Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ.


  
Βασίλης Κούβαλης
Βερβενιώτης Νομικός 
                                           
Ξύπνησα με την ανάμνηση του πατέρα μου σήμερα και θυμήθηκα τις ιστορίες-παραβολές του...
Ξέρετε στα μέρη μου, αλλά και σε όλη πιστεύω την Ελλάδα, οι μικροκοινωνίες των χωριών, έχοντας τη δική τους Ηθική, νοοτροπία και συνήθειες, αλλά και τη δική τους ψυχολογία, έχοντας τις δικές τους Αρχές, είχαν δημιουργήσει εσωτερικά και δικό τους τρόπο για μεταφορά-μεταλαμπάδευση των Αρχών και Αξιών τους (ενδεχόμενα ή τις περισσότερες φορές, συντηρητικά) στα νεότερα μέλη τους.
Έτσι οι παππούδες και οι πατεράδες μας, όταν ήθελαν να "ορμηνέψουν" (συμβουλέψουν), εμάς τους νεότερους (τότε νεότερους -να εξηγούμεθα και να μην παρεξηγούμεθα...) μας κάθιζαν κάτω και μας έλεγαν κοφτά, ιστορίες με νόημα με παραβολικό τρόπο. χωρίς παραπέρα περιττές "ξερές" συμβουλές. Μέσα απ αυτές μάθαμε να λειτουργούμε κοινωνικά, να σεβόμαστε τον άνθρωπο και να αγαπάμε, άλλος πολύ και άλλος λίγο...
Κάποτε λοιπόν, όταν φτιάχναμε το σπίτι στο Xωριό, πείραξα έμμεσα τον πατέρα μου, προτρέποντας με πειραχτικό νόημα τους μαστόρους, να κάνουν καλό το υπόγειο, γιατί εκεί "θα μείνουν άνθρωποι"... Τόπιασε το υπονοούμενο ο Μπάρμπα-Γιάννης, αλλά δεν απάντησε άμεσα...
                                                  
                                                          ο Μπάρμπα- Γ ιάννης Κούβαλης.
Όταν όμως το μεσημέρι καθίσαμε στο τραπέζι με τους μαστόρους και αφού φάγαμε, πήρε το λόγο (ήταν και στομφώδης ο μακαρίτης...) και μας λέει:
"Θα σας πώ μιά ιστορία...
Ήτανε κάποτε στο χωριό ένας πατέρας, που είχε 4 αρσενικά παιδιά. Είχε όμως ο "καψερός" γεράσει πολύ και ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι... Όμως από τα παιδιά κανένας δεν ήθελε να τον αναλάβει... Έτσι μετά από κουβέντα αποφασίσανε και οι τέσσερις να τον μεταφέρουν στο ρέμα του χωριού και να τον αφήσουν εκεί να πεθάνει...
Τον φορτώσανε λοιπόν σε μιά τζιβέρα (ξύλινο φορείο για μεταφορά οικοδομικών υλικών), τον σκεπάσανε με μία κουβέρτα, πήρανε μαζί και ένα σακκί παξιμάδια, για να τα "βρέχει" ο γέρος στο ποτάμι και μην πεθάνει από την πείνα και ξεκίνησαν...
Φτάνοντας στο ρέμα, βρήκαν ένα προστατευόμενο από τον αέρα σημείο και αποφάσισαν να τον "ακουμπήσουν" εκεί... Μόλις το φορείο "έπιασε" χώμα, ο καϋμένος ο παππούς, ανασήκωσε την κουβέρτα, κοίταξε και λέει στο μεγαλύτερο:
-Μήτσιο...
-Έλα πατέρα...
-Μη μ αφήνετε εδώ παιδάκι μου...
-Γιατί ρε πατέρα;
-Γιατί εδώ χάμου, Μήτσιο είχα αφήσει τον παππού Σας..."
Κι εκεί ο πατέρας μου σταμάτησε και συνέχισε να πίνει το κρασάκι του... Δεν είπε τίποτε άλλο.
Εμείς απλά κοιταχτήκαμε, αλλά καταλάβαμε τί ήθελε να "πεί ο ποιητής".
"Μην το κάνεις το κακό γιατί θα σ εύρει"
Κάπως έτσι μας ορμήνευαν οι παλιοί. Το ίδιο πιστεύω ότι γινόταν με όλους τους πατεράδες τις γενιάς μας... Πρακτικές διδασκαλίας με ουσία, τρόπο και σοφία... Πως να τους ξεχάσεις!!!
Kαλημέρες...

BIOΓΡΑΦΙΚΟ ΒΑΣΙΛΗ ΚΟΥΒΑΛΗ.

Γεννήθηκα το 1956 στα  Βέρβενα Κυνουρίας από γονείς αγρότες... Τελείωσα 6τάξιο Γυμνάσιο στο Άστρος Κυνουρίας και σπούδασα Νομική στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης( Κομοτηνής ). Έκτοτε και μετά το στρατό δικηγορώ ανελλιπώς, αρχικά ως Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου με εγκατάσταση στο Άστρος (1985-1994) και ύστερα ως μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Νάξου, από το 1994 και μέχρι σήμερα. Μένω και εργάζομαι στη Σαντορίνη, όπου και διατηρώ το Γραφείο μου... Έχω δύο παιδιά, από το γάμο μου με την Αθηνά Γυπάκη (συμβολαιογράφο Ίου) το Γιάννη και το Μιχάλη.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΑΡΝΩΝΑΣ Καταφύγιο οι χρόνοι σου οι παιδικοί.




    Τάκης Λάτσης.


Πάρνωνας. Καταφύγιο οι χρόνοι σου οι παιδικοί.

