Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ.


            Γιάννης Κουβαράς.
 Γράφει  
 ο Χρίστος Γεωρ. Κυρκιντάνος 
  Στολιώτης Συγγραφέας  Αυγ. 2013.
 
Ο Χρίστος Κυρκιντάνος γεννήθηκε στο χωριό Στόλος Κυνουρίας. Με τα παιδικά μάτια, μυαλό και ψυχή, βίωσε την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο σε μια από τις μικρές ηρωικές γωνιές της πατρίδας μας. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα, όπου δικηγόρησε πολλά χρόνια. Ζει στην Αθήνα άλλα η ψυχή και το μυαλό του είναι στα ηρωικά πρόβουνα του Πάρνωνα. Μας έχει χαρίσει εκλεκτά κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Δεν είμαι ικανός να τα σχολιάσω αλλά διδάσκομαι και συγκινούμαι κάθε φορά που τα διαβάζω.

Γιάννης Κουβαράς, αυτός ο δόκτορας της Κλασικής Φιλολογίας, ο δάσκαλος, ο ποιητής, ο κριτικός της λογοτεχνίας, ο δοκιμιογράφος - διακεκριμένος και καταξιωμένος σε όλα – και, ιδίως, ο μύστης και ομοτράπεζος  των « άδοξων ποιητών των αιώνων», δεν είναι από άλλη πατρίδα. Ο ίδιος δηλώνει Αγιαννίτης και Αστρινός αλλά γεννήθηκε στη «Μέσα θάλασσα» τη δική μας. Γιατί ο Στόλος είχε, κι αυτός, την ποιητική θάλασσά του που « Νανούριζε τους πνιγμένους της».
Ούτε τον γνώριζα, είχα φύγει νωρίς. Όμως, σπουδάσαμε και οι δύο  τα Διονυσιακά ξεσπάσματα του παππού του, του γέρο – Πέτρου, και ήπιαμε από το ίδιο ποτάμι νερό.
 Κάποτε, τον έφερε στο σπίτι μου στην Αθήνα πρακτικό θέμα της καθημερινότητας και ήταν φθασμένος πνευματικός άνθρωπος πια. Το μεσημέρι βρήκα τη μάνα μου μέσα στην καλή χαρά, «ήρθε της Καλομοίρας ο εγγονός,  της ξαδέρφης μου», πανηγύριζε. Την είχε παραμυθιάσει ο ποιητής, με τη χωριάτικη αύρα του άλλου καιρού. 
                              


      Ο Πανεπιστημιακός Δάσκαλος, ποιητης, κρητικος λογοτεχνειας, δοκιμιογραφος κ.α. Γιάννης Κουβαράς.
     
Τώρα κρατάει ακόμα ο απόηχος της επιστολής – πνευματικής παρακαταθήκης στους μαθητές του, που αναμεταδόθηκε από τον τύπο και το ραδιόφωνο και αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Σταχυολογώ:
«Η ευτυχία δεν ανεβαίνει στα ρετιρέ επειδή λαχανιάζει».
«Ανοίξτε πανιά στο αδύνατο».
« Κανείς δεν ψήλωσε κονταίνοντας τους άλλους».
«Έχουμε έλλειμμα ευτυχίας και πλεόνασμα επιστημόνων».
« Είπαν την TV μηχανισμό αχρήστευσης του ανθρωπίνου βλέμματος».
« Αν δεν καείς εσύ, αν δεν καώ εγώ πως θα γεννούνε τα σκοτάδια φως» ( Χικμέτ).
 Αν είχε υποστεί τέτοια εκπαίδευση από τέτοιους δασκάλους η νεολαία μας, δεν θα έβγαινε ο Μινώταυρος της αναγκαστικής μετανάστευσης και της ανεργίας μπροστά της να την τρομάζει.
 Αφορμή γι’ αυτές τις παραφιλολογικές  σημειώσεις έλαβα από την πρόσφατη έκδοση της  ποιητικής συλλογής του Γιάννη Κουβαρά «ΟΝΕΙΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ» Παραφιλολογία και όχι ανάλυση, διότι ο καψούρης  τη γλεντάει την έξαψη του δεν την τεμαχίζει με το νυστέρι απάνω στο μάρμαρο του νεκροτομείου. Όποιος γνωρίζει την αγαπησιάρικη σχέση του Γ.Κ. με την ποίηση και την τέχνη θα καταλάβει:          
Ούτε εντελώς γυμνή
ούτε σκεπασμένη,
αινιγματικά μισόγυμνη
σαν τη γυναίκα
να ενθαρρύνει
 Την ίδια λαγνεία του ποιητή για την τέχνη του, στη  ρεαλιστική έκδοση της, συναντάς  στο καμάκι του παππού του σε λουλουδάτη τσιγγάνα: « Θα μου το δείξεις μωρή; θα σου δώσω ένα πενηντάρι κι ένα ρωγί λάδι». (Μέσα θάλασσα, του Γ.Κ.  σελ.66). Και ήτανε γέρος, στα τελευταία του. Άλλη εποχή, άλλοι άνθρωποι αλλά το ίδιο, άτρωτο από το χρόνο, γονίδιο ο ίδιος μυθικός έρωτας για την αλήθεια του κόσμου, διαρκής και επίμονος «μέχρι να καρφώσουν το τελευταίο καρφί στην κάσα μας».
 Μπροστά στη νέα του περιπέτεια, ο Οδυσσέας μας, φαίνεται να αμφιβάλλει για το θρίαμβο του ποιητικού λόγου στην αναμέτρησή του με το άδειο χαρτί:
« Οι πιο αιματηρές μάχες
Οι πιο άδοξες
Δόθηκαν
Στα αχανή
Στα ανυπεράσπιστα πεδία
Της λευκής σελίδας»
 Και όμως, η ΟΝΕΙΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ μεταμόρφωσε την άνυδρη λευκή έρημο σε περιβόλι.
 «Και πουθενά τώρα
Ένα γραμματοκιβώτιο
Πώς θα ταχυδρομήσουμε τη θλίψη μας;»
Δεν βρήκα στίχους να σημειολογούν καλύτερα τα ιστορικά αδιέξοδά μας και τη συλλογική μας κατάθλιψη.
« Και οι ποιητές;»  γιατί δεν μπαίνουν οι ποιητές μας μπροστά  να μας οδηγήσουν; Γνωρίζω την απάντηση: διότι καθοδηγούν τους λαούς τους διαχρονικά, μετά το καταληκτικό όριο της ζωής τους. Πάρε τον Όμηρο, τους τραγικούς και τους διαφωτιστές του Νέου Ελληνισμού. Οι τωρινοί έχουνε άλλη αποστολή, προφητεύουν:
Όπως τα σκυλιά αλυχτάνε
Το ραγισμένο φεγγάρι
Πριν από μεγάλο σεισμό


                 Η γειτονιά του Γιάννη στο κάτω μέρος του Αγιάννη Κυνουρίας  κοντά  στον Πρόδρομο.  
                  

