Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

ΚΑΚΟΛΑΤΟΣ




Γράφει
ο Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης.©
                                
Ο Ήλιος είχε μεγάλα κέφια και έπαιζε με το άρμα του πάνω από τον Αργολικό κόλπο χαρίζοντας ένα γλυκό μα πολύ γλυκό Φθινοπωρινό πρωινό στην παραθαλάσσια κωμόπολη. Την ηρεμία του τοπίου, των λιγοστών ανθρώπων και των γάτων τάραξε το μαρσάρισμα από ένα δίχρονο παλιό Zundapp.

Πετάχτηκε έντρομος ο μανάβης με τη μυγοσκοτώστρα στο χέρι από την καρέκλα που λαγοκοιμόταν και φώναξε δυνατά στο 13χρονο κοκαλιάρικο παιδί. Το οποίο έσβησε τον κινητήρα και έσπρωχνε το μοτοποδήλατο στο κοντινό βενζινάδικο προς στην τρόμπα «Θα φωνάξω τον Περικλή τον Κρητικό χωροφύλακα και θα δεις που ενοχλείς τον κόσμο».

Το παιδί δεν του έδωσε σημασία και προχώρησε προς το βενζινά. Αντίκρισε τον κοντόχοντρο γέρο με τα γκρίζα ανέκφραστα μάτια και τη μεγάλη κόκκινη μύτη που έσταζε φαρμάκι. «Τίνος είσαι ρε; Βάλε το μηχανάκι κοντά στην τρόμπα να σου βάλω μίξη...»
Το παιδί ευγενικά του ζήτησε να ρίξει τρία λίτρα απλή βενζίνα στο ρεζερβουάρ και να του δώσει ένα μπουκαλάκι λάδι για δίχρονο κινητήρα ώστε να φτιάξει μόνο του το μίγμα. Του εξήγησε ότι λόγω παλαιότητας ο κινητήρας χρειαζόταν λίγο περισσότερο λάδι στο μίγμα…

                        Τρόμπα βενζίνας - μίξης για δίχρονους κινητήρες.
 Ο Κακοϊσκιώτος άνθρωπος θίχτηκε. Αντί να επαινέσει το παιδί για τις γνώσεις του άρχισε να το βρίζει. « Βλαχαγιαννίτη που έμαθες και το ρεζερβουάρ! Αμφισβητείς την ποιότητα της μίξης μου; Παλιοβλάχε, κωλόπαιδο και άλλα ακατανόμαστα. Το παιδί θίχτηκε και θα πλήρωνε με το ίδιο νόμισμα τον Κακολάτο αλλά σκέφτηκε ότι θα φώναζε Περικλή τον Κρητικό χωροφύλακα...

- «Αν είχα δίπλωμα θα τα λέγαμε » απάντησε χαμηλόφωνα και ετοιμάστηκε να φύγει.

Τότε πρόβαλε στην πόρτα του πολυκαταστήματος ένας ψηλός ευγενικός κύριος, ο κύριος Αλκιβιάδης. Με ήρεμο θα έλεγε κανείς ευγενικό, αλλά επιτακτικό τόνο παρατήρησε τον γέρο που ήταν συγγενής του εξ αγχιστείας. Ο μικρός με πολλές προφυλάξεις και με σβηστό μηχανάκι πέρασε από στενά και πήγε στο άλλο βενζινάδικο όπου εξυπηρετήθηκε.

Σχεδόν κάθε βράδυ ο χειρώνακτας αγράμματος - λόγω ορφάνιας και Κατοχής - πατέρας του παιδιού, το ρωτούσε για τις καθημερινές δραστηριότητες του. Σε πρώτη θέση η απόδοση στο σχολείο του, αν έκανε σκανδαλιές, αν πρόσβαλε κάποιον, αν διάβασε και άλλα πολλά. Κατόπιν άκουγε το παιδί του και με την μεγάλη πείρα από τη ζωή το συμβούλευε αλλά και το επέπληττε ανάλογα.

Το αναποδιασμένο εξιστόρησε τα καθέκαστα με λεπτομέρειες. Είπε στον πατέρα του ότι σκέφτηκε να βρίσει το γέρο ή να του πετάξει πέτρες αλλά σεβάστηκε τον ευγενικό κύριο. Περίμενε επίπληξη και συμβουλές αλλά έπεσε έξω.

- « Πολύ καλά έκανες και δεν ασχολήθηκες μαζί του. Δεν αξίζει κάποιος να ασχολείται με τα σκουλήκια!» Ο μικρός γούρλωσε τα μάτια του και τέντωσε τα αυτιά του. Πρώτη φορά του μίλησε με αυτό τον τρόπο ο πατέρας του.

