ήταν και αυτή στη δημοσιά. Παλιά την είχε ο σεβάσμιος παππούς ο Ηλίας, ο όποιος ήταν και πρακτικός γιατρός. Στην ταράτσα της φώλιαζαν πάμπολλα περιστέρια!!! Ο Μιχάλης ο εγγονός του Ηλία γιός του Κώστα νομίζω ότι συνεχίζει την παράδοση.

Κάτω από του Αγουρέλιτσα ήταν τη ταβέρνα του Θοδωράκη του Άρχοντα. Δίπλα από σκαλάκια και κάτω από μια καρυδιά.

Το μπακάλικο χασαποταβέρνα του Λυσσαίου- Οδυσσέα Σούρσου. Ο αείμνηστος Λυσσαίος ήταν ωραίος τύπος. Περισσότερο ήταν  χασάπης και ταβερνιάρης. Έκανε τα καλύτερα πανηγύρια ακόμα θυμάμαι τις στοίβες με τα κιβώτια της μπύρας FIX !! Εδώ είχα ακούσει πολλές φορές << Τα αηδόνια του Πλάτανου >> Ο Φώτης με το βιολί του πάντα με καθήλωνε !
Είχε και ένα Πικαπ Philips με 45α  δισκάκια το ρεπερτόριο του περιελάμβανε Στελάρα, Δημοτικά, Τσιτσάνη, Χιώτη κ. α . Το χειμώνα στο Άστρος  μετέφερε το μαγαζι του στου Βαγγέλη του Λαλογιάννη - Λάλα κοντά στο πατρικό μου. Με μάθαινε ζεϊμπέκικο και οι θαμώνες γελούσαν. Στο τέλος με γέμιζαν καραμέλες και σοκολάτες !!!!!  
             
                                     Ο Λυσσαίος – Οδυσσέας Χαρ Σούρσος  ►4.

Πάνω από του Λυσσαίου νομίζω ότι τότε ήταν ιδιοκτησία του Κουμπουρίτσα – Θεόδωρος Κακαβούλιας- λειτουργούσε οδοντιατρείο η Βούλα. Δεν αναφέρω επίθετο γιατί την καλή αυτή γιατρό και άνθρωπο την θεωρούσε ο κόσμος οικεία και έτσι μας είναι γνωστή. Είχα προλάβει τον τροχό χωρίς ρεύμα!!!. Τον πάταγε με το πόδι της σαν την ραπτομηχανή. Μου έβγαλε ένα δόντι όταν αλλάζουν τα παιδάκια και δεν ζήτησε να πληρωθεί. Τα άλλα τα δόντια μου τα έβγαλα μόνος μου με την κλωστή και την πόρτα !!! Θυμάμαι πολλούς ανθρώπους που είχαν καταφθάσει από τα γύρο χωριά. Ουρά κάθονταν μέχρι κάτω τη σκάλα.

Δίπλα ήταν το τσαγκαράδικο του Μητσιβίλια νομίζω ότι το επίθετο του ήταν Θεοδώρου. Δεν το πρόλαβα άλλα το είχα ακουστά .Εκεί είχε μάθει την τέχνη ο θειος μου ο Ντίνος.

Στον κατήφορο προς Αγιώργη πρόλαβα και την ταβέρνα του Σαραντόγιαννη. Ο μπάρμπα Γιάννης ήταν ευγενική μορφή. Στην αυλή είχε μια μυλόπετρα που η θειά Ρίνα και οι γυναίκες την γύριζαν, έκοβαν το σιτάρι για μπουλουγούρι. Σήμερα είναι διασωσμένα από τον γιο τους τον Στράτη.

Στην πλατεία ήταν το μπακάλικο καφενείο του Κων. Δικαίου – Μακαρούνα. Από εδώ αγοράζαμε το λάστιχο για τις σφεντόνες τα περίφημα << λάστιχα >> Τα δικά μας μπακάλικα δεν είχαν ή δεν μας πουλούσαν, βλέπεις θέλανε τα τζάμια τους!!!!

Το σαματατζίδικο - πεταλωτήριο του θείου μου του Θανάση Γαρδικιώτη (Ξιούρα) δίπλα από του Μακαρούνα.( ο Δημ. Ιωαν Περδικάρης ) 

Μήτσιο εγώ το θυμήθηκα αλλού στο πατρικό του μπάρμπα Θανάση στο ισόγειο. Αυτό που έφτιαξε αργότερα ο Τζίμης ο Γαρδικιώτης. Νόμιζα ότι έχει μέσα μια ζωγραφιά με το Σαμαρτζίδικο του αειμνήστου Θανάση. Δεν έχει όπως με πληροφόρησαν. Τσαμπάσης – ζωέμπορος ήταν ο πατέρας του ο Αποστολής. Αυτό σίγουρα ήταν η αίτια να μάθει την τέχνη του.