Καταφύγιο οι χρόνοι σου οι παιδικοί
 εκεί και στου Πάνα το βουνό επιστρέφεις
 των παραμυθιών τις νεράιδες να 'βρεις
 με παντελονάκι κοντό και παπούτσια τρύπια.
 Στο κρασί που πίνεις έξω από του Αϊ-Λιά την εκκλησιά
 το Δημιουργό δοξάζεις και τον ευγνωμονείς
 για την ψυχή σου που 'ναι ακόμα ανοιχτή
 του βουνού ν' ακούσει τη γελαστή μιλιά.
 Στου Μαλεβού την κορφή η ζωή σου προβάλλεται
 στους αέρηδες ασπρόμαυρες περνάνε εικόνες
 στης βροχής τις σταγόνες των γερόντων ιστορίες
 στα σύγνεφα που τρέχουν των ονείρων σου οι θάνατοι.
 Του γέρο-Πάρνωνα οι κουβέντες Ευαγγέλιο δικό σου
 τα νερά και τ' αηδόνια του το δικό σου γράψανε τραγούδι
 στων δέντρων του κλαδιά απλώθηκε κουρέλια η καρδιά σου
 στις πέτρες του που κυλήσανε στην πλαγιά οι πεθυμιές σου.
 Αητός γίνεσαι σαν τον θωρείς περήφανος να στέκει
 λεβέντης κι αγέρωχος σαν όλα τα βουνά που 'ναι τραχιά
 φτιάνει παράξενους ανθρώπους το βουνό, δύσκολους
 δε μοιάζει της θάλασσας που τις ψυχές 'μερεύει.
 Μοιάζει λίγο με φυλακή το βουνό , οι πλαγιές του τοίχοι
 σε κάνουνε μανιασμένα τη λεφτεριά να κυνηγάς
 σε αρματώνουνε οι μνήμες του αμφισβήτηση κι επιφυλακή
 η χειμωνιά του σπρώχνει στης φωτιάς το λιμάνι.
                           

                                               Πάρνωνας 

              Σχόλια Παν. Ι.Δ. Βλαχάκη.

Ο Τάκης Λάτσης κατάγεται από την Πλάτανο της Κυνουρίας. Ένα   καταπράσινο χωριό της περιοχής μας, στα πόδια του Πάρνωνα. Εκεί οι άνθρωποι είναι καλλιτέχνες ζούσαν και όσοι απομείνανε εκεί ζουν μέσα στην ομορφιά. Στις πόλεις κουβαλάνε την τέχνη στα γονίδιά τους .....Οι άνθρωποι είναι καλλιτέχνες . Μουσικοί , ποιητές και προπάντων καλόκαρδοι. Η λέξη φιλότιμο και φιλοξενία είναι τα χαρακτηριστικά τους. Ο Τάκης είναι ερασιτέχνης σε όλα του, εραστής των τεχνών… Λειτουργεί πάντα με γνώμονα την  ήσυχη  συνείδηση, ένας υπνοβάτης στα σοκάκια της ουτοπίας... Είναι τιμή μου που τον γνώρισα. Έχει την καλοσύνη να μου αφιερώσει αυτό το ποίημα. Είναι ΠΑΡΝΩΝΙΤΗΣ γνήσιος ευχαριστώ από την καρδιά μου Με τη  σειρά μου το αφιερώνω στο βουνό μας.

5/9/2014. - 00.50'. ....στο φίλο Πι. Βήτα και στο μεγάλο του έρωτα. Τάκης Λάτσης.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

ΙΑΣΩΝ ΚΑΛΑΜΠΟΚΑΣ.



 

Του Παν. Eυαγ. Βέμμου.

Ιάσων Καλαμπόκας: Ο ήρωας της Αντίστασης από την Αρκαδία


Τούτες τις μέρες συμπληρώνονται 70 χρόνια από την σύλληψη και την άμεση εκτέλεση από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής του Ιάσονα Καλαμπόκα στη Χίο, μετά από προδοσία «ελλήνων» συνεργατών τους. Ήταν αρχές Σεπτεμβρίου του 1944 λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση της Χίου (21/9). Μικρή σημασία έχει η ακριβή ημερομηνία αν ήταν 6 Σεπτεμβρίου, που είναι η πλέον πιθανή, ή 7 που κάποιοι αναφέρουν ή 8 που αναγράφεται σε αναμνηστική στήλη στον τόπο εκτέλεσης.
Ο Ιάσων Καλαμπόκας γεννήθηκε στις Κάτω Κολλίνες Αρκαδίας πιθανότατα το 1918, αφού αναφέρεται ότι ήταν 26 χρονών όταν σκοτώθηκε. Πολέμησε στα βουνά της Αλβανίας όπου και διακρίθηκε. Προτάθηκε για την απονομή χρυσού αριστείου ανδρείας. Για τον λόγο αυτό επιλέχθηκε και φοίτησε στην σχολή εφέδρων αξιωματικών στην Καβάλα και στη συνέχεια προωθήθηκε στην Κρήτη όπου πήρε μέρος στη μάχη της Κρήτης ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, όπου και ανδραγάθησε.

Με την κατάληψη της  Κρήτης  κατόρθωσε να επιβιβαστεί σε συμμαχικό πλοίο και να φθάσει στη Μέση Ανατολή. Πήρε μέρος σε μάχες στην έρημο και στο Ελ Αλαμέϊν  όπου όπως αναφέρει η Κούλα Ξηραδάκη στο βιβλίο της «Κατοχικά», τραυματίσθηκε. Λόγω  του απαραμίλλου θάρρους του, της αυταπάρνησης και της αυτοθυσίας του επιλέχθηκε να εκπαιδευτεί στη σχολή μυστικών πρακτόρων και ειδικών αποστολών στη Χάιφα της Παλαιστίνης. Του ανατέθηκαν στη συνέχεια μυστικές αποστολές τις όποιες  έφερε με επιτυχία  σε πέρας.
                                
                                                                                                                                                                                    Το άγαλμα ήρωα Ιάσωνα Καλαμπόκα στη Χίο.