- « Άκου, λίγο πριν φύγω για το στρατό, εργαζόμουν στον κύριο Αλκιβιάδη. Τότε τα φτωχά παιδιά μας νοίκιαζε ο πατέρας μας σαν « κοπέλια ». Δουλεύαμε όλη τη μέρα, τρώγαμε, και το βράδυ φεύγαμε για το σπίτι μας. Άλλα παιδιά κοιμόνταν στο σπίτι του αφεντικού - ανάλογα με τη συμφωνία.

Ο κ. Αλκιβιάδης είναι γόνος πλούσιας οικογένειας έχει μεγάλη περιουσία και πολλά χρήματα είναι πολύ καλός έμπορος. Έχει παντρευτεί την μονάκριβη κόρη του γέρου. Το ανδρόγυνο είναι πολύ καλοί άνθρωποι. Γνωρίζοντας ότι ήμουν φτωχός και ορφανός με πρόσεχαν και με τάιζαν καλά. Βλέπεις ήταν λίγα χρόνια μετά την Κατοχή...

Συνέχισε χαμηλόφωνα. Ένα μεσημέρι οι γυναίκες με φώναξαν στο τραπέζι. Έπλυνα τα χέρια μου γιατί ήταν βρώμικα επειδή είχα προμηθεύσει με βενζίνες τα λεωφορεία που έκαναν την γραμμή για Τρίπολη. Με Γερμανικά μπιτόνια τα τάιζα γιατί ήταν συμμαχικά και βενζινοβόρα. Όταν τράβηξα την καρέκλα να καθίσω στη θέση που καθόμουν πάντα, ο Κακολάτος μου είπε:« Τα κοπέλια δεν τρώνε μαζί με τα αφεντικά! Δρόμο στην κουζίνα και πολύ σου πάει. Κανονικά πρέπει να τρως όρθιος και έξω στην πόρτα του μαγαζιού…»

Οι γυναίκα του δεν είπε τίποτα. Η κόρη του που είναι καλός άνθρωπος του είπε: « μπαμπά ντροπή». Κατευθύνθηκα στην κουζίνα. Φάνηκε γελαστός αλλά κουρασμένος ο κ. Αλκιβιάδης κρατώντας ένα μπουκάλι παγωμένη μπύρα ΦΙΞ που την αντιπροσώπευε.

- «Μπα, έφαγες νωρίς και εγώ που ήθελα να σε κεράσω ένα ποτήρι μπύρα και να σε ρωτήσω τι έγινε με τους λεωφορειούχους; Έμαθα ότι ο Γρούλιας και ο Μπεζένης σε πιέζουν για τον χρόνο παράδοσης των καυσίμων. Άκου κάνε τη δουλειά σου όπως σου έχω πει. Μην μάθω ότι φορτώθηκες γερμανικό μπιτόνι στον ώμο σου. Στο γάιδαρο θα βάζεις μόνο τρία μπιτόνια δεν θα μου τον ψοφήσεις, είπε γελώντας .»


                                        Παλιές  αντλίες βενζίνας.                           
  Η πεθερά του έφερνε το πιάτο προς την κουζίνα. Ο Αλκιβιάδης κατάλαβε τι είχε προηγηθεί της το άρπαξε και το τοποθέτησε στο τραπέζι. Με έντονο ύφος είπε στον ο Κακολάτο «Εδώ είναι το σπίτι μου και εγώ κάνω κουμάντο. Το παιδί θα κάθεται δεξιά μου στο τραπέζι. Αν απουσιάζω θα κάθεται στην ίδια θέση να τρώει γιατί; άντε μην σε αρχίσω και γελάσει ο κόσμος…»

Από τότε έτρωγα δίπλα του. Με ρώταγε για τις εργασίες, μου έδινε κατευθύνσεις, εντολές, και προσωπικές συμβουλές. Το καλοκαίρι μου γέμιζε το ποτηράκι με δροσερή μπύρα και το χειμώνα ένα μικρότερο με κρασί. Έλεγε στην πεθερά του να μου βάζει αρκετό φαγητό γιατί με τα φορτία κουράζομαι…

Ο Κακολάτος είναι μεγάλος παλιάνθρωπος, ένα θα σου πω. Μην τον πλησιάζεις και μην έχεις πάρε δώσε μαζί του. Μη σου περάσει από το νου σου να του πετάξεις πέτρες ή κάτι τέτοιο γιατί είναι «κώλος και βρακί» με την αστυνομία. Κανόνισε να μην έχουμε μπλεξίματα.