Ο θείος Ντίνος είχε ανοίξει μπακάλικο στου Γιώργη Γιάννακα στην πλατεία του Αγιώργη αλλά το κράτησε λίγο καιρό. 

Το περίπτερο της Κατερίνας του Μπολόλια !! Λιχουδιές καραμέλες, σοκολάτες, και πακέτο << ΚΑΡΕΛΑΚΙ >> ►5. αργότερα για μας. Κοκαλάκια, στεκάκια και τσιχλόφουσκες για τα κορίτσια!!!  Ήταν στην ανηφορίτσα πάνω απ τον Αγιώργη. Η Κατερίνα ήταν εγγονή της Κάτσιως λεγόταν Δαλιάνη; Είχαν ένα αδελφό το Βασίλη Μπολόλια που σκοτώθηκε στον εμφύλιο στην περιοχή της Φλώρινας. ►6. Η Πολιτεία τους είχε δώσει τιμητικά μια άδεια περιπτέρου. Είχε σχεδόν τα πάντα, τις έδινα δεκάρες και τότε γκρίνιαζε μου. Τις πεντάρες τις πέταξα, στο Μοναστηράκι σήμερα η δεκάρα πουλιέται ακριβά!!!!!

Στο κτήριο της Ιουλίας ήταν το εμπορικό του Αντώνη του Τσούμα με είδη ραπτικής, κλωστές ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ, πολύχρωμους καμβάδες, ρόμπες, και διάφορα υφάσματα.
Το φθινόπωρο ο Αντώνης ο Τσούμας μας προμήθευε με Βιβλία. ►7 . Συνήθως ήταν εκδόσεις ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Πουλούσε χαρτικά και αυτό το πρασινωπό χύμα μελάνι ΜΕΝΟΥΝΟΣ. Αυτό προτιμούσα από το μπλε καλύτερης ποιότητας σε κουτάκι, είχε και κάτι Ιταλικές πένες !!! Βέβαια δεν έχανα την ευκαιρία να γεμίζω την πένα μου με μελάνι κάποιου άλλου συμμαθητή ή βουτώντας από το μελανοδοχείο της δασκάλας που ήταν και θεια μου, τότε να δεις μίξη χρώματος !!! Μετά από πολλά χρόνια αγόρασα αρκετές  πένες καλών εταιριών και πολλά μελάνια, για να ξεπεράσω το ψυχολογικό και την αγανάκτηση μου γιατί είχα πάντα μελανά δάκτυλα ! Μετά ήρθαν τα μπικ…!!

  Το καφενείο << Του Τζιορτιώνα >> το ξεχάσαμε και οι δυο μας ρε  Μήτσιο!! Δυστυχώς ή ευτυχώς που δεν έγινα χαρτόμουτρο !!!! Το καφενείο στεγάζεται στο ισόγειο της πάλε ποτέ οικίας Τραχάνη. Σπουδαίου προύχοντα της περιοχής στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Κατόπιν περιήλθε στην ιδιοκτησία της οικογενείας Τζιβελόπουλου – Τζιορτζιώνα. Έχει μεγάλη ιστορία το καφενείο αυτό. Σπούδασαν γενιές και γενιές χαρτοπαικτών !!! Ακόμα και ο δεσπότης- ο Ανδρούσης Ιωσήφ - έχει αφορίσει τους Αγιαννίτες χαρτοπαίχτες και έχει εξαπολύσει μύδρους κατά της χαρτοπαιξίας!


Είχα ακούσει και για το καφενείο του Κώστα Ιωαν. Κατσούλη αλλά δεν το πρόλαβα σαν καφενείο. Στο Αστρος αμυδρά θυμάμαι τον μπάρμπα Κώστα καφετζή στο καφενείο με τη μουριά. Στον Αγιάννη τον θυμάμαι συνταξιούχο. Το πρόλαβα όμως σαν αίθουσα συσσιτίου του σχολείου μας.