 Το γυμνάσιο Άστρους, μια καρπερή σχολική χρονιά, έβγαλε άξιους απόφοιτους, που περάσανε στην ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης και σήμερα διακρίνονται όλοι ως επιστήμονες και άνθρωποι της τέχνης. Και διαθέτει η Κυνουρία τους δικούς της γιατρούς για την υγεία της, τους δικηγόρους για το «έχει» της και τους μύστες της τέχνης για την ψυχή της. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει κι ο Κουβαράς, έφεδρος πια της εκπαίδευσης αλλά ταμένος μελετητής και θεράπων της ποίησης μέχρι την τελευταία ανάσα. Για το Αστρος, που τον μεγάλωσε, αναγνωρίζει ότι απόκτησε την πνευματική του οικοσκευή με δάνειο από τα  « αμύθητα πλούτη» του. Και αναρωτιέται:
« Τι τόκους τώρα να του επιστρέψω;»
                              

ΣΧΟΛΙΟ
ΠΑΝ ΒΛΑΧΑΚΗ.
                                          O ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΟΥ. 

Με συγκίνηση παρακολουθώ τις προόδους στην επιστήμη και στη λογοτεχνία του Γιάννη. Ναι του δικού μας Γιάννη του δάσκαλου μου. Είχα την τιμή να είμαι ο πρώτος μαθητής του. Δεν θα επεκταθώ γιατί με πνίγουν οι θύμησες. Το παιδί με τα ξανθά μαλλιά και τα μεγάλα κατακάθαρα  γαλανά μάτια έγινε πανεπιστημιακός Δάσκαλος. Αυτό μας τιμά ιδιαίτερα που ένα δικό μας παιδί έφτασε ψηλά «Με την αξία του και όχι με ξένες πλάτες …». Τώρα  Χρίστο τι να κάνουμε Αγιαννίτης είναι με ρίζα το Στόλο. Μην μαλώνουμε γνήσιος ΠΑΡΝΩΝΙΤΗΣ είναι τον Πάρνωνα τον βλέπαμε πολύ κοντά από το Ξεροκάμπι. Το καλοκαίρι του 1968 μόλις τον είδα στο Ξερόρεμα, από την Πλάκα που θερίζαμε  και πήγα να τον καλωσορίσω. Είχε επιστέψει από κάτι μεροκάματα του τρόμου από την Τεγέα. Θυμάμαι και την φράση του αλλά αυτά είναι δικά μας. Φάγαμε ψωμί και ντομάτες από το περιβολάκι τους δίπλα από το Ξερόρεμα . Τον ρώτησα πολλά πράγματα τον κούραζα αλλά μου απαντούσε χαμογελώντας. Δυο χρόνια αργότερα με βοήθησε να μαζέψω λίγο το διεφθαρμένο μυαλό μου και να προχωρήσω στο Γυμνάσιο. Τον ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ. Η ζωή «μας σκόρπισε σαν τα παιδιά του λαγού». Πάντα τον έχω στο μυαλό και στην καρδιά μου.  

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ




      ΓΙΑ ΤΟΝ  ΠΑΤΕΡΑ  ΜΟΥ



         Νίκη  Βασ. Δικαίου. Σεπτέμβρης 2013

           Ξημέρωσε  η τελευταία μέρα της ζωής σου ξύπνησες πολύ νωρίς, όπως πάντα ήταν ένα όμορφο πρωινό με δροσούλα , αργότερα το μεσημέρι  θα έκανε ζέστη όπως συνήθιζε ο Σεπτέμβρης. Έφτιαξες το καφεδάκι σου, φύλαξες λίγο και για την κυρά – Ντίνα και κάθισες να το απολαύσεις κάτω απ΄ τον ίσκιο της κληματαριάς μαζί με το πρωινό τσιγάρο.
          Τι να σκεφτόσουν άραγε, πότε θα τελειώσεις με την καρυδιά που έχασκε μπροστά στα μάτια σου με τα κλαδιά απλωμένα περιμένοντας να την απαλλάξεις απ΄ τα τελευταία καρύδια  ή μήπως το κυνήγι του λαγού που υπολόγιζες να πας το επόμενο πρωί.
          Μετά από λίγο άρχισες τη δουλειά πάνω στο δέντρο με το ραβδί,  δεν άκουγες κανένα έπρεπε να τελειώνεις με την καρυδιά, έκανες διάλειμμα πάλι κάτω απ΄ την κληματαριά, η αγαπημένη σου  θέση.
           Εκεί σε άφησε η Κατερίνα και έφυγε να έρθει σε μένα, την ρώτησες αν θα επέστρεφε το μεσημέρι, μάλλον ανησυχούσες.
           Η κυρά –Ντίνα  μπαινόβγαινε στην κουζίνα και σε παρακολουθούσε, για κάποιο λόγο φοβόταν, δεν ήθελε να σε βλέπει εκεί πάνω, σου έλεγε συνέχεια να κατέβεις.
                            


           Μια καρέκλα πάντα αδειανή στο αγαπημένο Αμπέλι απέναντι από τον Αγιάννη.

