Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Ο ΛΟΥΦΟΛΙΑΣ.


    
Παν. Ι. Δ. Βλαχάκης. 
Μάης 2013. 
                           Ο ΛΟΥΦΟΛΙΑΣ 
                                                                ΗΛΙΑΣ ΙΩΑΝ ΛΟΥΦΑΣ  (1904 – 1978).

Το Λιά το Λούφα τον αναζήτησα, μετά τη θανή του, στις σελίδες του Ζαρατούστρα και του Ζορμπά και δεν ήταν εκεί. Κάποτε νόμισα ότι τον συνάντησα ως Αδάμ στη διάσημη ζωγραφιά του Μιχαήλ Άγγελου στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα – ίδιο γυμνασμένο σώμα και ιδίως η ίδια αύρα του αναμάρτητου, στην παιδική όψη.
                                                                                                      Χ. Κυρκιντάνος .

Στα μαντριά στην περιοχή του Αγιάννη, προς την Τσιφορά, προς τον Πλάτανο στις αρχές του 20ου αιώνα γεννήθηκε ένα ζωηρότατο αγοράκι. Τα πρώτα του παιχνίδια η μαγκούρα και το ταγαράκι. Από μικρός άρχισε να βόσκει τα γίδια τους. Τα πρόβατα δεν του άρεσαν ιδιαίτερα τα θεωρούσε υποταγμένα και βρώμικα !! Τον τράβηξαν τα περήφανα ζωντανά τα ανυπότακτα που σκαρφάλωναν στις δασωμένες πλαγιές του Πάρνωνα. Έγινε ένα με αυτά του άρεσαν πολύ. Μηχανεύτηκε τρόπους να αυξήσει το κοπάδι τους. Άρχισε να κλέβει τα ζωντανά των άλλων. Διαμόρφωσε ατίθασο, περήφανο και δύσκολο χαρακτήρα σαν τα βουνά μας. Κάθε χωριό έχει τον κουζουλό του έγραφε ο μεγάλος Κρητικός Νικ. Καζαντζάκης . Έτσι θεωρούσαν πολλοί τον αείμνηστο μπάρμπα Λιά, το δικό μας Λουφολιά. «Νάκα που τους κούναγε δεν κοβότανε το νακόσκοινο » !!!!!!! Ου να χαθούνε οι Κηφήνες οι Κολαντεράδες… Έχω διαφορετική γνώμη γιατί είμαστε γείτονες στο Χωριό. Κατά συνέπεια τον γνώρισα σε πολλές εκφάνσεις της ζωής του. Είναι γεγονός ότι ζούσε στον κόσμο του. Ένα κόσμο απλό, ξέγνοιαστο, ήρεμο, φτωχικό, περήφανο, αλλά και φασαριόζικο με πολύ γέλιο. Η φύση οι άνθρωποι και η φυλακή τον είχαν διδάξει πολλά. Φυλακή ειχε κάνει στο τρομερό Παλαμίδι πολλές φορές άδικα . Ήταν εξωστρεφής και δεν πολυνοιαζότανε για τους τύπους. Όταν έπληττε έκανε τα δικά του που ήταν και δικά μας !!!! Όταν ήθελε ήταν σοβαρότατος και έκανε λογικές συζητήσεις. Είχε πολύ χιούμορ, του άρεσε να τραβά την προσοχή όλων καμιά φορά με ακραίες ενέργειες.

                 



                            Στην Παναγία τη Λάκκα στον Αγιάννη αρχές  δεκαετίας 1970.


Είχα την τύχη να είναι φίλοι με τον πάππου μου τον Πάνο. Κατά καιρούς πίνανε ένα κανατάκι κρασί 300 δράμια !!!! Δόγμα του παππού, πάντα με πρόχειρο λιτό φαγητό. Εκεί τον γνώρισα από κοντά. Άκουγα πολλές κουβέντες για την Μικρασιατική εκστρατεία, για τα γίδια πότε όμως για αμπέλια και χωράφια. Ήταν πρώην βοσκός, γιδάρης και κατσικοκλέφτης. Το βασίλειο του η ορεινή Κυνουρία, η Αράχοβα (Καρυές), η Μπαρμπίτσα, η ορεινή Αργολίδα προς τη μεριά μας. Τον Πάρνωνα – Μαλεβό τον γνώριζε σαν την παλάμη του χεριού του. Σε μεγάλη ηλικία σκαρφάλωνε από τις επικίνδυνες λόγο των κατολισθήσεων «Σάρρες», απέναντι από την Σπασμένη Βρύση, στις απότομες πλαγιές του Πάρνωνα. Εκεί έκοβε μελιές προκειμένου να φτιάξει μαγκούρες .Τις γύριζε στη φωτιά και έφτιαχνε τις περίφημες μαγκούρες του. Τα ραβδιά για γκλίτσες τα έφτιαχνε από αγριλιά και τα έφερνε από τα χειμαδιά κομμένα σε φεγγάρι !!!! << Θα φτιάξω εργοστάσιο να πουλάω μαγκούρες και γκλίτσες >> μου έλεγε γελώντας. Μάζευε τσάι του βουνού, διάφορα βότανα και το ευωδιαστό τίλιο. Υπάρχουν πολλές τιλιές- φιλύρες σε αυτή την περιοχή. Ο παππούς μου έλεγε ότι είναι επικίνδυνα και απέκλειε κάθε σκέψη για επίσκεψη. Ο Λουφολιάς έλεγε ότι ήξερε τα μονοπάτια και δεν ήταν τόσο επικίνδυνο. Κανένας λογικός δεν πάει εκεί έλεγε ο παππούς !!!

Ο σωματότυπος του μπάρμπα Λιά ήταν κανονικός. Δεν ήταν πολύ ψηλός, ήταν πολύ γυμνασμένος στα πρωτόγονα φυσικά γυμναστήρια, είχε τεράστιες πλάτες, μεγάλα χέρια χωρίς ρόζους. Στη φυλακή πρέπει να έκανε γυμναστική . Είναι παλιά συνήθεια των φυλακισμένων. Φόραγε μια φαρδιά δερμάτινη λουρίδα , γκρι παντελόνι, γκρι πουκάμισο καθώς και άρβυλα χειμώνα καλοκαίρι. Δεν είχε αμπέλι και χωράφια ή δεν τα καλλιεργούσε. Δεν γνωρίζω αν στα χειμαδιά στον οικισμό των Δολιανών Ρουνέικα μάζευε ελιές. Όλο το καλοκαίρι κοιμόταν στο Σφεντάμι του στην πλέυρα απέναντι από το σπιτάκι του. Πάνω από τη δημοσιά , μάλλον λαγοκοιμόταν γιατί έλεγχε τα πάντα.

            

                                             Σφεντάμι του Λουφολιά στον Αγιάννη . 


Πολλές οι ιστορίες , οι καυγάδες, τα κυνηγητά, οι φάρσες που του κάναμε, τα χουγιάσματα , τα φτυσίματα που έριχνε και έλεγε ότι ρίχνει κολόνια !! Η στρατοκρατία με τα τρουμπούσκια – μεγάλοι κορμοί- που τα πέταγε στη μέση του δημοσίου δρόμου. Ιστορίες και κατορθώματα, νίλες και παθήματα ,αστεία και σοβαρά αποτελούσαν τον κόσμο του. Κάποιες από τις ιστορίες του αξίζουν να περισωθούν. Παιδί των βουνών και του καιρού του.