Κάποια καλοκαίρια εδώ λειτουργούσε δικαστήριο. Εκεί να δεις πλάκα με τους βλαχοδικηγόρους που κάνανε αγροζημίες και με τις πονηριές τους να τουμπάρουν τον πρόεδρο!!
Σε μια καταδικαστική του απόφαση ο καλός μας παππούς ο Μιχάλης Γεω. Κολοβός- ο δικός μας θεός Απόλλωνας – είπε στον πρόεδρο του δικαστηρίου : << Με δίκασες να μην περνάω το νερό από το αυλάκι, θα μου ξεραθεί το περβόλι. Εγώ θα συνεχίσω να το περνάω και κάνε ότι θέλεις...>>
Βλέποντας την απορία στο πρόσωπο του προέδρου και το θύμο στο κατακόκκινο πρόσωπο του παππού, όλα τα παιδιά βάλαμε δυνατά τα γέλια.

Ο Αγροφύλακας ο Μήτσος ο Τσιώρος μας έβγαλε έξω κακήν κακώς. Γελώντας και ο ίδιος χωρίς βία λέγοντας μας << παραβιάσατε την συμφωνία ..!!! >> Είχε δίκιο, ο έτερος αγροφύλαξ ο Νικολάκης ο Σκαρπέλος ήταν αντίθετος από την αρχή και δεν ήθελε να παρευρεθούν οι πιτσιρικάδες στο δικαστήριο. Τους παρακαλέσαμε να παρακολουθήσουμε το δικαστήριο δήθεν για διδακτικούς σκοπούς, μας επετράπη με τον όρο να είμαστε ήσυχοι αλλά κάναμε φασαρία!!!!
               
                                              O Μύλος του Κολοβολιά σήμερα.

Προχωρώντας προς την Αγιαπαρασκεύη το νεκροταφείο του Χωριού, μακριά από μας - όλοι εκεί θα πάμε !!! Συναντούσαμε το τυροκομείο του Αγροτοκτηνοτροφικού Συνεταιρισμού που το φουντάρανε και σήμερα το λειτουργεί ιδιώτης.

Πριν την στροφή στο πάνω μέρος ήταν η αποθήκη κατάστημα του << Λαμπρόπουλου>>!!! Ο Γιώργης ο Αδάμης – Τσιάχτης- είχε μια αποθήκη με λίγα εμπορεύματα. Ένας γκρίζος γάιδαρος και ένα μουλάρι φορτωμένα με κατάλληλα διασκευασμένες κάσσες ήταν το κινητό του κατάστημα. Δεν ξέρω αν ο ίδιος όντας χιουμορίστας ή κάποιοι άλλοι είχαν ονομάσει το κατάστημα του σκωπτικά του      << Λαμπρόπουλου>>  παρομοιάζοντας το με το γνωστό μεγαλοκατάστημα των Αθηνών!!!
 Έφτανε περπατώντας και με φορτωμένα με τα ζά ο μπάρμπα Γιώργης μέχρι τα χωριά της Επιδαύρου Λιμηράς – Βασκίνα, Αμυγδαλιά , Πηγάδι, Βλυσιδιά κ.α. Αργότερα πήγαιναν να πουλήσουν με τον αδικοχαμένο γιο του Μανώλη με ένα αρχαίο φορτηγάκι –κλούβα.   

Αφού μνημονεύουμε (με καλή έννοια) να μην ξεχάσουμε και τον μύλο του μπάρμπα Λιά στην Αγιά Παρασκευή με τα καθάρματα τα σκυλιά του..- Μήτσιος έγραψε !!! Σίγουρα κάποιο από τα άγρια σκυλιά του μυλωνά θα τον είχε στρώσει στο κυνήγι και όχι άδικα. Δεν μπορεί ή θα πήγε να το χαϊδέψει ή να του ρίξει κανένα μπερντάχι !!!! Φιλόζωος γαρ!!!

Στη στροφή στην είσοδο του χωριού ήταν ο Μύλος του Κολοβού. Ο Ηλίας Γεω. Κολοβός λειτουργούσε από το 1939 ένα μύλο. ►8. Ο Μύλος είχε << λιθάρι >>ή << πέτρα>>  διαμέτρου 1,10 του μέτρου. Η πέτρα στη τελευταία περίοδο λειτουργίας περίπου αρχές της δεκαετίας του 1980, επεξεργάζεται 300 κιλά αλεύρι την ώρα. Από το 1971 όταν ο Αγιάννης ηλεκτροφωτίσθει, ο μύλος λειτουργούσε με ηλεκτρική ενέργεια. Το μοτέρ ήταν ισχύος 20 ίππων. Είχε μπουράτο, αναβατόριο κοσκίνα και άλλους μηχανισμούς.