           Το καλοκαίρι εκείνο  είχες  μια απίστευτη ενέργεια και κινητικότητα, λες και ήθελες να τα ζήσεις όλα μέχρι την τελευταία σταγόνα ,  έφτιαξες ένα υπέροχο κήπο με κηπευτικά  που τον πότιζες κάθε μέρα, είχες βάλει ακόμα και καρέκλα  κάτω απ΄ τον ίσκιο της πορτοκαλιάς να ξεκουράζεσαι  κάνοντας ένα τσιγαράκι… Τα σκυλιά σου, το Ρήγα και τη Λάικα  τα πήγαινες συνέχεια για ιχνηλασία και εκπαίδευση  να είναι έτοιμα για το κυνήγι του λαγού το αμπέλι σου το περιποιόσουν σα μωρό κι εκείνο σου ετοίμαζε τη μεγαλύτερη σοδειά του,  αλλά και το μεράκι σου τη μηχανή σου  πόσες βόλτες την πήγες, όσο κι αν ήσουν κουρασμένος, έφτανες μέχρι τις Κοδέλες Αγνός φυσιολάτρης, θαύμαζες τη φύση όλες τις εποχές και  αγαπούσες πολύ τα ζώα, μίλαγες με τα σκυλιά σου και τον κότσυφα στο περιβόλι και περίμενες να συναντήσεις το λαγό στα βουνά. Η πολύ ζέστη σε είχε κουράσει , είχες αδυνατίσει. Έκανες σχέδια να περάσεις το επόμενο καλοκαίρι στον Αγιάννη με τη μαμά, θα έπαιρνες και τα σκυλιά μαζί και  όποιος   ήθελε  ας ακολουθούσε… Ένας αιώνιος έφηβος  στην ενέργεια, στο κορμί  αλλά κυρίως στη ψυχή με ένα έμφυτο αίσθημα δικαιοσύνης και πειραχτήρι πάντα με απίστευτο χιούμορ, ακόμα και στα γενέθλια σου πάντα άλλαζες την ηλικία γελώντας, όταν σου λέγαμε το τραγουδάκι παιδιά κι εγγόνια μαζί κι έσβησες το μοναδικό κεράκι φωτογραφίες, οι παππούδες με τα τέσσερα εγγόνια, οι τελευταίες σου, αλλά και πάνω στη μηχανή σου  τη BMW, αυτή μου τη ζήτησες προφητικές, δεν ξέρω μια κακή σκέψη  πέρασε αστραπιαία απ΄ το μυαλό μου και σχεδόν ταυτόχρονα αυτό  τη διέγραψε, έμελλε να τη θυμηθώ λίγο  αργότερα.
                                                  


                                                  Ο μικρός Βασίλης στη BMW.
           Δεν θα ξεχάσω τα μάτια σου πατέρα ,εκείνη τη μέρα στις 26 Αυγούστου στα γενέθλιά σου. Είχαν μια λάμψη που φοβήθηκα άστραφταν, και μου φάνηκαν σκούρα, μαύρα εκείνα τα καταπράσινα μάτια. Λες και βιαζόσουν να τα δεις και να τα ζήσεις όλα , ίσως όμως και να τα αποχαιρετούσες όλα.
           Ανέβηκες πάλι πάνω στη καρυδιά να συνεχίσεις, δεν είχε πολύ ακόμα μετά από λίγο  τελείωσες και  άραξες πάνω σ΄ ένα απ΄ τα μαδέρια που είχες καρφώσει με τα χεράκια σου  κι έκανες τσιγάρο το τελευταίο  τσιγάρο που να τόξερες,  αναρωτιέμαι ακόμα τι όνειρο να είδες το τελευταίο βράδυ που κοιμήθηκες στο κρεβάτι σου
                               


                                                           Στο πρόσωπο του παιδιού η ζωή συνεχίζεται.

           Η κυρά - Ντίνα πάλι σου είπε να κατέβεις, αφού είχες τελειώσει πια και μπήκε μέσα στην κουζίνα το  κακό δεν άργησε να γίνει κανείς δεν είδε πως έσπασε το κλαδί έχασες την ισορροπία σου και  φώναξες την αγαπημένη σου «Ντίναααα» με μια φωνή που έσβηνε. ταυτόχρονα ακολούθησε ο θόρυβος του κορμιού που έπεσε εκείνη έτρεξε φωνάζοντας βοήθεια Την άκουσαν οι γείτονες και έτρεξαν, τα  σκυλιά σου σίγησαν βρέθηκες ξαπλωμένος να κοιτάζεις το σπίτι σου, στα χέρια της αγαπημένης σου, έχασες το χρώμα σου ανοιγοκλείνεις τα μάτια δυο φορές ,τέλος .

          18 Σεπτεμβρίου 2013 πέρασε ένας χρόνος πια και η απουσία σου είναι τεράστια όμως άλλο τόσο δυνατή νιώθω την παρουσία σου πατέρα όταν είμαι στο σπίτι μας και τα βράδια αργά κλείνω τα μάτια ν΄ ακούσω τα βήματά σου γύρω απ΄ το σπίτι, στο περιβόλι, στα σκυλιά σου αλλά τα σκυλιά έφυγαν και η καρυδιά κομματιάστηκε, ένα ξέφωτο υπάρχει  πια σε εκείνο το σημείο της αυλής μας και ο κότσυφας απέμεινε να τριγυρνάει ψάχνει να φτιάξει φωλιά στην πορτοκαλιά για την οικογένεια και η ζωή συνεχίζει τον κύκλο της.   

         

                           

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΑΖΟΥΡΑ ΚΑΜΠΥΛΑΙΩΝ.




Μήτσιος Ιωαν. Περδικάρης.
Σεπτέμβρης 2013 


                              ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΜΗΤΣΙΟΥ.

 Μια φορά κι ένα καιρό που λες παραβάζανε τη δύναμη τους, οι γαιδουροΚαμπυλαίοι όπως τους λέγανε με ποιο δυνατό απ όλους τον Τάσσαρο. Θεριό ολάκερο ο Τάσσαρος πράγμα που αποκαλύπτει και το ονομα του. Ο Ποιό αχαμνός ο Νικολάκης . Ο Γενάρχης των Καμπυλαίων. Οκτώ παιδιά είχε εν ζωή. Ο παππούς  των Ραφτάδων, του Θανάση, των σιδεράδων κ. α. Ηταν μικροκαμωμένος αυτός.
    
              
Ο  Νικόλας Καμπύλης σε ηλικία 102 ετών το καλοκαίρι του 1977. Η Φωτογραφία είναι ευγενική προσφορά του εγγονού του Νίκου Π. Καμπύλη.                
  Αφού λέγανε και ξιαράγανε στα βοσκοτόπια ακούσανε απ το Χωριό την καμπάνα να χτυπάει 'θλιβερά. Βάζουνε που λες στοίχημα. Λέει ο Τάσσαρος θα μπω στο κοιμητήριο τα μεσάνυχτα και θα φέρω τον πεθαμένο-πεθαμένη στο Κουτρί.
-Ρε δε μπορείς είσαι χέστης του λέει ο Κριαράκος.
-Καλα, θα δείτε.
Αφού τα βάλανε τα έρμα στο μαντρί καναν απάνου για το Χωριό, στο Μύλο του Σταυρούλη μάθανε ποιος πέθανε. Ηταν καποια γιαγιά δεν θυμάμαι τώρα το ονομά της. Πάνε στο Χωριό παιδιά τωρα Βλαχαγιαννίτες καθαροί . Κανονίσανε το στοίχημα. Στο μεταξύ ο Κριαράκος λέει: << Νικολάκη εσύ έλα μαζί μου....>> Πηγαίνουν στο κοιμητήριο την Αγια Παρασκευή. 