Η γυναίκα του ήταν υπομονετική και αθόρυβη. Έβοσκε τη γαϊδούρα τις γίδες και τα κατσικάκια στο Σαραντάψυχο. Συνήθως τα πότιζε σε μια βρυσούλα κάτω από την Κοτρόνα του Μητσέλη. Το ηλιοβασίλεμα ήσυχα ήσυχα γύρναγε στο φτωχικό της. Όσες φορές της λέγαμε για τον Λιά μας έλεγε να μην τον πειράζουμε. Εμένα μου έλεγε να μην του δίνω δεύτερο κανατάκι κρασί κ. α. Την αγνοούσα γιατί ο Λουφολιάς ήταν για εμάς ήρωας. Ήταν το μεγάλο παιδί που παίζαμε καμιά φορά και επικίνδυνα παιχνίδια. Πετροπόλεμο, πέταγμα μαγκούρας, κυνηγητό, ανταλλαγή φραστικών απειλών «Λιαρίτσα .. Λιαρίτσα » Εμείς … Έρχομαι - έρχομαι, έφτασα - έφτασα Κηφήνες Κολαντεράδες !!! Εκείνος . Τι θα πει Κολαντεράδες μπάρμπα Λιά ; Τον ρώτησα σε ήρεμη στιγμή. Οι ποιο αδύναμοι, οι παρακατιανοί κατσικοκλέφτες που τρώγανε τις πατσιές και τα κολάντερα .. το έλεγε υποτιμητικά .. Είχε δυο παιδιά ένα αγόρι τον Γιάννη – έμπορο στην Αργολίδα και μια κόρη. Το φθινόπωρο ησύχαζε , ίσως και να μελαγχολούσε, με τις πρώτες βροχές έμπαινε στο σπιτάκι , τώρα είναι χάλασμα, Ερχόταν στον πάππου αλλά τώρα είχαν σώσμα . Μόλις άνοιγαν τα βαγένια χαράς ευαγγέλια. Μας χαιρετούσε τον χαιρετούσαμε και καλό χειμώνα . Εμείς στο γιαλό και εκείνος στην περιοχή των Δολιανών , στα Ρουνέικα. Υπάρχουν ακόμα τα καλυβάκια του όπως ανεβαίνουμε προς Τρίπολη δεξιά .

                       

                          Καλύβια στην περιοχή  Ρουνέικα. Του Λουφολιά είναι αλλού. 


Δεν παραλείπω να χουγιάζω όταν περνώ . Το περασμένο καλοκαίρι σταμάτησα και φωτογράφιζα το καλύβι του .  Ένας οδηγός αντίθετα ερχόμενος. Μου φώναξε «Που να πιάσουν ακόμα οι ζέστες ρεεε » !!! Είχα εξαντλήσει το ρεπερτόριο του Λουφολιά. Τα πήρα στο κρανίο που λένε τα παιδιά !!! Τότε του έριξα την Ελληνικότατη μούντζα του Λουφολιά και  ξεστόμισα την βαριά κουβέντα που έλεγε όταν νευρίαζε ο αείμνηστος . «Ταμπλάς ζερβόδεξος» Να είναι καλά ο άνθρωπος. Νοητά πλάκα έκανα με τον μπάρμπα Λιά !!! Τι ανακατεύτηκε αυτός.

Έτσι πέρασαν τα ωραία παιδικά χρόνια. Δεν χρειαζόμαστε προπονητή στο τρέξιμο. Πολλά απογεύματα διασχίζαμε τέρποντας το Χωριό, ακόμα και το γύρο του βουνού είχαμε κάνει !!!!
Η ζωή μας σκόρπισε σαν τα παιδιά του λαγού. Το 1978 Φοιτούσα στην Αθήνα. Τότε παίρναμε τηλέφωνο στο σπίτι  από το περίπτερο με μετρητή του ΟΤΕ. Λέγαμε λίγα απαραίτητα λόγια. Ένα βράδυ η μάνα μου μου είπε το πικρό μαντάτο. Πέθανε ο μπάρμπα Λιάς ο Λούφας. Πάγωσα άρχισα να τη ρωτάω λεπτομέρειες, αγνοώντας τη δαμόκλειο σπάθη του ΟΤΕ. Έμαθα ότι μετά από καυγά στον Αγιάννη με τον Α.Μ.  είχε κτυπήσει άσχημα. Νοσηλεύονταν στο Αργος, κοντά στα παιδιά του. Δυστυχώς δεν άντεξε και ανέβηκε στον ουρανό να μας Χουγιάζει. Μέχρι να ανεβώ στην Άνω Κυψέλη με κόπο κράταγα τα μάτια μου στεγνά. Ξαφνικά άρχισα να γελάω, θυμήθηκα τα αστεία του. Μηχανισμός άμυνας του Εγώ, έτσι νίκησα τη στενοχώρια μου. Ο τότε χωματόδρομος για τον Αγιάννη είχε χαλάσει από τις βροχές και η νεκροφόρα δεν πήγαινε. Έτσι το άψυχο κορμί του έμεινε στα χειμαδιά. Η περήφανη, ψυχή του θα πετά στα βουνά μας.

Βλέπω το καλοκαίρι ένα τρελό αστέρι να κυνηγάει κάποια άλλα αστέρια. Λες να είναι ο Λουφολιάς που κυνηγάει τα παιδιά του Αγιάννη που έχουν περάσει σε άλλες διαστάσεις. Παιχνίδια του μυαλού  είναι. Τώρα που πηγαίνω στο Χωριό νομίζω ότι θα ξαγναντίσει με τη μαγκούρα του στην Παναγία τη Λάκκα !!!
 Ο Λουφολιάς ζει στο μυαλό μας με τις ιστορίες του. Αν αξιωθώ θα γράψω μερικές.            « Γειασας Καμαράκια μου» !!!!  «Καμωθείτε λέωωω , συμμορφώθηκε λέωωωω, να περάσουμε καλά και αυτό το καλοκαίρι» «Ρολογάκια . . κομπολογάκια …» «Ου να χαθείτε Κηφήνες, Κολαντεράδες σας έκανα νοικοκυραίους και δεν με εκτιμάτε »                           «Ομορφούλιαααααα  » !!!!!!

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Τ΄ ΑΗΔΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ.



 



Χρίστος Γεωρ. Κυρκιντάνος

Στολιώτης Λογοτέχνης Συγγραφέας. 

Ο Χρίστος Κυρκιντάνος γεννήθηκε στο χωριό Στόλος Κυνουρίας. Με τα παιδικά μάτια, μυαλό και ψυχή, βίωσε την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο σε μια από τις μικρές ηρωικές γωνιές της πατρίδας μας. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα, όπου δικηγόρησε πολλά χρόνια. Ζει στην Αθήνα άλλα η ψυχή και το μυαλό του είναι στα ηρωικά πρόβουνα του Πάρνωνα. Μας έχει χαρίσει εκλεκτά κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά , ασχολείται  και με την ποίηση. Διδάσκομαι και συγκινούμαι κάθε φορά που τα διαβάζω. Το 2010 μας χάρισε ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΝΤΑΡΜΟΥ.

τ' Αηδόνια του Πλάτανου.

(Στον πληθωρικό ίσκιο του Σωτήρου Ανούση που μας δασκάλεψε).

ΣΧΟΛΙΟ : Με την ευκαιρία των γιορτών που γίνονται την Άνοιξη στο πανέμορφο χωριό Πλάτανος της Κυνουρίας . Αναρτώ ένα παλιό αλλά διαχρονικό κείμενο του κ. Χρίστου Κυρκιντάνου.

Δεν είναι γνωστό από πότε υπηρετεί ο Πλάτανος την τοπική μουσική παράδοση και αρδεύει με τις λαϊκές κομπανίες του τη διψασμένη συλλογική ψυχή  της Κυνουρίας.
Προσωπικά, τυγχάνω φανατισμένος ακροατής του είδους από τον καιρό ακόμα που κρα­τούσανε το λαγoύτo και το δοξάρι τα άξια χέρια του Γιάννη Mαγoυλιαvoύ και του Θόδωρου Πέρου. Οι παλαιοί που ξέρανε, λέγανε, ότι οι δικοί μου οι πρό­γονοι ήτανε αριστoύχoι στα γλέντια και με ευτελή μέσα, ένα καλάμι κι ένα νταούλι από γιδοτόμαρο, κατεβάζανε από τον ουρανό τoυς αγγέλους . Με τέτοιο ισχυρό γονίδιο πρoικισμένος, άνοιγα τ' αυτιά μου κι από τετοια θεριά, τo Μαγουλιανό και τον Πέρο, ψώνιζα τις γιορτινές ημέρες, στα μαγαζιά και τα πανηγύρια, ακούσματα μουσικά κι αποταμιευμένα στη μέσα μου τρά­πεζα, μονέδα χρυσή. ίσαμε που, στα χρόνια της νιότης μου, υπερθερμάνθηκε, ούτως ειπείν, η εντός μου οικονομία και, βράζoντας το αίμα μου, δεν χώραγε το υφιστάμενo θεσμικό πλαίσιο.
                                