 Η τελευταία ήταν η ανακάλυψη  και καταστροφή της πιο σημαντικής βάσης   κατασκοπείας  και αντικατασκοπείας  των Γερμανών στο κατεχόμενο Αιγαίο που έδρευε στη Χίο. Όπως αναφέρει ο Δημ. Μελαχρoινούδης  συνεργάτης  του «στις 24 του Γενάρη 1944 αποβιβάζονται στα Αγιάσματα ο υπολοχαγός Ιάσων Καλαμπόκας και ο τηλεγραφητής  Πάνος Καρασούλης με τον ασύρματο του… Από τον Ιούνιο του 1944 δραστηριοποιείται το Ελληνικό  Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό (ΕΛΑΝ) με επικεφαλής το Γιώργη  Μαυράκη  και Διαμαντή Καραγκουλέ. Με τρία κουρσάρικα και με προσωπική πολλές  φορές  συμμετοχή τον υπολοχαγού της συμμαχικής αποστολής  Ιάσονα  Καλαμπόκα  αιχμαλώτισαν ή βύθισαν 70 επιταγμένα από τους Γερμανούς πλοία. Ο Ιάσων είχε  οργανώσει τα πάντα. Αποθήκη όπλων, κρυψώνες , κέντρο πληροφοριών, συνδέσμους.  Ευρήκε γόνιμο έδαφος και ανθρώπινο δυναμικό. Ο Ιεράρχης  Ιωακείμ, οι καλόγεροι στους Άγιους Πατέρες, επιστήμονες, διευθυντές Τραπεζών, πατριώτες όλοι οργανωμένοι στο ΕΑΜ. Και ούτε ο Καλαμπόκας ούτε εγώ ήταν δυνατό να κάνουμε τίποτα χωρίς την πολύτιμη βοήθεια τους…»
Ο Στουπάς Αλέξανδρος αναφέρει σε σημείωμά του στο διαδίκτυο «Παιδί της κατοχής. Οδός Αγίου Συμεών ακόμη τότε και χωματόδρομος η σημερινή  Καλαμπόκα. Χώμα κι η πλατεία της εκκλησίας που παίζανε μπάλα ξυπόλητα τα πιτσιρίκια της γειτονιάς. Μια γειτονιά όλο παλιά σπίτια. Κατοχικές μνήμες, σαν όνειρο. Η οικογένεια αναγκάσθηκε ένα φεγγάρι, να μετακομίσει στη Βέσσα. Ο πατέρας είχε μπακάλικο στο ισόγειο του σπιτιού Άγιου Συμεών 22… Κάθε μέρα ανέβαινε στη Βέσσα με τα πόδια. Ξαφνικά, ήλθε στο χωριό το άσχημο μαντάτο. Σκότωσαν τον Νίκο Στουπά οι Γερμανοί απέναντι στο μαγαζί του. Το κράτησαν κρυφό απ’ τη μητέρα του. Ξαφνικά αργά το απόγευμα, τον βλέπουν να έρχεται στη Βέσσα. Αμέσως κτύπησαν την καμπάνα «Ο Στουπάς ζει , γύρισε». Μετά από δύο μέρες γυρίσαμε στη Χώρα στο σπίτι. Έγινε η απελευθέρωση. Θυμάμαι σαν όνειρο απέναντι από το μπακάλικο του πατέρα, ένα κομμάτι ξύλο μακρόστενο φορτωμένο με λουλούδια και φύλλα χαρτιού με λουλούδια και ποιήματα, σκεπασμένο με μια ελληνική σημαία. Ο νεκρός που νόμιζαν ότι ήταν ο πατέρας μου,  ήταν ο Ιάσων Καλαμπόκας. Τον κυνήγησαν τον τραυμάτισαν και όταν γύρισε από το αδιέξοδο του Αγίου Συμεών του έδωσαν τη χαριστική βολή μπροστά στην κολώνα του σπιτιού του Λεμονιάδη…»
                                

           Καλαμπόκας Ιάσων από τις Κάτω Κολλίνες Αρκαδίας. Πολέμησε στην Αλβανία ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός, πήρε μέρος στη Μάχη της Κρήτης, τραυματίστηκε στο Ελ Αλαμέιν και  σε ειδική αποστολή στη Χίο συνελήφθει και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 6/9/1944. Ήταν τότε 26 χρονών.

Ο Ιάσονας Καλαμπόκας , επικεφαλής της συμμαχικής αποστολής στη Χίο, έκανε πράξη την εθνική ενότητα, σε αντίθεση με τις βρετανικές στρατιωτικές αποστολές στην κατεχόμενη Ελλάδα που επεδίωκαν την διάσπαση των αντιστασιακών οργανώσεων και την προώθηση των αυτοκρατορικών αγγλικών συμφερόντων. Για αυτό το λόγο  η προσφορά του Ιάσονα είναι ιδιαίτερα σημαντική και διδακτική με όσα ακολούθησαν στην πολύπαθη χώρα μας. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που στον τόπο μας έχει παραμείνει άγνωστη η δράση ενός ήρωα, αφού έσερνε τη φήμη του «συνοδοιπόρου».

70 χρόνια μετά, σαν ύστατη προσφορά στη μνήμη του, για την εθνική μας επιβίωση και για τα παιδιά οφείλουμε αρχές και πολίτες του τόπου  καταγωγής του να τον τιμήσουμε. Η Χίος, ο τόπος που θυσιάστηκε έχει στήσει ανδριάντα, έχει δώσει το όνομα του στο δρόμο που εκτελέστηκε, αίθουσα  στη βιβλιοθήκη «Α. Κοραής» και τον μνημονεύει  σε εκδηλώσεις και ιστορικές αναφορές. Η πρόταση που έχει απευθυνθεί στο δήμο Τρίπολης, στις κοινότητες Κολλινών και Κάτω Κολλινών, στον πολιτιστικό σύλλογο Κολλινών και στην Παναρκαδική Ομοσπονδία δεν πρέπει να μείνει κενό γράμμα...

Βιβλιογραφία
-         Ιάσων Καλαμπόκας ο θρυλικός ήρωας. Γιάννης Β. Ιωανίδης Αθήνα  1973
-         «Κατοχικά» Κούλας Ξηραδάκης  Αθήνα 2012
-         Διαδίκτυο: Ιάσων Καλαμπόκας.
-         

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

«ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΝΤΑΡΜΟΥ» Επιστρέφει στα βιβλιοπωλεία



Επιμέλεια. 
Παν Ι.Δ. Βλαχάκης.
                        «ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΝΤΑΡΜΟΥ»
             Επιστρέφει στα βιβλιοπωλεία
      Επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις «Βιβλιόραμα» και κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, το βιβλίο του συμπατριώτη μας Χρίστου Κυρκιντάνου με τον τίτλο " ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΝΤΑΡΜΟΥ". Η αρχική έκδοση έγινε ευνοϊκά δεκτή από το ευρύ αναγνωστικό κοινό που αποζητάει τη νηφάλια αφήγηση της πρόσφατης ιστορίας μας και από τον Αθηναϊκό και επαρχιακό τύπο.
                                