Τότες τους αφήνανε το βράδυ στην εκκλησία τους αποθαμένους. Αφού παραφυλάξανε και μολις φύγανε όλοι κατά τις έντεκα το βράδυ μπαίνουνε μέσα στην εκκλησία. Βάζει τον Νικολάκη ο Κριαράκος μέσα στο κιβούρι, αφού έβγαλαν την πεθαμένη γιαγιά. Ηταν μαζί τους ο ΒασιλοΘανάσης ο γνωστός υπερήλικας (ο Ρωμαίος με A.......την Ιουλιέτα του τα αργότερα χρόνια). Βάζουν τον Νικολάκη στη θέση της γιαγιάς και περιμένανε. O Νικολάκης τους έλεγε μη φύγουνε εκείνοι περιμένανε τάχα απέξω. Αλλα το κόψανε λάσπη για το Κουτρί. Αφού έκιωσε η ώρα είχανε μαζευτεί στο Κουτρί και άλλοι νεαροί που έμαθαν για το στοίχημα. Ήρθε η ώρα του Τάσσαρου. Μια και δυο ο Τάσσαρος στην Αγια Παρασκευή. Μπαίνει μέσα φουριάτος αρπάζει τη γιαγιά - Νικολάκη  απ το κιβούρι τον κόβει στον ώμο. Δρόμο για το Κουτρί. Στη στροφή στο Μύλο, του πεσανε κοντά τα σκυλιά του Μυλωνά του μπαρμπα Λια του Κολοβού. Τρεχάλα που λες ο Τάσσαρος απο πίσω στο κατόπι τα σκατόσκυλα. Βαβίζανε, όποτε του λέει ο Νικολάκης:<< Τάση καμάρι μασ' τα ποδιά μου με φάγανε τα έρμα>>. Τέζα ο Τάσσαρος με τα μούτρα χάμου. Απ το φόβο του έβγαλε τη χρυσή λέγανε !!
          
                              
                                                      Δημ. Καμπύλης – Κριαρὰκος .
 Την Ιστορία μου την έλεγε η γιαγιά μου η ΞιουροΡίνα. Στην οποία ο Τάσσαρος την πρώτη νύχτα του γάμου με τον παππούλη μου της βάλανε τον Κοντόπανο στο κρεββάτι. Εκεί να δεις καζούρα. Ο μπαμπά Τάσσαρος παντρεύτηκε με τις βέρες του παππού και της γιαγιάς μου. Κατάλαβες τη φτώχεια που υπήρχε. 

Ηταν αχώριστοι όλοι τους. Αλβανία πόλεμος μαζί, Γερμανία αιχμαλωσία μαζί. Τους είχαν διαλέξει οι τότε προεστοί μας, τους έδωσαν σαν πρόβατα επί σφαγή στους Ούννους. Βάλανε με το χωνί απ την Πλατάνα του  Αγιωργη. Τους φωνάζανε ονομαστικά έναν -έναν. Ξέρανε οι προδότες, οι Ρουφιάνοι τα καθίκια . Ότι οι ξωμάχοι και άλλοι χωριανοί κρυβόντουσαν στα Καμπυλαίικα, στο Θεολόγο, στον Μπουρσό και στα γύρω ρέματα. Τους πήγανε στη Γερμανία όπου κακοπάθανε όλοι τους. Κάποια ελάχιστη αμοιβή για τα μάτια την κρατήσανε οι προεστοί μας, οι κηφήνες  !!!!!!!!!!

 Σχόλια

Ο Μητσιάκος εχει το χάρισμα του Παραμυθά . Δεν ξέρω αν στον μακρινό παγωμένο Καναδά τις κρύες νύχτες λέει παραμύθια στα παιδιά. Πιστεύω ότι θα ήταν ο τέλειος Ανατολίτης παραμυθάς. Τα ακούσματα από τους προγόνους δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια και αν περάσουν. Τι να κάνουμε ο Μήτσιος ανοίγει το στόμα του λίγο παραπάνω. Είναι φίλος και δεν τον λογοκρίνω με καμιά δύναμη γιατί ποτέ του δε μάσησε τα λόγια του. «Δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις αλλά χυδαίοι άνθρωποι» .
<< Οι Καμπυλαίοι που λες σκαρώνανε πολλές καζούρες μεταξύ τους, αυτή η ιστορία του θείου μου του Πάνου  με τον Κ.. και το λάδι έχει μείνει γνωστή από πολλούς. Είναι  και κάποιες άλλες που ξέρω να κατουρηθείς από τα γέλια.>>

Τα πρόσωπα είναι γνωστά μας. Είναι πολίτες του κάτω κόσμου.
Παράδοση και απλή ζωή του χωριού.

Θυμάμαι τον Τάσσαρο που είχε σώμα αρκούδας. Στο θεμονοστάσιο στα Αστραπάλωνα μαζί με τον Παναγάκη βάλανε τις φωνές στον πατέρα μου. Ρε του είπε ο Τάσσαρος μην το αφήνεις να φορτώνει 70α σακιά. Θα πάθουνε τα Αρχ....α του. Άστο κάτω καμάρι μου το σακί. Το άρπαξαν μαζί με τον πατέρα μου, απάνω στον Ψαρή . Εγώ απλά έδεσα τη θηλιά στην παΐδα και στο κολιτσάκι. Τότε πρόσεξα το τεράστιο χέρι του. Τον θυμάμαι σκονισμένο, κουρασμένο και καταϊδρωμένο. Καλοσυνάτος γίγαντας . Είχανε αγοράσει πόντους απο το αλωνιστικό συγκρότημα του Ευθυμίου . Όποιος δεν ξέρει απο αλωνιστική μηχανή –Πατόζα - δεν ξέρει τίποτα. Αργότερα κατάλαβα τι εννοούσαν !!!!  Δυστυχώς δεν έχω Φώτο του αειμνήστου Τάση. Ελπίζω να βρω μια φωτογραφία του.


Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΑΛΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ.






Κυριάκος Γεωρ. Ντούμος                                                                                                                               

Kαστρίτης  Ποιητής – στιχουργός.




O Ποιητής - στιχουργός Κυριάκος Γεωρ. Ντούμος, γεννήθηκε στο Καστρί της Κυνουρίας. Είναι γνήσιος ΠΑΡΝΩΝΙΤΗΣ. μεγάλωσε σε ένα χωριό που ανθούσε η μουσική, το θέατρο, και τα γράμματα. Σπούδασε νομικά αλλά τον κέρδισε ο πολιτισμός. Είναι πολυτάλαντος άνθρωπος. Ο πολύς κόσμος τον γνωρίζει σαν στιχουργό.  Ηθοποιός, μαθητής του Κουν, Ραδιοφωνατζής ( έτσι μου αρέσει να το λέω), θεατρικός δάσκαλος με τεραστία προσφορά. Δεν αναγνωρίζεται στη χώρα μας η κάθε σοβαρή προσπάθεια, αν ήταν σε πρωινάδικο!!!!  Από την απαξίωση του πολιτισμού ξεκινάει η άλωση των συνειδήσεων. Ο Κυριάκος αντιστέκεται και παλεύει  με ήθος και σεμνότητα. Τώρα δάσκαλος δημοσιογραφίας διδάσκει ραδιόφωνο και ήθος στους νέους. Ευχαριστώ Κυριάκο για ότι μας έχεις προσφέρει και θα προσφέρεις ακόμα.  Με τιμάς που μου επέτρεψες να αναρτώ τους στίχους  σου !!!!!