                                           Καταρράκτης στον Πλάτανο Κυνουρίας .

Στον Πλάτανo πήγα, ώριμος πια, κατασταλαγμένος. Aπρίλη μήνα. Γκρεμίζονταν από ψηλά το ποτάμι, ταράζοντας με το βουϊτό του, την ηρεμία  του αιώνιου χρόνου, οι βαθυπράσινες λίμνες στην κάτω κοίτη του καθρεφτίζανε το δάσος της πεύκης, το "Μέλανα Δρυμό" όπως τον ονόμασα. Μια μαγεία. Μέσα στις φυλλωσιές του χωριού τ' αηδόνια, σαν τα πουλιά του Χίτσκοκ πέφτανε μπροστά σου, λυσσασμένα που λέει ο λόγος, να σε στραβώσουνε. «Σταμάτα δάσκαλε ν' ακούσουμε το πουλί », θυμήθηκα τα λόγια του Καζαντζάκη. Πολιτογράφησα την ψυχή του σε κείνο το μέρος.
Kαλoκαίρι στο γιαλό και η παρέα μου μούλιαζε με τις ώρες στη θάλασσα. Εγώ κοίταζα, κατά του Koυλoυρά το χάνι, τα πλατανίτικα βουνά σαν πεινασμένος δράκος. Κανένας δε με συνόδευε μέχρι εκεί. Πλατσoυρίζανε όλη μέρα στο κύμα οι φελλoί πλίτσι – πλίτσι.
Ίσαμε που βρέθηκε ευαίσθητος άνθρωπος, πονετικός, πρωτομάστορας του Θεάτρου: Ο Φαρμασώνης.  
Άντε να πάμε, μου λέει, γιατί θα σε πιάσει το σύνδρομο της στερήσεως.
Πήγαμε και νιφτήκαμε στ' αθάνατο νερό. Ξαστέρωσε ο λογισμός μας. Aπό τότε πιάστηκε κι  ο ίδιoς στα δίχτυα του Πλάτανου.
Kάτι γίνεται, λέει, σ' αυτό το χωριό. Βραδιάζοντας. οι γυναίκες κάθoνται στο πεζούλι, σαν αρχαίος χορός, στα καντούνια  βλέπεις σκιές  ανδρικές όπως τα κυκλαδικά ειδώλια. 'Από το παραθύρι του στάβλoυ βγάζει το κεφάλι του το γαϊδούρι αδιάφορο. Και όλα ρευστά κυματίζουνε. Aυτοί οι άνθρωπoι είναι φερμένoι από τη θάλασσα. Πατρίδα τους έχουνε το νερό.
Aντστρέφoντας τη γνωστή ρήση του Τάκη Σινόπoυλου, είμαι ένας άνθρωπoς που γυρίζει στο Στόλο. Επόμενη στάση ο Πλάτανος. Πήγα στο νερόμυλο του Παναγιώτη Τερζάκη ν' αλέσω γέννημα. Moυστακαλής ο μυλωνάς, αρχοντάνθρωπος από την οικογένεια του συγγραφέα κατά δήλωσή του. Πήρε μπρoς τ' αρβάλι κι αρβάλαγε... η χoύρχoυλη …του μύλου... το ξάι... η πάσπαλη στην κασσέλα και της μυλωνούς (αυτή η λέξη δε γράφεται) ανορθόγραφoς, μη  γνωρίζovτας εκείνος ορθογραφία... ο άρτος ο ελληνικός να φουσκώνει στην πινακωτή τυλιγμένος με τα στρωσίδια. Αφηρημένος απο το ρεμβασμό σήκωσα το σακούλι με το άλεσμα κι έφυγα χωρίς να πληρώσω τα αλεστικά.
                                            
Νερά νερά νερά ...

 - Εί, πατριώτη! Το κόμιστρο! φώναξε ο μυλωνάς από πίσω. Συναχθήκαμε στο μυλαύλακο οι ψυχές. Ο Νίκος ο Κούσουλας έλειπε στο γιαλό. Δεν πειράζει' ωσεί παρών.
- Ο Ασημάς ζει, ρε πατριώτη;... Θεός σχωρέστον... Του είχα
σκεπάσει το σπίτι. Έσφαξε αρνί o άνθρωπoς και μας τάισε... Κατατομή αρχαιoελληνική, ο  Παvαγιώτης ο Σούρσος. Τον καιρό της δικτατoρίας, "κατελήφθη φέρων υπόπτως κεκρυμμένη στα ενδύματά του φλογέρα ποιμενική, προτιθέμενος να τραγουδήσει μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του το ανατρεπτικό άσμα "της Kαστανίτσης οι ξανθιές" uπoύλως και κακοβού­λως". 
  -  Eβίβα, παιδιά!           
  - Πώς είπες τ' όνομά σου, πατριώτη;... Ένα κοντακιανό με  μουστάκι που πoλιτευότανε τι τον έχεις;
-          Χεσμένο.
Aυγουστίατικo δειλινό κατεβήκαμε από το Mαλεβό, μεγάλη παρέα, πεινασμένοι σαν λύκοι. Κατεβήκαμε δηλαδή, τρόπος του λέγειν γιατι  μας φέρανε οι ρόδες. Είχαμε επιδοθεί σε όργιο αστρονομικό όλη τη νύχτα μελετώντας τα ουράνια αντικεί­μενα στη Mακρυά  Λάκα. Άλλη τρέλλα κι αυτή.
Στης Τσαμούλενας το κουτούκι η κατσαρόλα γεμάτη βεργάδι. Ο μανόλος με το κρασί στο τραπέζι.
- Καλή ρόγα βρήκαμε, λέμε, ας τη βυζάξουψε.
Στο διπλανό μπαλκόνι αγνάντευε το παρελθόν ευγενικός ασπρoμάλλης με φωτοστέφανο, μυημένος. Έπιασε αμέσως το πνεύμα μας επαφή.
- Από το γαλαξία και τον αιώνα φερμένοι, καλώς σε βρήκαμε Φώτη Πέρο.
Κατέβηκε επειγόντως με την, κυρά του. Το βιολί υπό μάλης.
Κληθείς, κατέφθασε εσπευσμένως κι ο αδελφός του ο Τάκης σεβαστός πρεσβύτης κι εκεί­νος, με το λαγούτο στο χέρι. Άξια τέκνα του ινδάλματος των παιδικών μου χρόνων κι οι δύο.
Ανακάτεψε ο Τάκης τις χορ­δές. σήκωσε το δοξάρι ο Φώτης και, σα να "έβαλε ευλογητό" ο παπάς, που λέει ο κυρ Αλέξαν­δρος, άρχισε κάτω από το Μαλεβό μια λεπουργία.
                                    
                  Φώτης Θεοδώρου Πέρος  Δεξιοτέχνης του βιολιού . ΦΩΤΟ θυρεατις γη.