                                                          Φωτογραφία εξώφυλλου.
Το βιβλίο αναφέρεται σε μια ιστορική περίοδο που κάνει την ψυχή μας να πονάει ακόμη και σήμερα παρά τον μισό αιώνα απόσταση που μας χωρίζει.
Τον Ιανουάριο του 1949 σάρωνε την Πελοπόννησο ο μανιασμένος αέρας του εμφυλίου πολέμου.
Στο τέλος του μήνα η έκβαση της εμφύλιας σύγκρουσης είχε κριθεί με τη νικηφόρα για τον κυβερνητικό στρατό μάχη- ενέδρα στον Αγιοβασίλη της Κυνουρίας. Το αρματαγωγό του βασιλικού ναυτικού "ΑΞΙΟΣ", χρησιδάνειο από την αγγλική κυβέρνηση, έπλεε, μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα , στη γραμμή Λεωνίδιο - Ναύπλιο σέρνοντας πίσω του στην παγωμένη θάλασσα του Αργολικού, δεμένο με συρματόσχοινο, "τρόπαιο" της νίκης, ένα παιδί δέκα έξι ετών. Η αποτρόπαιη πράξη δίνει το στίγμα της αγριότητας εκείνων των ήμερών.
Από πού ερχότανε όμως αυτό το παιδί; Από ποια οικογενειακή αγκαλιά το άρπαξε ο ανεμοστρόβιλος του εμφύλιου και ποια μάνα θλιβότανε; Ήταν ο Γιάννης Περδικάρης από το Στόλο, γνωστό στους παλαιότερους μέλος της Άστρινης κοινωνίας.
Το ιστορικό μυθιστόρημα " Το κρασί του Ντάρμου" εστιάζει απάνω του και περιγράφει την απίστευτη περιπέτειά του στη διάρκεια του τελευταίου έτους του εμφυλίου πολέμου στην ανατολική Πελοπόννησο.
                                 
                                                           Ο Γιαννάκος μεσήλικας.
Ο συγγραφέας του βιβλίου συναντήθηκε μαζί του, το καλοκαίρι του 1982 στο Άστρος και κατέγραψε με λεπτομέρεια την αφήγησή του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο επαναστατημένος έφηβος ήταν μεσήλικας οικογενειάρχης πια, βολεμένος και ξέμπαρκος, παραδομένος στην θαλπωρή μιας ήσυχης συντηρητικής κοινωνίας.
Η ουδέτερη θέση του κάνει τη μαρτυρία του αξιόπιστη πηγή πληροφοριών για τους μελετητές εκείνης της περιόδου. Πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο αποτελεί ιδίως η περιγραφή, από τον τότε δεκαεξάχρονο μαχητή, της μάχης του Αγιοβασίλη που παρατίθεται στο βιβλίο αυτούσια.
Ο συγγραφέας, ωστόσο, δηλώνει απολογητικά στον πρόλογο του βιβλίου ότι παρέβλεψε την αποδεικτική αξία ως ιστορικού ντοκουμέντου και επεξεργάστηκε μυθοπλαστικά το πρωτογενές υλικό που συγκέντρωσε, από τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος και άλλες πηγές, με την πρόθεση να υπερβεί την ιστορικότητα των πραγμάτων και τις αντιμαχόμενες ιδεολογίες και να αναδείξει τον αφηγητή σε "διαχρονικό σύμβολο της ηρωικής ουτοπίας, ανιχνευτή του ονειρικού και κήρυκα του ελέους που καταφθάνει θρυμματισμένος από τον κεραυνό του όντος, στο διαρκές "τώρα", από τη δίνη των κολασμένων συμβάντων και την πηγή του αρχέγονου φόβου". Από την ανάγνωση του βιβλίου διαφαίνεται η φιλοδοξία του να παρασύρει τον αναγνώστη στη στοχαστική ενατένηση των διαλυμένων πια μικροκοινωνιών της υπαίθρου, την ομορφιά των παρθένων τοπίων και την παρακολούθηση της οδύσσειας του ανθρώπινου όντος μέσα από τα μπλόκα της Ιστορίας.
Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που επέλεξαν το βιβλίο οι υπεύθυνοι της Νεοελληνικής λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Πρίνστον των ΗΠΑ για τη βιβλιοθήκη τους.
Ο τίτλος "το κρασί του Ντάρμου" προέρχεται από τη χαμένη ποιητική της ωρίμανσης του σπιτίσιου κρασιού και τον παραδοσιακό πολιτισμό της αμπελουργίας με τους συμβολισμούς του.
Η ζωγραφική σύνθεση του Χρήστου Μποκόρου στο εξώφυλλο του βιβλίου, με τον καημό της μικρής φλόγας να αναδύεται από τα σανίδια του μυσταγωγικού τραπεζιού και να συντροφεύει στοχαστικά τα απομεινάρια του κρασιού στα δύο ποτήρια, συνεργάζεται αρμονικά με το μυθιστόρημα. Απουσιάζουν από τον πίνακα τα πρόσωπα που κατανάλωσαν το κρασί που λείπει από τα δύο ποτήρια. Είναι μία πρόκληση για τον αναγνώστη να τα αναζητήσει στις γραμμές του βιβλίου. Stolos.gr