Εφηβεία.

Μια άλλη προσέγγιση για το σχολείο και το διάβασμα.

Θεέ μου, αλητεία στην πλατεία,
 μάτι στη γωνία κι αγωνία,
 σινεμά τα βράδια,
 κόλπα στα σκοτάδια,
 κόντρα, τσιγαράκι και ποτό.

 Εφηβεία – "Κάτω η βία",
 ο πατέρας – είναι τέρας,
 το σχολείο μαυσωλείο, φυλακή,
 και το διάβασμα εφεύρεση κακή.

 Πρώιμη σοφία στην πλατεία,
 πόζα, ρητορεία κι απορία,
 τις φωνές οι μάνες,
 στο σχολειό κοπάνες
 και ραντεβουδάκι στο στενό.
                              Κυριάκος  Ντούμος      1980

Τραγούδι σε Στίχους:  Κυριάκου Ντούμου                                                                                            Μουσική:Γιώργου Xατζινάσιου. Χατζηνάσιου                                                                                           Ερμηνεία : Τάνια Τσανακλίδου.
      

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ.





Γράφει ο Αγιαννίτης Δάσκαλος 
Κώστας Σωτ. Ιατρίδης.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ  ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ. του  ο Κώστα Σωτ. Ιατρίδη
ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ, ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ από τον ΑΓΙΑΝΝΗ, Άστρους και την ΠΕΡΙΟΧΗ Άστρος-Αγιάννης 26 Ιουλίου 2013 γράφει ο Κώστας Σωτ. Ιατρίδης, Άστρος iatridis@web.de , iatridis.k@gmail.com Το παρόν κείμενο που διαβάζεις είναι μια απλή ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, μια ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ. Εκφράζει μια διάθεση για επικοινωνία. Για έκφραση κάποιων αναμνήσεων, προσωπικών βιωμάτων, ανταλλαγή απόψεων. « Είσαι αυτό που κατα/νοείς και νιώθεις!» Είναι μια ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ για καταγραφή απόψεων, αφηγήσεων, διηγήσεων. Διαβάζεται σε πρώτο και σε τρίτο πρόσωπο. .

 Η ιδέα να το γράψω μού ήρθε χτες, 25 Ιουλίου 2013. Ήταν παραμονή της εορτής της Αγίας Παρασκευής. Βρέθηκα χτες για πολλοστή φορά εκεί/εδώ στο χωριό που γεννήθηκα, στον Αγιάννη. Στο θερινό χωριό των κατοίκων του Άστρους. Εδώ πάνω ανέβαιναν παλιότερα οι περισσότεροι από τους κατοίκους για να ασχοληθούν με τις αγροτοκτηνοτροφικές τους δραστηριότητες. Αυτή η ιδέα μού ήρθε αυθόρμητα στο νου μου καθώς κοίταζα, έβλεπα τους ανθρώπους που είχαν έρθει χτες στον εσπερινό και αργότερα που χορεύαμε εκεί στη Λάκα στην ταβέρνα  Καραμάτζανη. Ήταν παιδιά, νέοι, ενήλικες.
                 
                                              Πρόδρομος η μητρόπολη του Αγιάννη.
Ο νους μου έτρεξε στα περασμένα χρόνια. Τότε που ήμουν και εγώ μικρό παιδί και νεότερος. Έμενα την άνοιξη και το καλοκαίρι στον Αγιάννη, εκεί κάτω στον Πρόδρομο. Θυμήθηκα, ανακάλεσα στο νου μου, αναλογίστηκα, συγκινήθηκα. Διαπίστωνα ότι πάρα πολλοί από τους παλιούς., τους μεγαλύτερους από εμένα, ακόμη και αρκετοί συνομίληκοί μου δεν ήταν εκεί. Ένα αυθόρμητο κίνητρο να σκεφτώ. .

 Είμαι ο Κώστας Σωτηρίου Ιατρίδης. Είδα το πρώτο φως του ήλιου, γεννήθηκα εδώ στον Αγιάννη. Ναι, γεννήθηκα εδώ. Το σπίτι μας ήταν λίγο πιο πάνω από την εκκλησία του Προδρόμου. Στο τρίτο σπίτι πιο πάνω από εδώ που βρισκόμαστε, στην αυλή της εκκλησίας. Έτσι μού έλεγε η μάνα μου. Το σπιτάκι μας δεν υπάρχει πια σαν οικοδόμημα. Έπεσε, γκρεμίστηκε, χάλασε. Το μόνο που βλέπει κανείς εκεί, είναι ένας σωρός από πέτρες, χώματα και μια συκιά . . .Και όμως μέσα μου η εικόνα του υπάρχει!
Μπαίνω στο θέμα μου. Σε καλώ εσένα που ο ίδιος /η ίδια γεννήθηκες σε τούτο το όμορφο χωριό, που ένας από τους γονείς ή τους προγόνους σου γεννήθηκε ή έζησε εδώ. Να σκεφτείς, να αφηγηθείς, να διηγηθείς, να γράψεις μερικά από εκείνα που εσύ προσωπικά έζησες ή άκουσες να συμβαίνουν τα περασμένα χρόνια εδώ πάνω. Ποιος είναι ο σκοπός; Απλά θα είναι ένα κίνητρο να καταγραφούν και να μείνουν μερικά από όσα λέμε καθημερινά στις παρέες μας, στα παιδιά μας, σε διάφορους άλλους γνωστούς και φίλους μας. Τα γραπτά μένουν. Από τα γραπτά μαθαίνουμε πολλά. Για το παρελθόν. Για όσα έφυγαν και γίνονται αιτία να δημιουργήσουμε και το σήμερα και το αύριο και το μέλλον. Η ίδια η ζωή μας, η καθημερινότητά μας, η δράση και η δραστηριότητά μας, όλα στηρίζονται και στο παρελθόν. Στο μακρινό και στο χτεσινό μας. Όλα αυτά ορίζουν και προσδιορίζουν το μέλλον. Το ξέρεις. Η ζωή είναι ένα ταξίδι. Με αρχή και τέλος. Το θυμάσαι το ποίημα του Καβάφη, η ΙΘΑΚΗ. Ξαναδιάβασέ το. «Και αν φτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Σού χάρισε ένα ωραίο ταξίδι.» Δεν χρειάζεται να αφηγηθείς πολλά. Απλά να θυμηθείς μερικά από εκείνα που εσύ έζησες ή άκουσες, για τα χρόνια που βρέθηκες εδώ πάνω, στον Αγιάννη, σαν παιδί, σαν νέος, σαν ενήλικος, σαν επισκέπτης. Έχεις πάρα πολλά!
                   