 Σηκώθηκε ένας αέρας, κόσμιος στην αρχή ίσαμε να τινάξει θλιβερά, τα άνθη της νεραντζούλας και ν' αρμενίσουνε όμορφα τα Ζαγοριανά καράβια στη θάλασσα. Ύστερα, κατεβαίνοντας η στάθμη του κρασιού  στο μανόλο κι ανεβαίνοντας, αντιστρόφως ανάλογα, το κέφι της παρέας.  Δυναμώσανε τα δυναμώσανε τα μποφόρια, και θροΐσανε τα έλατα, κουδoυvίσανε κυπριά, χρεμετίσανε άλογα, βρoντήξανε  μπομπάρδες στα κάστρα. Η Πέραινα. τσακώνισσα η ίδια, σήκωσε τα άγια της Τσακωνιάς ανεμίζοντας από το πεζούλι, του καπετάν Γιωργάκη το φλάμπουρο;
     Περίμενε Tριπoλιτσά
     σε δύο σε τρεις ημέρες
     να ιδείς πραστιώτικο σπαθί
     τσακώνικο ντουφέκι
   Προχωρώντας η νύχτα αγρυπνoύσαμε και ήτανε αηδόνια - μουσικοί, που συντηρούσανε την  αγρύπνοια μας. όπως το ήθελε ο μπαρμπα-Bασίλης ο Ρώτας.  Δoνoύσαν τα μυημένα δάχτυλα τις εσωτερικές μας χορδές, βγαζovτας τις παμπάλαιες φωνές τη γης, τις χθόνιες φωvές τoυ Μοριά, που αvτιλαλούνε αιώνες τώρα, όλο αvτρειωσύνη, θυμό και παράπoνο. Κοιτάζαμε αυτούς τoυ απλούς και βασανισμένους ανθρώπους και αναλογιζόμαστουν τι ταπεινά μεταφορικά μέσα, διάλεξε η ιστορική πρόνοια για να μεταφέρει, από γενιά σε γενιά, την πολύτιμη πεμτoυσία, το ακριβό απόσταγμα της εθνικής μας ψυχής.
Αν είχα εξουσία θα σπαταλού­σα μεν τα κονδύλια του πολιτισμού σε ανούσιες φιέστες και για την πάχυνση μπουζoυξούδων κι ατάλαντων αλλά, τουλάχιστον, θα μάζευα τα σχολεία της Κυνουρίας, θα έδειχνα στα παιδιά τους Περαίους και τους λοιπούς επιζώντες οργανοπαίχτες, και θα τους έλεγα τρεις μόνο λέξεις: - Να τους σεβόσαστε. Τίποτ' άλλο.
Τελευταία μέχρι στιγμής, επίσκεψη στον Πλάτανο με μικρή παρέα νομικών, στη γιορτή του κάστανου. Ο Σπύρος Δ για χρόνια πρεσβευτής της χώρας μας στην αλλοδαπή. Ανακάλυπτε  έκπληκτος την ελληνική επαρχία.
- Μόνο ν' αφήσεις στην είσοδο του χωριού το διπλωματικό σου διαβατήριο, τον συμβούλευα καθ΄ οδόν, όπως αφήνουν οι μουσουλμάνοι τα παπούτσια τους έξω από το τζαμί.
  - Και πώς θα περπατήσω; Ξυ­πόλητος;
  - Ακροποδητί και σιωπών.
Μες στην πλατεία, μας περίμενε ο κουμπάρος ο Κώστας. Καθαρός, φρεσκοξυρισμένος. Με το ραβδί του, ένας άρχοντας. Μας πρόσφερε τα δώρα του καρύδια, κάστανα και τσαμπέλες ασπρόσυκα, .
Οι οικογένειες μας είχαν συνδεθεί με τον ιερό δεσμό της κουμπαριάς καθότι η κόρη μου είχε αναδεχθεί εκ της κολυμβήθρας τον εγγονό του. Παππούς και εγγονός το ίδιο όνομα! Κωνσταντής Θεοδώρου Bαρίκoς. Mεγάλο μπέρδεμα για τους ληξιάρχoυς.
Μου χρωστούσε πολλά τρα­γούδια γιατi δεν είχαμε κάνει γλέντι στα βαφτίσια λόγω θλιβερής συγκυρίας που ειχε λάχει σε μένα.
                             
                         
   Παναγιώτης  Σούρσος Δεξιοτέχνης της φλογέρας. ΦΩΤΟ Ιωάννη Κανατά .
                      
  Ήρθε ο δίσκος με τα ποτήρια, εξήλθε" και η υπούλως κρυμμένη φλογέρα από τον κόρφο του Παναγιώτη και, με τη συνδρομή του Δημάκου και του Τερζάκη, άρχισε σιγά-σιγά να λιγοστεύει το χρέος.
Η κυρία Μπέμπα η δικηγόρος, απέβαλε το ένδυμα της νομικής της ευπρέπειας και ύψωσε το ποτήρι της υπέρ των γλεντζέδων. Ο Σπύρος, μπροστά σε τόση πρωτόγνωρη για τα διπλωματικά δεδομένα αυθεντικότητα και αλήθεια, έπαθε την πλάκα του κατά το κοινώς λεγόμενο, κι έμεινε άφωνος.
 -Καλός ο λόγος σου, του λέγανε οι πλατανίτες από ευγένεια κι ας μη μιλoύσε, Τι να πούνε οι άνθρωποι.
 -Καλό το τραγούδι σας, φίλoι και κουμπάροι, κοντά στο αιώνιο μουρμουρητό του νερού. Bιοπαλεύντας με αξιοπρέπεια και σηκώνοντας ηρωικά το βαρύ φορτίο της μοίρας ξετυλίγετε συγχρόνως, το χρυσό νήμα της πoλιστικής μας συνέχειας. Παθιασμένοι κι εμείς εραστές της ομορφιάς, της ποίησης και της ανθρωπιάς θα γυρίζουμε, όσο. ζούμε, προσκυνητές στο χωριό σας.
   Πάλι καλές αντάμωσες. που λέει και το τραγούδι.

                                                           Xρίστος Στολιώτης    Αύγουστος 2001

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

ΑΠΌ ΕΔΏ ΠΕΡΆΣΑΝ ΟΙ ΒΆΡΒΑΡΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΊ.

    







Παν. Ι.Δ. Βλαχάκης
     Μάιος 2013

 ΑΠΌ ΕΔΏ ΠΕΡΆΣΑΝ ΟΙ ΒΆΡΒΑΡΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΊ.   Β΄ μέρος.

 Αίμα - Δάκρυα - Ορφανά παιδιά- Θλίψη - Πληγές               ανεπούλωτες- Ερείπια.

Σχόλια:Συνεχίζω και τελειώνω με τις σημειώσεις του αείμνηστου Κανελογιάννη. Προσπάθησα και  διασταύρωσα τα ονόματα . Σίγουρα κάποια λείπουν . Ας είναι ταπεινό μνημόσυνο στην μνήμη αυτών που έχουν φύγει . Ας αποτελέσει τιμή στους ελάχιστους που απέμεινα . Οποίος εχει φωτογραφίες και στοιχεία της εποχής ας τα αξιοποιήσει. Ας τα δημοσιεύσει . Δεν πρέπει να μένουν φυλαγμένα σε μπαούλα. Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να προσφέρουμε στην Ιστορια του τόπου μας . 

Α. Εκτελεστήκαν  Από τους Γερμανούς και τους << Έλληνες >>  συνεργάτες τους .

Οι  Γερμανοί εκτελούσαν αδιακρίτως και βάσει σχεδίου αθώους ανθρώπους . Οι δολοφόνοι είχαν καθορίσει ότι για έναν σκοτωμένο Γερμανό στρατιώτη εκτελούνταν 10 Έλληνες και σε άλλες περιπτώσεις περισσότεροι. Δυστυχώς εκτελούσαν και οι << Έλληνες >> συνεργάτες τους. Παρέδωσαν τις φυλακές γεμάτες πολιτικούς κρατουμένους κατ κύριο λόγο κομμουνιστές. Στην αρχή εκτελούσαν από τους πολιτικούς κρατουμένους μετά αδιακρίτως μέχρι μικρά παιδιά . Υπάρχουν σίγουρα και άλλοι συμπατριώτες μας εκτελεσμένοι.
                         
  Eκτέλεση πατριώτη. Δέστε πίσω τον «Έλληνα». Μαγάρισε την τιμημένη στολή του Εύζωνα.   
                                                                                                           
α/α)  ΕΠΩΝΥΜΟ  ΟΝΟΜΑ   ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ  ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ .

01)  Άρχοντας    Ιωάννης               Αναστάσιος        
Από τα Χαντάκια του Αγιάννη . Εκτελέστηκε στα Ισιώματα από παρακρατικούς
02)  Δαλιάνης  Γεώργιος  Αριστείδου  Εκτελέστηκε τους από τους Νάζι στην Κόρινθο.  
03)  Θεοδωρόπουλος           Θεόδωρος    Χαραλάμπους Του Μαστοχαράλαμπου του Ράφτη.
04)  Καμπύλης       Κωνσταντίνος     Παναγιώτου           Πλατύς.  
Από τον Αγιάννη. Εκτελέστηκε από τα στρατεύματα της Βέρμαχτ στη μεγάλη επιχείρηση τον Ιούλιο του  1944 . Θέριζε στο χωράφι του στο Ξεροκάμπι 
05)  Κολοβός      Ιωάννης               Νικολάου            
Στα Χαντάκια του Αγιάννη. Εκτελέστηκε από τα στρατεύματα της Βέρμαχτ στη μεγάλη επιχείρηση τον Ιούλιο του 1944. Έκαψαν το σπίτι του και τον έριξαν στη φωτιά.
06)  Κορδώνης   Αναστάσιος         Αθανασίου    Εκτελέστηκε απο τους Νάζι στην Κόρινθο.
07)  Νταβέλης              Γεώργιος                         Δεν υπάρχουν πλήρη στοιχεία
08)  Ντούμος      Νικόλαος                      Δεν υπάρχουν πλήρη στοιχεία
09)  Ροζολής      Ιωάννης               Γεώργιος    Εκτελέστηκε στη Χαλασμένη του Άστρους από παρακρατικούς – ΜΑΥΔΕΣ

Β. Ονόματα εις την κλούβα του τρένου από το Άστρος.