Σημείωμα Παν.Ι.Δ.Βλαχάκη: Οι ΠΑΡΝΩΝΙΤΕΣ ανακοινώνουν στο κοινό τους την ευχάριστη για τα πνευματικά δρώμενα του τόπου μας είδηση της επανέκδοσης ενός βιβλίου που αναφέρεται στην πρόσφατη ιστορία μας, πλαισιωμένη με το πιο πάνω κείμενο που πρωτοαναρτήθηκε στην ιστοσελίδα stolos.gr
Διαλέγουμε για τους αναγνώστες μας το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο, που δικαιώνει τον τίτλο μας ΠΑΡΝΩΝΙΤΕΣ:
«……Πιάσαμε πάλι τη στράτα. Χαμηλά ο Πλάτανος άπλωνε τις κεραμιδένιες στέγες και τα περβόλια του, οι βυσσινιές ανθισμένες. Οι παλαιοί λέγανε ότι οι πλατανίτες είχανε έρθει από τα νησιά με τα γαϊδουράκια και τα βιολιά τους, κυματίζοντας μέσα στη μουσική τους τη θάλασσα. Και τους πεθαμένους με τα βιολιά τους ξεπροβοδίζανε. Ήμεροι άνθρωποι, δεν είχανε τη βουνίσια αγριάδα. Οι βουνίσιοι τους κοροϊδεύανε: «Σαράντα Πλατανίτες, ένα γάιδαρο φόρτωναν».
Ο ήλιος ανέβαινε, μας χτυπούσε στο σβέρκο αλύπητα. Ο Πάρης και ο Αποστολάκος δέσανε στο λαιμό τα μαντήλια. Πλάτανος – Σίταινα – Καστάνιτσα, δρόμος ατέλειωτος. Κι αυτά τα μέρη τα λέγανε Κυνουρία. Περπατάγαμε αμίλητοι. Μπουχός η στράτα, πυρωμένο χαλίκι και καβαλίνα. Ο ήλιος ήρθε και στάθηκε από πάνω καντήλι. Πέσαμε πίσω στη Σίταινα.
Μέσα στη Σίταινα έτρεχε ένα κεφαλάρι. Δροσερό το νερό, ήπιαμε στην πέτρινη γούρνα. Νιφτήκαμε να ξαστερώσει ο νους μας και καθίσαμε στη δροσιά, ξαποστάσαμε. Το απομεσήμερο, ο Αποστολάκος σηκώθηκε αποφασισμένος.
             

Καστάνιτσα ο θρυλικός ΝΟ ΠΑΟΥΡΑ Νικ. Πανούσης με τα Παντζερφάουστ κατέστρεψε τον πύργο του Καψάμπελη. 
-     Προορισμός η Καστάνιτσα, είπε.
Ανήφορος πάλι, μες στο ρουμάνι. Περπατάγαμε ανάπλαγα, από κάτω γκρεμός. Με το λιόγερμα σταθήκαμε μπροστά στην Καστάνιτσα. Κεφαλοχώρι τσακώνικο η Καστάνιτσα, με την εκκλησιά και το κάστρο του. Άσπρα τα σπίτια της, καθαρά, ανηφορίζανε οι γειτονιές στο κάστρο και στο βουνό, με τις καστανιές ένα γύρω. Θυμήθηκα τους Καστανιτσιώτες που φέρνανε με τον τρύγο στο χωριό μου σανίδια και τα κάνανε τράμπα με μούστο. Οχτώ ώρες ο δρόμος. Ένα μερόνυχτο φορτωμένα στις στράτες τα ζα τους. Σκεπάζαμε τα σπίτια μας με τα σανίδια τους εμείς, στυλώνανε κι αυτοί την καρδιά τους με το κρασί μας. Και πορευότανε η βασανισμένη ζωή…………»

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΩΝΑ.


 
    Γράφει ο
Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης.

           Πανσέληνος στον Πάρνωνα.
Το βράδυ θα πάω στον « Πάρνωνα » μου είπε το μεσημέρι της 10ης Αύγουστου του σωτηρίου έτους 2014 ο φίλος μου ο Χρίστος Κ.- Με ποιον θα πας; Μήπως μπορείς να μας πάρεις και εμάς; Έτσι ξεκινήσαμε το βράδυ από την πλατεία του Καστριού για να σκαρφαλώσουμε με το εκτός δρόμου όχημα του φίλου μας στο αγαπημένο μας βουνό.

Λίγο πριν από την Εφτακαρβελού σταματήσαμε, αντικρίσαμε ένα θεσπέσιο θέαμα, ένα ολόγιομο χρυσαφί φεγγάρι που λες και ακούμπαγε στο βουνό. Έτσι να έκανες το χέρι σου θα το έπιανες !! Τα πάντα γύρω ήταν διαφορετικά λες βγαλμένα από τα παραμύθια. O Αιωνόβιος Παππούς μας ο Πάρνωνας μας καλωσόρισε χαμογελώντας πλατιά. Στην σιγή της νύχτας ακούστηκαν παράξενοι ήχοι άγρια γρυλίσματα. Νόμισα ότι ήταν αλεπού. Γουρούνι είναι είπε ο Χρίστος. Προσέξαμε καλυτέρα γρύλιζε η γουρούνα. Ακούστηκε να αλυχτάει το σκυλί που την κυνήγαγε. Αν τα ζωντανά ήταν κοντά ίσως αυτό να ήταν επικίνδυνο για μας. Ας το ακούσουν τα ρεμάλια – όποια και αν είναι - που απόλυσαν λύκους και αγριογούρουνα στην περιοχή μας, ας δουν τα έργα τους, καταστροφές και τρόμο σπέρνουν. Τραβήξαμε κάποιες φωτογραφίες αλλά εμένα με έπιασε εκείνη η παράξενη επιθυμία μου να μην φυλακίσω την απέραντη ομορφιά και να αφήσω τις αισθήσεις μου να χαρούν τη φύση, να χαρώ το βουνό μας στην απόλυτη ηρεμία του σε όλο του μεγαλείο.

Το σκληροτράχηλο αυτοκίνητο έστριψε αριστερά στο χωματόδρομο προς το οροπέδιο του Αι Λια. Στη στροφή είδα ένα χωράφι που γίνετε σιγά σιγά δάσος!! Θυμήθηκα έναν αγρότη που είχα φωτογραφήσει πριν από πολλά χρόνια τότε πότιζε τις πατάτες. «Είμαι από τη Σίταινα και έχω παντρευτεί στον Άγιο Πέτρο μου είχε πει. Να μου φέρεις το Φθινόπωρο τη φωτογραφία και θα σου δώσω πατάτες !!» Πέρασαν χρόνια ρημάξανε τα πάντα, δεν ξανάδα ποτέ τον ορεσίβιο αγρότη … θα αναρτήσω την φωτογραφία του σε ανάμνηση της ανθρώπινης στιγμής.
                               