Αν έχω λησμονήσει κάτι ή έχω κάνει λάθος σε επίθετα – αχ αυτά τα παρατσούκλια - ας το προσθέσει κάποιος. 

Σχόλια – Επεξηγήσεις. ©  Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης. © 

►1 Η Καμπάνα του Αγιώργη ήταν κρεμασμένη με αλυσίδα στην Πλατάνα. Το παλιό καμπαναριό δεν άντεχε το βάρος της . Είχε αναγγείλει χάρες και λύπες. Χτύπαγε να πάνε στον πόλεμο, χτύπαγε σε θανάτους, χτύπαγε να μαζευτούν οι άντρες να σβήσουν την πυρκαγιά. Μας καλούσε στο σχολείο πρωί και απόγευμα. Τρόμαζα με την βαριά φωνή της εν αντίθεση με τις γλυκές δίδυμες του Προδρόμου και την φτωχική της Παναγίας της Λάκκας . Στο σημείο που ήταν ακουγόταν σε όλο το Χωριό. Στεναχωρήθηκα όταν ράγισε την επισκεύασαν ή έφτιαξαν καινούργια και την έχουν στο σημείο που είναι σήμερα. Λέω το Φθινόπωρο να καλέσω τα παιδιά στο σχολείο μας. Τι λέτε ;
►2 << Μάγκα >> Ήταν ένα μαύρο μαντίλι που οι παλιοί γέροι το έδεναν στο κεφάλι τους. Το δέσιμο του ήταν παρόμοιο με το Κρητικό κεφαλομάντηλο ( σαν Μαύρο Κρητικό Σαρίκι ) αυτό ήταν χωρίς κρόσσια. Το έβαζαν στις επίσημες εξόδους τους.
►3 << το μάτι του ψαριού >>. Στα παλιά ραδιόφωνα όταν ο δεκτής συντονιζόταν ακριβώς με τη συχνότητα του πομπού άναβε μια λυχνία. Το χρώμα της ήταν συνήθως πράσινο η μπλε, ίσως να έπαιζε και διακοσμητικό ρόλο.
►4. Ο Λυσσαίος – Οδυσσέας Χαρ Σούρσος όλη την ημέρα ήταν στο πόδι. Δούλευε και στα χωράφια, έβαζε και κάποια μεροκάματα κουραζόταν. Το Βράδυ κοιμόταν στην καρεκλά για αρκετή ώρα. Άκουγε όταν τον φώναζες να σερβίρει κάτι ή συμμετείχε στην συζήτηση επιχειρηματολογώντας σε θέματα που είχαν ειπωθεί την στιγμή που κοιμόταν. Μάλλον λαγοκοιμόταν ο αείμνηστος Λυσσαίος.
►5  Η γνωστή καπνοβιομηχανία της Καλαμάτας << ΚΑΡΕΛΙΑ>> είχε βγάλει ένα πακέτο με 10 τσιγάρα. Το λέγαμε << ΚΑΡΕΛΑΚΙ >> ή φοιτητικό. Το πρώτο Ελληνικό Τάμπλετ !!! Η Κατερίνα μας ρώταγε ποιανού είναι και εμείς της λέγαμε ένα όνομα μεγαλυτέρου παιδιού !!!
►6 Είναι θαμμένος στο Στρατιωτικό νεκροταφείο της Φλώρινας. Θυμόμουν το παρατσούκλι του και δεν αναζήτησα τον τάφο του, όταν βρέθηκα στην ακριτική μας πόλη.
►7 Τα σχολικά βιβλία τα αγοράζαμε όλα μέχρι το 1968. Η τότε εθνοσωτήριος άρχισε να μας τα δίνει δωρεάν. Κάποιοι βολευόμαστε με τα  αναγνωστικά των παιδιών μεγαλύτερων τάξεων . Είχαν χοντρό εξώφυλλο και δεν καταστρέφονταν. Τα υπόλοιπα τα αγοράζαμε από τον Τσούμα. Τα περισσότερα ήταν εκδόσεις << ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ>> που ήταν και πατριώτης μας.
►8 Πληροφορίες για το Μύλο του Κολοβολιά μας δίνει ο Νικ. Ι Φλούδας στο Βιβλίο του ΘΤΡΕΑΤΙΚΑ τόμος Γ΄ΑΓΙΑΝΝΗΣ εκδ 1983  σελ 115