         Οι Γερμανοί για να προστατευόσουν τις αμαξοστοιχίες τους επινόησαν  την προσθήκη ενός βαγονιού μ' αιχμαλώτους. Το βαγόνι αυτό ήταν ένα κλουβί με σιδερένια κάγκελα, σαν κι εκείνα που έχουνε στα τσίρκο. Έκλειναν σ αυτό αρκετούς κρατούμενους. Ήταν η «κλούβα» με τους «ομήρους». Η κλούβα προπορευόταν σαν τμήμα του τρένου, δοκιμάζοντας τις γραμμές από τις νάρκες. Είχε μηχανισμό ο οποίος απελευθέρωνε το υπόλοιπο τρένο όταν ανατιναζότανε η Κλούβα.  Οι αντάρτες από σεβασμό για τη ζωή των συντρόφων τους απόφευγαν ν' ανατινάξουν το τραίνο με την «κλούβα». Υπήρξαν όμως περιπτώσεις που δεν μπορούσαν να το αποφύγουν. Τότε θυσίαζαν τους αθώους ανθρώπους. Οι Γερμανοί υπονόμευαν την κλούβα. Αν οι σκοποί έβλεπαν ύποπτες κινήσεις την ανατίναζαν από το τρένο. Η Κλούβα του τρένου ήταν το μεγαλύτερο ψυχολογικό μαρτύριο που μπορεί να υποστεί άνθρωπος. Ήταν εν δυνάμει μελλοθάνατοι. Πολλοί από αυτούς  τρελάθηκαν σίγουρα οι ποιο δυνατοί θα είχαν ψυχολογικά τραύματα σε όλη τους τη ζωή. Δεν ρώτησα ποτέ από σεβασμό έναν από τους αναφερόμενους παρ όλο που του είχα το θάρρος.

                     
                                  Αντάρτης πηδά από τρένο της εποχής.

α/α  Επώνυμο  Όνομα  Πατρώνυμο Παρατσούκλι  Χωριό.

01)  Κανέλος    Κωνσταντίνος       Εμμανουήλ           Άστρος
02)  Καψάλης  Θεόδωρος     Δημήτριου    Μητσέλης          Άστρος
03)  Παπαϊωάννου   Ιωάννης         Κωνσταντίνου  Ντελίκας  Άστρος      Βέρβενα.
                                        Γ. Αντάρτες.

Στην περιοχή  του Άστρους βγήκαν γύρω του 20 αντάρτες. Λόγο της συντηρητικής τοποθέτησης των κάτοικων. Κατά κύριο λόγο ήταν μαθητές του Γυμνασίου  και επαγγελματίες. Μετρημένοι ήταν οι κομμουνιστές . Βγήκαν στο Α ανταρτικό στο Β βγήκαν ελάχιστοι.
                                    

            Νικηταράς  Αντάρτης της περιοχής μας. Βιβλίο ( ΟΙ ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΟΙ του Κων. Μπρούσαλη ) 
α/α  Επώνυμο            Όνομα         Πατρώνυμο.

1)   Αγριόγιαννης        Τάκης           Ιωάννης 
2)   Γαρδικιώτης         Ιωάννης 
3)   Δαμούλαρης        Χρίστος     Ιωάννης
4)   Δαμούλαρης        Σαράντος  Ιωάννης
5)   Καμπύλης   Βασίλειος  Αναστασίου  έπεσε μαχόμενος στο Μελιγαλά .
6)   Καμπύλης            Γεώργιος          έπεσε στην Αθήνα Δεκεμβριανά 
7)   Καμπύλης            Νικόλαος  Ιωάννης  Μπόκολας
8)   Κανατάς              Δημήτριος  Ιωάννας  Καπαρδίας
9)   Κουτίβας            Αθανάσιος  Ευστράτιου  Μπαρεμ
10) Κουτίβας            Αναστάσιος    Σταύρου   Σκορπιός
11) Λαλογιάννης      Ευάγγελος         Νικολάου 
12) Λαλογιάννης      Ευάγγελος        Σαράντου
13) Μπάρλας          Μάκης               Χαραλάμπους 
14) Παπούλιας        Ηλίας                Παναγιώτου     Τσαντούλας
15) Ροζολής             Δημήτριος        Αθανασίου    Τζίμης
16). Σελίμος             Νικόλαος          Ιωάννου   
17) Ταμπάκης          Παναγιώτης                      
18) Τζιβελόπουλος   Λάκης              Γεωργίου      Τζιορτιώνας
19) Φάκλαρης         Δημήτριος        Γεώργιου .
             
                                         Δ.  Εξόριστοι .

Η μόνη χώρα στην Ευρώπη που τιμώρησε τους αγωνιστές της λευτεριάς ήταν η χώρα μας .  Η χούντα έχρισε αντιστασιακούς τους Ταγματαλήτες !!! Μετά το 1945 γέμισαν οι φυλακές και τα ξερονήσια με αγωνιστές της αντίστασης.
                                           

                           Εξόριστος μαζί με ένα παπά από την Αρκαδία      ΦΏΤΟ Στ Κασιμάτη

Υπάρχουν και άλλοι συμπατριώτες εξόριστοι ας μην τους αφήσουμε στη λήθη . Την Εθνική Αντίσταση την αναγνώρισε Το  1982  στρεβλά η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.  Βρεθήκαν παιδιά στην κούνια να γίνουν αντιστασιακοί. Αν έβρισκες κάποιο καπετάνιο εν ζωή  σου έδινε μια βεβαίωση , ελάμβανες τιμητική σύνταξη. Το παιδί σου έπαιρνε μόρια για το δημόσιο  …… Κάποιοι πραγματικοί αντιστασιακοί δεν έκαναν καν τα χαρτιά τους για σύνταξη . Στην περιοχή μας σύμφωνα με το γραπτό του  Ιωάννη Κανέλου –Κανελόγιαννη είναι οι έξεις  εξόριστοι . 

α/α  Επώνυμο            Όνομα         Πατρώνυμο.

1)  Άρχοντας         Αναστάσιος . Ιωάννης       Χαντάκια
2)  Κακαβούλιας   Αναστάσιος    Αθανασίου Τάσης ο Ράφτης – Μαύρος
3)  Κανέλος          Κωνσταντίνος  Εμμανουήλ.      Γεωπόνος
4)..Κολοβός        Βασίλειος          Γεωργίου           Καραγωγέας 
5)..Κουτίβας       Αθανάσιος      Ευστράτιου    Κουρέας – Φωτογράφος
6)..Κουβαράς    Κωνσταντίνος     Πέτρου           
7)..Μαντίκος      Αθανάσιος          Ανδρέα             Ράφτης στην Αθήνα
8)..Μουτζούρης Δημήτριος        Αριστείδου  
9)..Τυροβολάς   Ηλίας             Ιωάννου           
                    
                    Ε. Έπεσαν σε μάχες.

1)   Αγριόγιαννης   Τάκης  Ιωάννης   Σκοτώθηκε στη γέφυρα του Ευρώτα  
2)  Καμπύλης    Βασίλειος   Αναστασίου Σβέντζος  Έπεσε μαχόμενος στο Μελιγαλά.
3)  Καμπύλης        Ιωάννης    Παναγιώτου   Κουλοπάνος  Έπεσε μαχόμενος στο  Θησείο στην Αθήνα .
3)  Τζαφέρης         Ιωάννης     Έπεσε μαχόμενος στην περιοχή της σχόλης Ευελπίδων  στην Αθήνα .