                                     Ορεσίβιος αγρότης το 1985 
Νεροφαγώματα, κοτρόνια, φύλλα, σπασμένα κλαδιά και κάπου κάπου λίγη λάσπη. Αριστερά και δεξιά σκοτεινοί γίγαντες μας παρακολουθούσαν!!! Ήταν τα τεράστια ελάτια, τα λιγοστά πεύκα και τα άλλα κλαριά του δάσους. Λουσμένα στο χρυσαφί φως του φεγγαριού, σκέτη μαγεία. Έκλεισα τα μάτια μου σκέφτηκα το Κρόνιον Όρος, τον γέρο Πάρνωνα, τον Μαλεβό τον –Μεγάλο στα σλάβικα.

- Λησμόνησα το αλτίμετρο, το χάρτη και την πυξίδα είπα. Στον κόσμο μου ήμουνα εκείνη την στιγμή!!! Ευτυχώς που οι άλλοι δεν κατάλαβαν τίποτα.
Βγάλαμε το GPS μετά από λίγο άρχισε να γράφει 1250, 1420 μέτρα… με συνεπήρε ξανά το τοπίο και με αγκάλιασε η σεληνόφωτη νύχτα. Φτάσαμε στη διασταύρωση του δρόμου με αυτόν που έρχεται από το Ταρμίρι. Η ανάβαση συνεχίστηκε αλλού ήπια αλλού δύσκολη.
- «Είναι επάνω ο Κυριάκος με παρέα» είπε ο Χρίστος. Καταχάρηκα που θα έβλεπα και άλλους φίλους και άλλους Παρνωνίτες!!
Φτάσαμε στον Αι Λια το μεγάλο, το στρατηγό!! Όπως τον αναφέρει στο « Κρασί του Ντάρμου» Ο δικός μας ο Παρνωνίτης, ο Χρίστος ο Στολιώτης. Ταπεινό, κατανυκτικό το ξωκλήσι άγρυπνος φρουρός στην άκρη του «Κάμπου!»- της «Μακριάς Λάκας»- του « Σιταινιώτικου οροπεδίου. Εδώ κάποτε οι ορεσίβιοι έσπερναν τα περίφημα ρεβίθια τους!!!

Δίπλα από το εκκλησάκι ήταν καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι τέσσερεις μεσήλικες. Σηκώθηκαν να μας προϋπαντήσουν. Χαιρέτησα πρώτα από κοντά τις δίδυμες κορυφές και έτρεξα κοντά τους. Ήταν ο αγαπητός μου Κυριάκος, ο σεμνός ποιητής, ο στιχουργός και δάσκαλος, ο Πέτρος και δυο ακόμα φίλοι τους. Ο ένας κοντοπατριώτης μας από τον Δραγαλεβό και ένας άλλος γνήσιος Αρκάς από τα χωριά της Τριπoλιτσάς. Στον Κάμπο – Οροπέδιο - περπάταγε αμέριμνη μια σκιά, περιφερόταν χαλαρά ο νεαρός Γιώργος. Καταχάρηκα που είδα τούς ανθρώπους μου και τους φίλους τους.
Δυο σκυλάκια τύπου τσοπάνας μας κούνησαν χαρούμενα την ουρά τους. Κάτω κάτω τους είπα και εκείνα συνέχιζαν να παίζουν!! Δεν καταλαβαίνει από εντολές ο Ελληνικός ποιμενικός, είναι ανυπότακτος και ανεξάρτητος… το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το κοπάδι του.
Είχαν στρώσει τραπεζάκι εκστρατείας γεμάτο με καλούδια. Μας τα πρόσφεραν με την καρδία τους, άρχισα να τρώω με βουλιμία το παξιμάδι με κεφαλοτύρι, ελιές από τα Ντουμέικα κ.α. Ο οινοχόος άρχισε να μας κερνά ωραίο κόκκινο κρασάκι. Διπλός ο ρόλος του, μουσικός και οινοχόος. Έπαιζε την κιθάρα του και κάθε τόσο διέκοπτε το τραγούδι και μας γέμιζε τα ποτήρια.
         

                                                        παρέα
Συνεχίζαμε την ευχάριστη κουβέντα, τα τραγούδια χάλαρα, οικία, παλιά και αγαπημένα. Τραγούδια της νιότης, τραγούδια μιας άλλης εποχής. Ο ποιητής έβγαλε την ταμπλέτα και έστειλε κάποιο μήνυμα. Μου ήρθε στο νου εκείνο το τραγούδι «Μεσ΄ στον Αι Λια στη ράχη κάθεται ο Μαντάς και γράφει, με φανάρια με λυχνάρια με τριακόσια παλικάρια ..» Ρε πως προχωράει η τεχνολογία; Έφτασε και στο βουνό μας!! Είπα ζητήσω το ρυθμό για να πω το τραγούδι αλλά το άφησα γιατί μου ήρθε μήνυμα από τις Δίδυμες κορυφές του Πάρνωνα, του Μαλεβού μας. Επάνω στη Μεγάλη Τούρλα 1934 υψόμετρο καθόταν ο παππούς ο γέρο Πάρνωνας και ήθελε να κουβεντιάσουμε. 

Τραβήχτηκα λίγο ποιο πέρα, δεν ήθελα να ακούσουν τα άλλα αδέλφια μου αυτά που θα κουβεντιάζαμε. Δεν ήξερα αν με συμβούλευε όπως συνήθως ή θα με μάλωνε για πράξεις που έκανα ή δεν έκανα. Ίσως μου έκανε παράπονα που άργησα να τον επισπευτώ. Δεκτά όλα, είναι σοφός ο αιωνόβιος γέρο Πάρνωνας.
- Παππού εδώ ήταν το βουνό του Δια, πήδαγε ο Πάνας στις κορυφές. Τι στο καλό κάνανε με το Δια δεν σου το λέω!! Να το βρεις μόνος σου !! Ο δικός μας ο Πάρπαρος, ο Ελευθερολάκωνας ανέβαινε από το Ξεροκάμπι. Που χάθηκε αυτός; 
- Μάζεψε το μυαλό σου ρε αιθεροβάμονα, ρε νεραϊδοπαρμένο, λες να μην ξέρω τι γινότανε, είσαι δίπλα σε χριστιανική εκκλησία !!!  Μου είπε χαμογελώντας αινιγματικά!!
– Ας έχει το κρίμα εκείνος ο αυτοκράτορας ο Βασίλειος που στράβωνε τους ανθρώπους. Αυτός μας έφερε τη νέα θρησκεία στον τόπο μας. Τώρα μιλάμε για άλλη εποχή!!
- Α ναι!!
– Μήπως Ο Αιλιας είναι ο αρχαίος θεός - ο Απόλλωνας- που σε φώτιζε κάθε μέρα με το άρμα του!
– Δεν σου λέω. Άντε πήγαινε τώρα κοντά στα άλλα παιδιά μου.
Γύρισα και άνοιξα την πόρτα της εκκλησιάς. Στο βάθος τρεμόπαιζε το τσιμπλιάρικο φως των καντηλιών. Θυμήθηκα εκείνο τον ανταρτάκο, τον Γιαννάκο ντε το παιδάκι που έκλεψε ένα μανώλο λάδι από το μαγειρείο των ανταρτών και το έδωσε στον καλόγερο για να ανάψουν τα καντήλια!!