                    Αγιάννης του Άστρους. Κάπου στο βέλος ήταν το σπιτάκι του Κώστα .      
Κάποτε είχα διαβάσει εκείνο που είχε γράψει ο Άλμπερτ Αϊνστάιν. «Πάτησα στους ώμους των προγόνων μου κι έτσι μπόρεσα να δω πιο πέρα από τα τείχη του καιρού μου». Με τη φράση του αυτή επισημαίνει εύστοχα την αξία και τον θησαυρό που κρύβονται στον προγονικό κόσμο, στο παρελθόν μας. Αυτό μπορεί να μας παρακινήσει να ξεκινήσουμε μια εισαγωγή στην καταγραφή όσων μάς συνδέουν με το παρελθόν του τόπου μας και με τις προσωπικές μας εμπειρίες και αναμνήσεις. Με τα παραπάνω δεν επιθυμώ να παρακινήσω στην καταγραφή των διάφορων γενεαλογικών δέντρων του καθενός μας. Ούτε σε συλλογή λογοτεχνικών κειμένων. Ο προσωπικός μου σκοπός που συντάσσω και καταγράφω στο πρόχειρο σημείωμα που διαβάζεις, δεν φτάνει τόσο ψηλά. Μού αρκεί να σε παρακινήσω να θυμηθείς και εσύ και εγώ προσωπικά χαρακτηριστικά της ζωής που ζήσαμε εδώ/εκεί στον Αγιάννη. Τα τυχόν μονοσέλιδα ή δισέλιδα γραπτά που ίσως προκύψουν, μπορούμε να τα μεταχειριστούμε σαν μια ΣΥΛΛΟΓΗ από ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ, ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ, ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ από τον ΑΓΙΑΝΝΗ, Άστρους. Ίσως να μπορέσουμε να τα χρησιμοποιήσουμε για την έκδοση ενός ολιγοσέλιδου ή και πολυσέλιδου τόμου. Οι φιλοδοξίες μας δεν είναι ανάγκη να είναι μεγάλες. « Δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα.» Ξαναδιάβασε τα παραπάνω. Σκέψου όσα προτείνονται, θυμήσου και αποφάσισε εσύ χωρίς βιασύνη, χωρίς πίεση.
                                Θεολόγος ο οικισμός που κατοικούσε ο Κώστας.
Ο Κώστας που σύνταξε αυτό το κείμενο δεν είναι ούτε συγγραφέας, ούτε επιστημονικός συνεργάτης κανενός εκδοτικού οίκου. Είναι και νιώθει απλά ένα χωριατόπαιδο. Αυτό είναι το κοινωνικό του υπόβαθρο. Τα καλοκαίρια τα περνούσε εκεί κάτω στον οικισμό, στα ΚΑΜΠΥΛΑΙΙΚΑ, στο ΘΕΟΛΟΓΟ. Τους χειμώνες κατοικούσε στον άλλο οικισμό ΜΠΑΡΛΑΙΙΚΑ. Πάνω από τη ΛΟΥΚΟΥ.
 Φοίτησε στα σχολεία στον Αγιάννη και στο Άστρος. Την άνοιξη και το φθινόπωρο πήγαινε με τα πόδια στο σχολείο μαζί με τα .άλλα παιδιά. Το ίδιο συνέβαινε και το χειμώνα. Επισκεπτόταν το σχολείο στο Άστρος. ΄Εμαθε μερικά γράμματα. Σπούδασε Παιδαγωγικά, Φιλολογία, Κοινωνιολογία, δημοσιογραφία, αγγλικά, γερμανικά, Ψυχολογία, Φιλοσοφία, Διδακτική στην Τρίπολη, στην Αθήνα, στο Nottigham, στο Bath, στο Erlangen, στη Νυρεμβέργη, στη Φρανκφούρτη. Είναι συνταξιούχος δάσκαλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Άνοιξε κάπως τα μάτια του. Έχει επίγνωση των όσων σκέφτεται και λέει. Προσπαθεί να διατηρεί σε εγρήγορση το νου και την καρδιά του. Την κριτική σκέψη και το συναίσθημα. Γνωρίζει και διαπιστώνει ότι « δεν πήρε το μυαλό του αέρα». Προσπαθεί να πατάει σταθερά στο χώμα που τον γέννησε.Του αρέσει να εκφράζεται. Αυτά περιεκτικά. Σε γενικές γραμμές.
 Για κάποια τυχόν επικοινωνία, μπορείς εσύ να μιλήσεις μαζί μου ή να χρησιμοποιήσεις το ηλεκτρονικό διαδίκτυο iatridis@web.de, iatridis.k@gmail.com Γεια και χαρά σου.
Κώστας Σωτηρίου Ιατρίδης, Άστρος Ιούλιος 2013

ΣΧΟΛΙΟ.
Συμφωνώ με την πρόσκληση του Κώστα του Ιατρίδη. Μια παρόμοια προσπάθεια κάνω με τον ισότοπο -  blog «Οι ΠΑΡΝΩΝΙΤΕΣ – ΚΥΝΗΓΕΤΕΣ» Οι Κυνηγέτες δεν έχουν καμιά σχέση με το κυνήγι. Επειδή πολλοί νομίζουν ότι είναι κυνηγοί σκέπτομαι να κρατήσω τον τίτλο ΠΑΡΝΩΝΙΤΕΣ και να βάλω σε υπότιτλο τους  – ΚΥΝΗΓΕΤΑΙ = ΚΥΝΕΣ  = ΚΥΝΟΥΡΙΟΙ. Γιατί ο Πάρνωνας ο Μαλεβός μας φτάνει μέχρι τη Λακωνία  και πρέπει να ξεχωρίζουμε την γεωγραφική ενότητα. ΚΥΝΗΓΕΤΑΙ  ή ΚΥΝΕΣ  = ΚΥΝΟΥΡΙΟΙ. έδωσαν στο όνομα τους στην Κυνουρία . Ήταν ιδεατές θεραπευτικές οντότητες που συνόδευαν  και βοηθούσαν  τον Ασκληπιό στο έργο του. Σκοπός μου ήταν και είναι να κάνω τον ιστότοπο -  blog  ομάδα. Χρειάζεται συνεργασία, ομαδικό πνεύμα και αρκετή δουλειά. Με εμπιστεύτηκαν και με τίμησαν αρκετοί  συμπατριώτες και φίλοι. Τους ευχαριστώ πολύ και συνεχίζουμε. Όποιος θέλει ας μου στέλνει κείμενα και φωτογραφίες σε JPG στο Εmail : vlachakispan@gmail.com.  Μοναδικός σκοπός μου η επικοινωνία και η  ανιδιοτελής προσφορά ΤΟΠΟ ΜΑΣ. Σαν διαχειριστής αποκλείω τον καθένα που θα ήθελε κάθε είδος ατομικό κέρδος. Περιμένω τις συνεργασίες σας.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΔΙΚΑΙΩΤΗ ΘΥΣΙΑ.




Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης  
Επιμέλεια σχόλια.
Σεπτέμβρης 2013


" Χίλιοι τον παν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω."                              ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΒΛΑΧΑΚΗΣ.

                           ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΟΛΙΑΝΑ. (Στο βωμό της Πατρίδας).

«ΚΥΝΟΥΡΙΑΚΗ» Αρ. Φυλ. 5 /15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1945 σελ. 5 &  6.

Ένας χρόνος έχει περάσει. Σαν σήμερα ( 2 Σεπτέμβρη 1944) μανιασμένοι οι γενίτσαροι του αρχιπροδότη Παπαδόγκωνα οδηγημένοι από έναν νεώτερο Πήλιον Γούση στα αποκρυφα περασματα του Χωριού μας έπιασαν 9 χωριανούς μας. Μαζί μ΄ αυτούς και τον Αποστόλη Βλαχάκη.
Λυσσασμένοι απ΄το κακό τους που δεν μπορούσαν να λυγίσουν – μα ούτε μπόρεσαν – την αδούλωτη ψυχή μας, κατέφυγαν σε μέθοδες του άλλοτε τύραννου της Ηπείρου Αλή Πασά, στους συμβιβασμούς , στις δολοπλοκίες κ.λ.π. Βέβαια οι απαντήσεις ήσαν αρνητικές. ΜΕ ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΚΑΜΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ.

Ενώ ο ήλιος δειλά - δειλά διέγραφε τα πρώτα του βήματα στον ορίζοντα και η ζωή άρχιζε να παίρνει την καθημερινή της όψη, ξάφνου μια φωνή αντιλαλεί: «Αλήτες Έρχονται». Το χωριό αναστατώνεται. Άλλοι κρύβουν τα υπάρχοντα τους, τα τρόφιμα τους. Γιατί; Οι «Υπερέλληνες » ξεσκολισμένοι από τους δασκάλους τους Ούννους τους ξεπερνάν στο πλιάτσικο. Άλλοι βγαίνουν στ΄αγνάντια να δουν από πού έρχονται, και άλλοι ΛΙΓΟΙ ( δυο τρεις) κάθονται στην πλατεία και κρυφά τρίβοντας τα χέρια τους, ανταλλάσσουν και καμμιά λοξή ματιά, αν θα πετύχει …το ποθούμενο.►1
Οι μπαταριές δίναν και παίρναν από χαμηλά!Όλοι μας σιγά-σιγά πήραμε τον ανήφορο για να βγούμε στο διάσελο. Αλλά… εκεί ενέδρευαν οι κακούργοι, - οδηγημένοι από τον Πήλιο Γούση – και πάνω τους πέσαν ο Αποστόλης με 8 άλλους. Εκείνοι προσποιήθηκαν ότι είναι αντάρτες ( είχαν μεταμφιεσθεί) και σε λίγο «Αλτ ! ψηλά τα χέρια! Όποιος θελήσει και φύγει, θα σκοτώσουμε τους υπόλοιπους». Ο Αποστόλης δεν ήταν απ΄ αυτούς που λυγίζουν! Μπορούσε να τους φύγει! Μα αν εκτελούσαν την απειλή τους; Τι θα έλεγε το χωριό; Ασφαλώς ότι εξ αιτίας του χάθηκαν και οι άλλοι. Και μπροστά σ΄ αυτό το δίλημμα τους ακολουθεί.

                             Ο Αποστόλης  Βλαχάκης προπολεμικά στην Αθήνα.

Τους ρίξαν στα μπουντρούμια του δικαστικού μεγάρου της Τρίπολης. Έπρεπε κάποιον να σκοτώσουν! Μα έπρεπε και μια κατηγορία! Και οι κακούργοι, οι απόφοιτοι του Νταχάου δεν άργησαν να την βρουν! Εδιάλεξαν δυο απ΄ αυτούς τον Ντίνο από την Αθήνα γιατί ήταν αντάρτης και τον Αποστόλη ότι ήταν «φρούραρχος»!►2

Η είδηση έφτασε και στο χωριό! Τον Αποστόλη τον κατηγορούν πως ήταν φρούραρχος!  Κραυγή αγανάκτησης ξεχύθηκε απ΄ όλα τα στόματα για το διαπραττόμενο έγκλημα! Και ρωτούσαν ο ένας τον άλλον ! «Μα ήταν ο Αποστόλης φρούραρχος;» Όχι! ποτέ δεν ήταν! Ήταν ένας φλογερός πατριώτης που δεν καταδέχτηκε ( όπως όλο το χωριό πλην ολίγων κακούργων, δειλών, ΡΑΓΙΑΔΩΝ) να προσκυνήσει τους κατακτητές. Και τίποτε παραπάνω! Πόστο κανένα δεν είχε. Μα και αν κατείχε; Είναι κατηγορία αυτή; Για τις απόψεις των δολοφόνων του Παπαδόγκωνα, των «Υπερελλήνων πατριωτών» είναι!
Όχι! Εφώναξε όλο το χωριό! Ποτέ δεν πρέπει ν΄αφήσουμε να γίνει αυτό το κακό! Την άλλη μέρα μια επιτροπή έφυγε για την Τρίπολη. Μα του κάκου! Η απόφαση είχε παρθεί! Η καρδία των εισηγηθέντων την εκτέλεση είχαν σκληρύνει περισσότερο από το μάρμαρο το παγερό! Έπρεπε να σκοτωθούν! Δεν έφτανε τόσα παλληκάρια που είχαν παραδώσει στο μακελλάρη Γερμανό, στο Χαϊδάρι και στα καταναγκαστικά έργα στη Γερμανία ! Κι΄έτσι, ένα δειλινό ο Αποστόλης με τον Ντίνο και δυο άλλους οδηγούντο απ΄ το εκτελεστικό απόσπασμα στον τόπο της εκτέλεσης.