                                 ΣΤ. Πολιτοφυλακή
                       

                                                Ιωάννης  Εμμ. Κανέλος – Κανελόγιαννης το 1985.
01)  Κανέλος       Ιωάννης     Εμμανουήλ  Μάγερας των ανταρτών .
02)  Πυρπάσος  Νικόλαος .      
Ζ. Συλληφθέντες από τα τάγματα ασφαλείας στον Αγιάννη.
 01)  Μαγκλή       Ευαγγελία  
 02)  Κακαβούλια  Όλγα.
  Η.  Συλληφθέντες στην δικτατορία του Παπαδοπούλου .
1) Γεωργιάδης  Σπύρος                    Ζωγράφος  Μικρασιάτης.
2) Κακαβούλιας   Αναστάσιος    Αθανασίου. Τάσης ο Ράφτης – Μαύρος
3)..Κολοβός        Βασίλειος          Γεωργίου           Καραγωγέας 

4)..Κουτίβας     Αθανάσιος        Ευστράτιου   Κουρέας – Φωτογράφος.

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑ - ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑ..



Demetrios Perdikaris
  Μάης 2013                ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑ-ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑ ΠΟΥ ‘ΧΕΙΣ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΟΥ ΦΤΕΡΑ

Παρασκευή του Πάσχα μεγάλη μέρα για τον τόπο μας. Εθνικής σημασίας μέρα της δεύτερης συνέλευσης του Ελληνικού Έθνους. Μεγάλη τιμή για την Θυρεάτιδα γη που κάθε χρόνο την γιορτάζουμε. Αποδίδοντας της τιμές, επιμνημόσυνες δεήσεις , κατάθεση στεφάνων στους πάλε ποτέ ήρωες της πατρίδας. Όλοι εμείς που έχουμε μεγαλώσει στην Θυρεάτιδα κάποια στιγμή έχουμε λάβει μέρος σε αυτούς τους εορτασμούς. Η λιγότερη συμβολή είναι οι σχολικές παρελάσεις.. Έτσι κι εγώ έκανα το καθήκον μου από μικρή ηλικία με αρχή το νηπιαγωγείο και κάθε χρόνο μετά για τα επόμενα δώδεκα έτη σχεδόν..
Θυμάμαι τις παλιές εποχές την αναπαράσταση στο Τίλιο, τον Θειο μου τον Σοφοκλή που ήταν ντυμένος παπάς ήρωας της επανάστασης. Άλλους πολλούς ήρωες καθώς και τα φρακοφορεμένα μπουμπούκια τους τότε πολιτικούς. Τι μεγάλη μέθη και πατριωτισμός εκείνη την μέρα, φουστανελάδες παντού, ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας, ο Υψηλάντης, η Μπουμπουλίνα. Τα άλογα, έρχονταν όλοι τους και όλα τους από το παρελθόν και βροντοφώναζαν.  Ελλάδα τιμή και δάφνες παντού, όσο πιο μικροί ήμασταν τόσο πιο πολύ έπαιρνε και η φαντασία τα στήθια μας. Τα φούσκωνε με Εθνική περηφάνια και ανυπομονησία να μεγαλώσουμε να γίνουμε και εμείς Ήρωες. Να σώσουμε τον τόπο μας με τον δίκαιο αγώνα μας, με την Λευτεριά μας. Να σφάξουμε τον εχθρό και να υπερασπιστούμε την μητέρα μας Ελλάδα. Ήταν μεγάλη τιμή να φόρας την φουστανέλα και το φέσι, άλλο που σε κάθε τάξη όλο γινόταν και πιο αγκαρία και όχι “σικ”
Για μένα η πιο σημαδιακή χρονιά ήταν αύτη της τρίτης δημοτικού .Ετοιμαστείτε για μπόλικο γέλιο.. Παρασκευή του Πάσχα ημέρα του κυρίου εν έτη 1974 εν Αστρει Κυνουρίας. Όπως το είχε συνήθειο ο Θεός τις τότε εποχές λαμποκοπούσε η φύσης όλη το Πάσχα Ο Ήλιος ,το πράσινο οι πασχαλιές και όλες οι ανοιξιάτικες μυρουδιές με το που άνοιγες τα μάτια σου το πρωί. Εκείνη την μεγάλη μέρα του χωριού μας μόλις ξύπνησα, έκανα τα προκαταρκτικά ένιψα τα μούτρα μου στην βρύση, μπήκα στην κουζίνα. , Τότε το “μέρος” ήταν εξωτερικό δωμάτιο του σπιτιού, το ίδιο και η “καλημέρα” διπλά στην βρύση. Το ίδιο και η κουζίνα δεν είχε εσωτερική πρόσβαση από το υπόλοιπο το σπίτι μας. Η “κουζίνα” όμως ήταν και το κεντρικό σημείο που περνούσαμε τις πιο πολλές ώρες της ημέρας στο σπίτι μας στο Γιαλό. Πλύθηκα και μπήκα στην κουζίνα και ευθύς με πηρέ η μυρουδιά από “νυχάκι”. Χαρακτηριστική μυρουδιά, το νυχάκι ήταν μέρος του αντισκωρικού εξοπλισμού της νοικοκυράς το οποίο και έβαζαν σε ρουχισμό με ειδικό βάρος και άξια. Τέτοια αξία και ειδικό βάρος είχε και η Φουστανέλα μας. Οικογενειακό κειμήλιο περασμένο από χρόνο με χρόνο σε κάθε νεώτερο        << ανήρ>> την φαμελιάς. Είχε έρθει επιτέλους η σειρά μου. Για τα επόμενα τρία η τέσσερα χρονιά ανάλογα την ανάπτυξη μου η Φουστανέλα ήταν όλη δίκη μου.  Άσπρη άσπρη με τις τετρακόσιες (400) πιέτες της σιδερωμένες μια παστρικά και με περηφάνια από την μάνα μου.  Το κόκκινο το φέσι και το μεταξωτό το μαύρο το γιλέκο, άλλα το νυχάκι νυχάκι, και το άτιμο δεν έφευγε γρήγορα απ τα ρουθούνια..
                     
 Ο Μητσιος μικρός σε στιγμές Εθνικής υπερηφάνειας μαζί με τον αδερφό του και τον ξάδερφο τους.  