   Βγήκα έξω φορτισμένος, κοιτάζαμε με τα κιάλια το φεγγάρι, το παιδί είχε ένα λέιζερ και κτυπάγαμε μακριά πάνω στις κορφές. Ο Γιώργος πήγε προς το πηγάδι,- πριν από χρόνια το ανατίναξαν επίδοξοι χρυσοθήρες - δεν ήθελα να το δω πως είναι τώρα. Θα ταραζόμουν και σίγουρα θα άρχιζα τα καντήλια. Τους βλάκες πιστεύουν στους μύθους και στις διαδόσεις. Το παιδί περπάτησε στο οροπέδιο προς την άκρη προς στη λίμνη!!!! Οι Μπόρες των προηγούμενων ημερών είχαν σχηματίσει μια λιμνούλα!!Άλλο θαύμα και αυτό κατακαλόκαιρο. 
   Προχωρήσαμε όλοι προς τη λιμνούλα, δεν ήθελα να φωτογραφήσω αλλά κατέγραφα τα πάντα γύρω μου. Τα θέλω να τα σκέπτομαι το χειμώνα για να παίρνω κουράγιο. Απέναντι στο βουνό που είχαν πέσει τα δυο αεροπλάνα, έβοσκε ένα κοπάδι πρόβατα, ακούγονταν οι σκύλοι και τα τροκάνια. Η Ανάσα του γέρο Πάρνωνα άρχισε να γίνεται όλο και ποιο κρύα!! Αυτή η πνοή κατεβαίνει χρόνια τώρα, αιώνες και μας δίνει ζωή…..
                 
                                                   Λιμνούλα
  Έφτασαν οι Παρνωνίτες στην λιμνούλα καθένας σίγουρα έκανε τις σκέψεις του. Σκιές γύρω από το νερό, από πάνω να μας ευλογεί ο Πάρνωνας! Δεν ξέρω τι σκέπτονταν άλλα πολύ θα ήθελα να ξέρω τι σκέπτονταν ο ποιητής.

Έκλεισα τα μάτια μου, γνώριμες μου φάνηκαν οι σκιές γύρω από τη λιμνούλα. Μήπως είναι οι ανυπότακτοι αρχαίοι Κυνούριοι, οι Ελευθερολάκωνες που πολεμούσαν τους στρατοκράτες Σπαρτιάτες; Μήπως είναι οι αδούλωτοι Τσάκωνες που πολέμαγαν τους Φράγκους; Μήπως είναι οι προεπαναστατικοί και επαναστατικοί Κλέφτες του Μαλεβού που τσάκιζαν τους Τούρκους και τους Τουρκολάτρες κοτζαμπάσηδες; Μήπως είναι οι Αετοί του Α΄ Αντάρτικου; Λιγόστεψαν οι σκιές, ίσως είναι οι τελευταίοι γενναίοι. Οι Ανυπότακτοι του Β΄ Αντάρτικου….;;
Υπάρχει και τσίπουρο, με επανέφερε η φωνή του νεαρού Γιώργη. Μου έδωσε ένα ποτηράκι. Τράβηξα μια γουλιά και το υπόλοιπο το έχυσα στη γη του Πάρνωνα. Σπονδή σε όλους αυτούς που περπάτησαν σε αυτό βουνό το τίμησαν και το έκαναν κάστρο της Λευτεριάς.

Όταν γυρίσαμε στο εκκλησάκι μας περίμενε μια έκπληξη. Οι «τσοπάνες», τα σκυλιά από το κοπάδι είχαν «απαλλοτριώσει» κάποια φαγητά !! Τα μικρά σκυλάκια ήταν αθώα του κρίματος γιατί μας είχαν ακολουθήσει. Κανένας μας δεν παραπονέθηκε. ο Πέτρος είπε: «πήραν το μερίδιο τους !!» Γελώντας μας έδωσε για επιδόρπιο γκορτσάχλαδα από τα χειμαδιά!!!