Στο δρόμο διάφορες σκέψεις περνούσαν απ΄ το νου του. Απ΄ τη μια σαν είδε τα Δολιανά στ΄αγνάντια – έστειλε αποχαιρετιστήρια στη μάνα του, στις αδερφές του, στους φίλους του και στους συναγωνιστές του. Και τους κρυφοέλεγε. « Μη με λησμονήσετε! Διαλαλήστε  τον άδικο χαμό μου σ΄ όλο τον ντουνιά για να γίνει ο εφιάλτης των δολοφόνων μου!» Απ΄ την άλλη σκεπτόταν αν ήταν δυνατόν να τους φύγει! Και σαν αφηνιασμένο λιοντάρι κατέστρωνε τα σχέδια! Και την ώρα που οι κακούργοι ήσαν «Επί σκοπόν» και τους ρωτούσαν αν έχουν να πουν τίποτα να μαρτυρήσουν. Ο Αποστόλης πήρε την απόφαση! Βγάζει τον αναπτήρα του και τον προτείνει σ΄ έναν προδότη, λέγοντας του. «Πάρτον να με θυμάσαι» Και την στιγμή που άπλωσε το χέρι ο Ιούδας να πάρει τα αργύρια, δίνει ένα σάλτο και βρέθηκε μακριά από τους δολοφόνους παρά τους αλλεπάλληλους πυροβολισμούς που του ΄ριξαν και τον τραυμάτισαν.
             
                                                 Αποστόλης  Βλαχάκης.

Κι έτσι σαν γλύτωσε από του χάρου τα δόντια την τελευταία στιγμή, γυρνώντας τα σκοτεινά σοκάκια της Τρίπολης εβασάνιζε το νου του αν έπρεπε να περάσει την συρματοπλεγμένη πόλη με τα πεδία των ναρκών ή αν έπρεπε να ζητήσει άσυλο σε κανένα φιλόξενο σπίτι ως που να του δοθεί η ευκαιρία να φύγει μακριά!  Προτίμησε το δεύτερο και πήγε σ΄ένα γνωστό του σπίτι. Αλλά δυστυχώς χωρίς να το περιμένει βρέθηκε πάλι στα χέρια των δολοφόνων κι΄ έτσι οδηγήθηκε πάλι στο εκτελεστικό απόσπασμα.►3

Μα τώρα δεν είναι ούτε πέντε ούτε δέκα! «Χίλιοι τον παν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω!»  Και πάλι όμως τους φεύγει με δεμένα τα χέρια πίσω και παρά λίγο να γλυτώσει. Μα πολλά αυτόματα του φράξανε το δρόμο!►4
Ο Αποστόλης άφησε την τελευταία του πνοή δυο μέτρα από το δρόμο του Αϊ- Γιώργη στην Τρίπολη, στο γεφύρι, στα πρώτα πεύκα, δυο μέρες προτού ελευθερωθεί η Τρίπολη.

Και ενώ το δολοφονημένο του κουφάρι βροντοφωνάζει «Τιμωρία στους δολοφόνους», η σημερινή δικαιοσύνη τους έχει ελεύθερους και συνεχίζουν το έργο τους και γυρνούν και μέσα στο χωρίο ακόμη, περνώντας αγέρωχοι μπροστά από την χαροκαμένη μάνα και τις αδελφές του που τα μάτια τους έχουν στραγγίσει από Τα κλάματα!►5
  

                            Ηλιοβασίλεμα από το σπίτι της κας  Νίκης στου Κούβλη.

Το μαύρο του κουφάρι χέρια χριστιανικά το σκέπασαν με λίγο χώμα ελαφρό! ►6 Η ψυχή του όμως γυρνά τριγύρω μας παρακαλώντας. Την νοιώθουμε και της υποσχόμαστε να μην τον ξεχάσουμε ποτέ!
                                                                                      ΔΟΛΙΑΝΙΤΗΣ !

ΣΧΌΛΙΑ.

 Θα ήθελα να γνώριζα τον συντάκτη του κειμένου του 1945. Αυτό στάθηκε τρομερά δύσκολο να το βρω. Στα πλαίσια των δυνατοτήτων μου έψαξα και βρήκα αρκετά στοιχεία. Στις αρχές Αυγούστου του 2013 μου έκανε την τιμή να με δεχτεί η κ. Νίκη η αδελφή του αδικοχαμένου Αποστόλη. Ευχαριστώ την γλυκύτατη υπέργηρη κυρία που μου επέτρεψε να φωτογραφήσω τα κάδρα και που μου εμπιστεύτηκε κάποιες από τις αναμνήσεις της. 

►1 Τα ονόματα των προδοτών τα έχω βρει από παλιά ντοκουμέντα όμως τα αφήνω στη λήθη της ιστορίας.
►2 Ο Ντίνος ήταν μικρασιάτης από την Αθήνα φίλος του Αποστόλη. Ο Αποστόλης ήταν μάγειρας και έμπορος προπολεμικά στην Αθήνα. Μαζί με άλλους  πατριώτες ψάχνανε για εκρηκτικά προκειμένου να ανατινάξουν το τραίνο με τους αποχωρούντες Γερμανούς.
►3 Τον πρόδωσε ένας γέρος  στην συνοικία του Αγ. Δημήτρη στην Τρίπολη…… 
►4 Μπερδεύτηκε σε συρματοπλέγματα. Έτρεχε με τα χέρια δεμένα πίσω, πράγμα τρομερά δύσκολο σχεδόν αδύνατο.
►5 Ηρωίδες αρχαίας τραγωδίας η μητέρα και οι δυο αδελφές του εκτελεσμένου. Επειδή δεν βρήκαν το άψυχο σώμα του θρηνούσαν πάνω από τα ρούχα του. Μετά από αυτό δεν είχα κουράγιο να ρωτήσω τίποτα άλλο την γλυκύτατη υπέργηρη κυρία. Ευτυχώς που άρχισε ένα τρομερό ηλιοβασίλεμα  στα Αρκαδικά βουνά. Άρχισα να κυνηγώ το φως με τη φωτογραφική μηχανή και τότε αλλάξαμε κουβέντα. Σκέφτηκα ότι ίσως αυτό το φως και η αγάπη για τον τόπο οδήγησαν πάμπολλους πατριώτες στον τόπο της θυσίας. 
►6 Τον έθαψε ένας δεσμοφύλακας με κίνδυνο της ζωής του. Το έκανε γιατί ο Αποστόλης ήταν καλό παιδί και η συμπεριφορά του στη φυλακή ήταν υποδειγματική και λεβέντικη.