-. Δηλαδή ρουφιάνος της Αστυνομίας είναι;

Ο πατέρας γέλασε πίκρα και δεν απάντησε. Ακόμα και τώρα τα ίδια κάνει. Σίγουρα βλέπεις εκείνο τον ψηλό άνθρωπο που κατεβαίνει από το νησί και φοράει πάντα το μοναδικό του ντρίλινο κουστούμι. Είναι φτωχός και έχει υποχρέωση στην οικογένεια γιατί εργάζεται στα κτήματα της.

 Ο Κακολάτος μόλις τον δει, του αναθέτει αγγαρείες χωρίς φυσικά να τον πληρώνει. Καθαρίζει τις κότες και τα κουνέλια, του ποτίζει τα λουλούδια και τα δένδρα. Αδιαφορεί αν λερώσει το καλό του κουστούμι. Νυχτώνει και ο άνθρωπος βγαίνει για λίγο στην αγορά.»

Πέρασαν τα χρόνια. Το αναποδιασμένο ανδρώθηκε. Καθόταν στο καφενείο του «Σκορπιού» και συζήταγε με ένα καλό του φίλο λίγο μεγαλύτερο του. Το θέμα ήταν γιατί έκλεισε ένα ιστορικό βενζινάδικο στην παραλιακή κωμόπολη. Έβγαλαν το συμπέρασμα ότι γέρασαν τα αφεντικά και πήραν σύνταξη. Έτσι ήρθε η κουβέντα στον ο Κακολάτο. Τότε ο φίλος του ο Ηρακλής Διαμάντης του διηγήθηκε ένα άλλο κατόρθωμα του καλού αυτού ανθρώπου!

«Στα τέλη της δεκαετίας του ΄50 μεσημεράκι, με έστειλε η μάνα μου να αγοράσω τρόφιμα και να παραλάβω τις κλωστές που είχε παραγγέλλει από το κατάστημα. Ο Κακολάτος καθόταν πίσω από τον πάγκο. Μου έδωσε τα ψώνια και πρόσεξε ότι έλειπε ένα κουμπί από το πουκάμισο μου. Νωρίτερα είχαμε παίξει ποδόσφαιρο και πάνω στην αγωνία μας για το γκολ ο Πάρις μου είχε κόψει το κουμπί. Ήμαστε περίπου ένδεκα ετών.

Ο Κακολάτος μου είπε γελώντας ειρωνικά και με στόμφο: « Να πεις στην πουτάνα την μάνα σου να σου ράψει τα κουμπιά». Άστραψα και βρόντηξα! Του τράβηξα μια γερή κλωτσιά στα αχαμνά του. Διπλώθηκε στα δυο, ήταν από τότε χοντρός. Του είπα αν ξανά ασχοληθείς με την οικογένεια μου θα σε σκοτώσω... Άφησα τα ψώνια και πήγα τρέχοντας στο σπίτι. Είπα τα καθέκαστα στην μάνα μου η οποία πήγε, πήρε τα τρόφιμα και τσακώθηκε μαζί του. Όπως γνωρίζεις είναι καλή αλλά αυτά δεν τα σηκώνει.


       Τμήμα της πλατείας που σέρβιρε το καφενείο του «Σκορπιού».

Ο Ηρακλής συνέχισε στενοχωρημένος. Πριν από χρόνια ο Κακολάτος αρρώστησε βαριά. Ήταν στα τελευταία του. Περνούσα με τον Πυθαγόρα τον φίλο μας το Βερβενιώτη μαθηματικό κάτω από το σπίτι του στην οδό Ζαφειροπούλου. Φώναζε βοήθεια και σφάδαζε από τους πόνους. Ούρλιαζε «Θεέ μου γιατί δεν με παίρνεις». Τον λυπήθηκα και προς στιγμή είπα να ανέβω πάνω να του δώσω συγχώρεση αλλά δεν ξέρω, αξίζει να συγχωρείς τους παλιανθρώπους;

Το αναποδιασμένο απάντησε : «Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν. Μένουν μόνο οι πράξεις τους που άλλες ωφελούν και άλλες βλάπτουν τους ανθρώπους και την κοινωνία. Ηρακλή άσε στην άκρη τα μεταφυσικά, και τα παραμύθια των παπάδων για συχώρεση!
Πες στον Τάση να μας φέρει ένα ούζο και θαύμασε την ηρεμία της Πλατείας. Ποιος ξέρει φίλε μου τι δρόμους θα πάρουμε και με τι ανθρώπους θα συναναστραφούμε στο διάβα της ζωής μας...»

Υ.Γ Το χαρίζω σε δυο καλούς μου φίλους. Τον Γ.Α.Δ και τον Ν.Π.Κ.