Την είχε βγάλει η μάνα μου από μέρες, την σιδέρωσε και την είχε απλώσει στην ντιβανοκασέλα στο καλό δωμάτιο των ξένων, στη σάλα. Γι αυτό και δεν την είχα δει, άλλα σήμερα ήταν εκεί στην κουζίνα απλωμένη με προσοχή κομμάτι κομμάτι. Πάνω στο τραπέζι ήταν η φουστανέλα, η πουκαμίσα, το γιλέκο, το φέσι, τα τσαρούχια, το σιλάχι δερμάτινο ωραίο πολυκαιρινό, το μεταξωτό μαντήλι, οι καλτσοδέτες, το άσπρο μακρύ καλτσόν, όλα στην εντέλεια, και για μένα, γέλασαν και τ αυτιά μου. Ε! Ρε! Χαρές!! Ποιος με πιάνει σήμερα, τέτοια συγκίνηση σαν να γίνεσαι <<άντρας>>  πρώτη φορά, ή κάπως έτσι. Το μόνο που με στενοχωρούσε ήταν πως δεν είχα το μουστάκι που της έπρεπε τέτοιας Περήφανης φορεσιάς. Ούτε τα κουμπούρια και Λαζομάχαιρα που έπρεπαν στο σιλάχι. Σιγά - σιγά θα τα αποκτήσουμε κι αυτά. Στο μυαλό μου ήρθε η Ιστορία του μικρού του Θεοδωράκη του Κολοκοτρώνη όταν η μάνα του, του φανέρωσε τα κρυμμένα άρματα του πατέρα του. Που ξέρεις ίσως μόλις μεγαλώσω λίγο ακόμη να έχω και εγώ να μου φανερώσουν τα κρυμμένα τ άρματα. Αλλά τι λέω. Εμένα ο πατέρας μου ήταν θνητός, όπως και οι χρόνοι που ζούσαμε, θνητοί και ασήμαντοι. Δεν είχαν ηρώους και παλικάρια Αλόγατα και καριοφίλια, γιαταγάνια που κόβαν το Τούρκικο κεφάλι σαν να ήταν κολοκύθα. Δεν είχε μπαρουτόβολα και τα αμφισβητούμενα κρυφά σχολειά. Ειχε μονάχα ανθρωπάκια με γαϊδούρια και μουλάρια, που θέριζαν σανό και γέννημα. Φορούσαν ντρίλινα μπαλωμένα παντελόνια και παπούτσια. Πήγαιναν στο τσαγκάρικο πιο συχνά απ ότι πάνε οι γυναίκες εκκλησιά. Άδοξοι καιροί. Θνητοί γεμάτοι με φτώχια γι αυτό και την σήμερον ημέρα ο Ήλιος έλαμπε. Ήταν όλα λαμπρά και γιορτινά γιατί σήμερα βάζαμε τα γιορτινά μας. Τις φουστανέλες μας, τα φέσια μας και τα τσαρούχια μας. Παίζαμε τα ηρωικά μας εμβατήρια, γινόμαστε ήρωες του εικοσιένα έστω και στα ψέματα. Μυρίζαμε την δάφνη και το λιβάνι ακούγαμε τους μεγάλους λόγους και ψαλμούς τις ανδραγαθίες και μεγάλες πράξεις. Εμένα να μου λείπει το μουστάκι !! Αδικία μεγάλη αδικία άλλα τι να κάνω, θα την δεχτώ. Αυτά και αυτά σκαφτόμουνα όταν η μάνα με “ξύπνησε” .Έλα εδώ στο νεροχύτη να πιεις το γάλα σου, όχι στο τραπέζι να μην λερώσεις τη στολή.                                                                             
  -Τι γάλα ρε μάνα δεν πίνω γάλα του καλού καιρού τώρα θα πιω ; Δεν έχει κάνα αυγό μάτι όπως μου αρέσει;                                                                          
- Όχι μου λέει αν δεν θέλεις γάλα θα πας νηστικός, θα φας μετά την παρέλαση.                                                                                                           
-Τι λες ρε μάνα της λέω νηστικός; νηστικό αρκούδι δεν χορεύει.
- Δεν έχω ώρα μου λέει έλα να τελειώνουμε να σε ντύσω. Μετά να ‘τοιμαστώ και ‘γω. Να πάτε με τον αδελφό σου στο σχολείο και να ‘ρθητε μετά την παρέλαση στου θείου του Γιάννη. Η συνηθισμένη Κυριακάτικη και γιορτινή ρουτίνα. Μετά από την εκκλησία η παρέλαση η οτιδήποτε γιορτινό γίνονταν το πρώτο σημείο επαφής ήταν στης Λέγκος του Θείου μου του Ξιουρόγιαννη. Εκεί μαζευόμαστε άλλες φορές τρώγαμε εκεί το μεσημέρι και το βράδυ στο δικό μας σπίτι η το ανάποδο., Αν δεν υπήρχε φαΐ το λιγότερο έπιναν τον καφέ τους. Μετά την εκκλησία και μετά στου Γαϊτάνη τον φούρνο για το ταψί.
Αυτές ήταν εποχές!! Αυτές ήταν ημέρες σχόλης!! Μοσχομύριζε η πλατεία μέρα μεσημέρι!! Αυτά τα θνητά τ ανθρωπάκια με την εκκλησία τους και τα λιβάνια τους. Τα πατσουλιά και τις καλές τους φορεσιές. Κυριακή στο Άστρος ίσον γιορτή ο φούρνος του Γαϊτάνη και πιο πάνω του Γωνιά, με τα ψητά , τα ταψιά με τα γεμιστά, το αρνί ή τον κόκορα. Όλη η νοικοκυρίστικη τέχνη σ’ αυτά τα σημεία του χωριού σε μορφή ευωδίας. Μια συμφωνία από ήλιο, μυρουδιά και λαμπρότητα. Αυτό θα πει γιορτή και σχόλη, Μια Κυριακή από την εποχή τότε μιαν Κυριακή μεσημέρι στην πλατεία του Άστρους.
                                             

                                              Με εθνικές ενδυμασίες  στο Τίλιο. 