Βγήκα ξανά πίσω από το εκκλησάκι παρατήρησα τα φώτα στον ορίζοντα. Μαθήματα γεωγραφίας!! Καστρί,( όλη η περιοχή) Άγιος Πέτρος, Ραντάρ Δολιανών, οροπέδιο της Τριπoλιτσάς, πέρα μακριά στο βάθος άλλα χωριά. Στα βουνά μας πολλά κόκκινα φωτάκια. « Μπουρδέλα ή καλύτερα κωλοχανεία κάνανε τα βουνά μας με τα φωτοβολταικά και τις ριμάδες της ανεμογεννήτριες τους μουρμούρισα!!»
Ο Γέρο Πάρνωνας το άκουσε και μου ξαναμίλησε: «Κανονικά πρέπει να σου βάλω πιπέρι στη γλώσσα  !! Δίκιο έχεις παιδί μου αλλά απόψε μην εξοργίζεσαι μην προβληματίζεσαι. Άλλαξαν οι καιροί μας έφεραν δύσκολες μέρες !! Έχω δει πολλά τόσους αιώνες. Ξέρεις καλά πως τα παιδιά μου αγωνίζονταν, αγωνίζονται και θα αγωνίζονται για το καλύτερο. Έχε μου εμπιστοσύνη, κάνε κουράγιο θα ζήσουν τα εγγόνια μου καλυτέρα. Δυστυχώς κάποια από τα παιδιά μου ξεφύγανε, ξεστρατίσανε γίνανε ανέντιμοι, ψεύτες, κλέφτες, απατεώνες και λαμόγια δεν θέλω ούτε να τους βλέπω από δω πάνω..»
- Ρε παππού και αυτά τα ξέρεις!! Χαμογέλασε και φωτίστηκε το πρόσωπο του από το φεγγάρι.
«Κράτα καλά στο μυαλό και στην καρδιά σου τα θετικά, τα διδάγματα μου. Σου έδωσα. πολλά από τότε που ήσουνα παιδάκι. Να μου ξαναέρθετε του χρόνου. Να ανέβεις στην κορυφή μου τεμπέλη, ξέφυγες από τη γη μου, θέλω να σας ευλογήσω από κοντά. Δεν έχω παράπονο με τιμάς στο μυαλό και στην καρδιά σου, γράφεις κιόλας τρομάρα σου!! Ρε κοίτα μην γράψεις ποτέ ψέματα και με ντροπιάσεις !!»
- Όχι ρε παππού αφού με ξέρεις. Αργότερα θα γράψω κανένα παραμυθάκι για νεράιδες τον Πάνα και τέτοια!!
-Παππού θέλω να σου πω για τα λαμόγια που κλέβουν το τσάι, τη ρίγανη και τα άλλα φυτά μας. Χάραξαν δρόμο να διευκολύνουν τους παράνομους, σου τρώνε τα σπλάχνα σου. Κάποια άλλα παιδιά σου σκούξανε ουρλιάξανε και γράψανε για την ασέβεια και την ανομία που έγινε σε βάρος σου. Πέρυσι το Φθινόπωρο σου είπα να πετάξεις κεραυνούς σε αυτούς που σκέπτονται να σε κάνουν οικόπεδα!! Είχα δίκιο; Τι θα κάνουμε μας στριμώξανε άσχημα;
                     
                                 Ο Παππούς ο Πάρνωνας ανταριασμένος.
Τον κοίταγα σιωπηλός, σκεπτικός, προβληματισμένος αλλά ήρεμος.
-« Παιδί μου μην έχεις την έννοια μου δεν μπορούν να σκεφτούν και να κάνουν κάτι καλό μόνο το κακό σκέπτονται. Είναι παλινθρωπάκια ούτε καν παλιάνθρωποι δεν είναι. Το καλό και το σωστό θα το επιβάλουν οι νέοι, η γενιά που σήμερα είναι στα πράγματα είναι σκάρτη…. Προσωπικά ένα με στεναχωρεί ¨που σκόρπισαν τα καλά παιδιά μου σαν του λαγού τα παιδιά¨!! Τώρα ξενιτεύονται και τα εγγόνια μου. Γέμισε η Αμερική, η Ευρώπη και όλος ο κόσμος. Δεν πειράζει έχουν μέσα τους την πνοή, τα χαρίσματα μου και μεγαλουργούν. Ένα παράπονο έχω αυτά που μείνατε εδώ και σε όλη  Ελλάδα είσαστε λίγο τζαναμπέτικα, τσακωνόσαστε, είσαστε τοπικιστές και δεν μονιάζετε. Έτσι είναι στους κλειστούς τόπους. Να τους λες πάντα ότι όλοι είμαστε ένα.»

-Με τα λαμόγια, τους κλέφτες και τους παρατρεχάμενους τους τι να κάνουμε; Να πάρω τη μαγκούρα του Λουφολιά ή την καραμπίνα;  
- «Χα, Χα, Χα ρε πειραχτήριο από σας εξαρτάται να τους συνετίσετε με το καλό ή με το κακό… αυτό το τελευταίο άστο. Πολλά αίματα έχουν ποτίσει τα χώματα μου. Προχθές πήγες στην Στραβόραχη και στον Αι Γιαννάκη με χαιρέτησες από μακριά. Σε είδα που ήσουν σκεπτικός, προβληματισμένος και λυπημένος. Δεν σου απήντησα γιατί κοιμόμουνα σε αισθάνθηκα. Ευχαριστήθηκα που προσκύνησες τους νεκρούς Ανυπότακτους, τα παιδιά μου που θυσιάστηκαν για τη λευτεριά. Όλα τα βλέπω τα αισθάνομαι και τα ακούω..»

Δεν μπόραγε να κρύψει τη χαρά του ο γέρο Πάρνωνας. Μου χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του. Τα κάτασπρα μακριά μαλλιά του ανέμιζαν και το ήρεμο σοφό πρόσωπο του εξέπεμπε ηρεμία χαρά και ευτυχία. Το φεγγάρι ήταν λαμπερό φώτιζε τον κάμπο τις κορφές, τους ανθρώπους αλλά ο παππούς μας ήταν εξίσου λαμπερότερος.
-«Πες ευχαριστώ και στα άλλα παιδιά μου ότι είμαι χαρούμενος που με επισπευτήκατε. Δεν θέλω πολλούς, αφήνουν σκουπίδια, κόβουν ελατόκλαρες, κάνουν και άλλα που δεν μου αρέσουν. Θέλω λίγους και καλούς. Την ευχή μου να έχετε παιδιά μου και του χρόνου να είσαστε όλοι καλά να ανεβείτε στην κορυφή μου. Άντε τεμπέλιασες, πάχυνες, δεν περπατάς … σε έφαγε ο κάμπος ρεεε.. Εύχομαι να μη σε αρρωστήσει, να μη σε φάει έλα στα χώματα μου!!! Κάποτε κυνήγαγες τα ζωντανά μου, δεν μου άρεσε αλλά σε έβλεπα συχνότερα …..Προσπάθησε να έρχεσαι να ηρεμείς , να ανασαίνεις τον αέρα μου, να πίνεις το νερό μου. Σας περιμένω και το χειμώνα έστω και μέχρι τα πρόβουνα μου…»
-Ναι παππού θα προσπαθήσουμε να έρθουμε. Καλημέρα, ήρθε η καινούργια μέρα μας βρήκε η αυγή !!!!
-Άντε πηγαίνετε για ύπνο. Καλημέρα παιδιά μου!!!»