Στα δικά μας πάλι νηστικό αρκούδα δεν χορεύει και η μάνα μου βιάζονταν να με ντύσει φουστανελά για πρώτη φορά. Παρασκευή του Πάσχα και άρχισε να με ντύνει. Πρώτα το καλτσόν που μου πέσε λίγο μακρύ. Ο προηγούμενος που φόρεσε την στολή τούτη ήταν ο αδελφός μου ο Γιωργής. Η μάνα μου έκανε λάθος υπολογισμό. Ο Γιωργής έχει δυο φορές τα πόδια τα δικά μου. Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες σε μεροκαματιάρικες φαμελιές. Υπάρχουν και παραμάνες οπότε μόλις φόρεσα την πουκαμίσα την έβαλε μέσα στις κάλτσες σώβρακο η μάνα μου. Άρχισε να τα δένει με παραμάνες να τα σιγουρέψει όπως έπρεπε. να μην μου πέσει το καλτσόν όταν περιπατάω, μετά τις παραμάνες μου είπε να περπατήσω για να δει. Όλα καλά, η σειρά της φουστανέλας. Ήταν μεγάλη και αύτη. Έπρεπε να την γυρίσει κάνα δυο φορές και να την πιάσει κι αυτήν με παραμάνα.  Θα μπει και το σιλάχι και δεν θα φάνει μου είπε.  Εγώ είχα κατεβάσει μούρη απ τις πολλές παραμάνες. Πάλι η ίδια πρόβα περπάτα μου λέει , περπάτησα εγώ, όλα καλά. Αμ δε !!!  Το σώβρακο - καλτσόν επειδή ηταν πιο μακρύ το άνοιγμα που ειχε για ‘’ ειδικές ανάγκες’’ τώρα ηταν άχρηστο. Γιατι ηταν σχεδόν στον αφαλό μου και όχι εκεί που έπρεπε!!! Το χειρότερο ηταν στερεωμένο με παραμάνες. Όχι μόνο νηστικό αρκούδι αλλα και μουνουχισμένο απο ότι δείχνει!!! Σάμπως εχει βάσανο να είσαι ήρωας φουστανελάς !! Άρχισα να σκέφτομαι. Έλα με σκούντηξε η μάνα μου πάλι ονειροπαρμένο είσαι σήμερα .; Ξύπνα. Μετά την πρόβα η σειρά για το σιλάχι. Το πιο αγαπημένο κομμάτι της στολής αυτο περίμενα να φορέσω πιο πολύ απ όλα. Αν   μου ειναι μεγάλο, θα γίνει χαμός της λέω. Δεν πάω πουθενά, έβγαλα ρούτζα πριν καλά - καλά μου δέση σιλάχι. τσιλάχι.                                                        - Ηρέμησε μου λέει εχει ζωστήρα το σιλάχι και δένει σαν λουρίδα. Ουφ!! Ξαλάφρωσε τώρα η έγνοια μου.  Ηταν που δεν είδα άρματα να το γεμίσω… έστω και το χασαπομάχαιρο που λέει ο λόγος.  Παρά μόνο ενα πλαστικό ξεθωριασμένο λάζο απο τις Απόκριες. Τι ντροπή !! τι ντροπή, Συχωρέστε με μεγάλοι μου πρόγονοι δεν φταίω . Η  μάνα μου, ο πατέρας μου και οι δάσκαλοι που δεν το επιτρέπουν αληθινά άρματα . Αλλιώς εγώ που με βλέπετε θα ήμουνα αρματωμένος μέχρι το λαιμό. Δεν ειμαι Χέστης εγώ , δεν φταίω…υπολόγισα πως θα ξέρουν τι παίζει γατί δεν είμαι ο μόνος ξαρμάτωτος φουστανελάς, όλοι μας ξαρμάτωτοι είμαστε στην σειρά σε μια παρέλαση. Αρματωμένοι  μονάχα  είναι εκείνοι οι τυχεροί στην αναπαράσταση…αχ!!  Εκείνη η περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη αυτο κι αν δεν ηταν πράμα τιμής και δόξας. Εκείνα τα λαμπρά τα γιαταγάνια και τα μακρύκανα τα καρυοφύλλια (ας ηταν καραμπίνες και δίκαννα κυνηγετικά)
Που θα μου πάει θα μεγαλώσω δεν θα μεγαλώσω; και μουστάκι θα βγάλω και Κολοκοτρώνης θα γίνω και Καραϊσκάκης και Νικηταράς Τουρκοφάγος ξακουστός !!!!  Έχω στον Π.. σο μου βιολιά, έχω και τουμπελέκια κι όπως γουστάρω τα βαρώ και σπάω τα ζεμπερέκια….” ή το άλλο “Νικηταρά Νικηταρά που χεις στα πόδια σου φτερά..“…
Πέρασε και το σιλάχι έδεσε κι αυτο ευτυχώς χωρις παραμάνες και ήρθε το γιλέκο Μαύρο και λεπτοδουλεμένο με τις όμορφες βελονιές και τα σχέδια πάνω του, “Καλό” γιλέκο της εκκλησιάς όχι το καθημερινό, μονάχα που μύριζε νυχάκι έντονα.. ηταν όπως και η υπόλοιπη στολή οικογενειακό κειμήλιο όποτε η συντήρηση τους ηταν ιερή, το γιλέκο ειδικά ειχε την δικιά του Ιστορία. Δεν ηταν κομμάτι απο στολή διακοσμητή όπως και η φουστανέλα. Ηταν φορεσιά τον παππούδων μου, των προγονών μου. Όπως έμαθα δεν ηταν απο έναν πάππου μόνο, το φέσι πουκαμίσα και η φουστανέλα , ήταν του παππούλη μου του Δήμου. ( Ήρωας  έπεσε υπέρ πατρίδος στη Μικρασιατική εκστρατεία ) .Το σελάχι και το γιλέκο ήταν του γέρο Στρεβλάκου - του γεροντα που στο ‘’Κρασί του Νταρμου ‘’ο Δήμος έβαλε τα καρβουνά στις αρβύλες…..  Με έντυσε λοιπόν με ’τοιμασε μ έφτυσε για το κακό το μάτι!! Με  έστειλε στο δρόμο μου με τον αδερφο μου για το δημοτικό ,πηγε στο μέσα σπίτι να ‘τοιμαστεί για την εκκλησία. Πριν φύγουμε λέω του αδερφού μου ότι πεινούσα κι έπρεπε να φάω κάτι. Γρήγορα συμφωνήσαμε γιατι κι αυτος πείναγε κάναμε επίθεση στο μπακιρένιο τέτζερο. Εδώ  έκρυβε τα γλυκά και τα κουλούρια. Πετύχαμε διάνα το βρήκαμε με μελομακάρονα και γαλοκούλουρα. Τα μελομακάρονα ήσαν απο πιο παλια  στον πάτο.  Τα γαλοκούλουρα ηταν απ το Πάσχα εγώ προτιμούσα τα μελομακάρονα. Καταβρόχθισα τέσσερα μέχρι να προλάβει ο αδερφό μου να πάρει τα γαλοκούλουρα. Τα δίπλωσε σε χαρτί για να τα φάμε στο δρόμο., Αφού κάναμε την αναποδιά μας πήραμε το στρατί, για το σχολείο. Δεν πήγαμε  απο εκεί που  κόβαμε δρόμο, απο πίσω απ του Κεφαλόπουλου . Προχωρήσαμε  κανονικά από το δρόμο της πλατείας γιατί δεν έπρεπε να λερώσω την φουστανέλα. Βγήκαμε στο δρόμο πρώτη η Θεια Χαρίκλεια μ έφτυσε για την λεβεντιά μου!! Μέχρι να βγούμε κάτω είχα αρκετό ξεμάτιασμα απ όλη την γειτονιά να ξορκίσω τα παλιομάτια για κανα αιώνα.  Κάτω στου θείου του Θανάση συναντήσαμε και αλλα παιδιά συμμαθητές.  Μου λέει ο αδερφός μου πήγαινε εσύ με τους δικούς σου κι εγώ με τους δικούς μου.  Πήγαινε βλέπεις γυμνάσιο και δεν ηταν και άτι το καλύτερο να ειδωθεί με τα μικρά του δημοτικού. Οπότε δωρίσαμε. Ο θειος μου ο Θανάσης ο Ξιούρας,  καλή ώρα στην ψυχή του ηταν άνθρωπος καλόβουλος και έξω καρδιά. Πολύ  μα πολύ καλός φίλος με τον Βάκχο. Το πήγαινε τσίμα -τσίμα με τον Μητσέα για το ποιος ήταν ο αρχηγός τον βαρελοφρόνων. Μετά αποφασίστηκε πως είχαν πολλες δόγες ακόμα μέχρι να φτάσουν τον θείο μου τον Πάνο τον Κρεμμύδα και τον Ντρούτσια των Βερβένων. Ο θειος ο Θανάσης πιστός βαρελόφρων λοιπόν και ξακουστός σαμαρτζής. Με ειχε διδάξει πως το βούτιμο εκτός απο γέμιση για τα σαμάρια ηταν καλό για προπόνηση τσιγάρου. Εάν αποφάσιζα να γίνω καπνιστής, έπρεπε ν αρχίσω απο το βούτιμο πριν ακομα πάρω προαγωγή στις γόπες. Τι μου ήρθε λοιπόν στο νου; το βρήκατε !! Να ανάψω ένα κομμάτι βούτιμο να καπνίσω τα σεκλέτια μου για το μουστάκι και το άδειο μου σιλάχι. Αυτό έκανα. Ήξερα τα κατατόπια στο εργαστήριο του θειου μου. Έκοψα ένα κομμάτι βούτημα πήρα και τα σπίρτα απ το πετρογκάζι στην κουζίνα και δρόμο για το δημοτικό. Έφτασα στου Παπαδάκου το εργοστάσιο. Άναψα, μετά από τον συνηθισμένο βήχα σχεδόν ξέρασμα ήρθε το σώμα και δέχτηκε τον καπνό. Οι υπόλοιποι συνοδοιπόροι άρχισαν το θαυμασμό σε τούτον τον άντρακλα φουστανέλα που φουμάρει βούτιμο. Πορευτήκαμε προς το σχολείο μας να λάβουμε μέρος στην παρέλαση και την γιορτή.
                     
                                                  Παρέλαση στο Άστρος υπό βροχή .   
                        
   Μετά τα σχετικά στοιχιθείτε και τα της παρελάσεως προκαταρκτικά έδωσε ο Θεός. Αρχίσαμε να προελαύνομε περήφανα νιάτα με περίσσια λεβεντιά και καμάρι. Άρχισε η γκαργκάσα (το τύμπανο) το ρυθμό της. Ο Αέρας δεν ειχε αποκτήσει όλες τις Μουσικές του γνώσεις και δεν είχαμε φιλαρμονική. Η φιλαρμονική ηταν του στρατού. Την είχαν στημένη στην πλατεία αρκετά πιο μπροστά απο εμάς τους μικρούς.. Εν δυο εν δυο….. 
Πηγαίναμε όμορφα και καλά μέχρι που το στομάχι μου άρχισε τα παρατράγουδα. Το Βούτιμο και τα μελομακάρονα είχαν κάνει θραύση. Το μεγαλύτερο κόψιμο μου έκανε επίθεση, ο χαμός!! Άρχισα να διπλώνω τα πόδια μου και να σφίγγω τα γόνατα μου μαζί. Που να κάνω βήμα σωστό η κοιλιά μου ειχε γίνει ταμπούρλο κανονικό και πόνο!! Πόνο!! Να δουν τα μάτια σου.  Είμαστε στα δύσκολα είχαμε περάσει του μπαρμπα Αποστόλη του Χασαπογιάννη. Παρελαύναμε  ακάθεκτοι για την πλατεία και τους επίσημους. Ο Κόσμος απο κάθε πλευρά κλοιός κανονικός.  Ένοιωθα όλα τα μάτια πάνω μου. Είχα πανιάσει απο το κόψιμο και τον πόνο, έσφιγγα τα δόντια μου για το αναπόφευκτο. Δεν το βλέπω να φτάσω εκκλησία. Άρχισαν οι κλανιές , τα πιο δύσκολα ηταν θεμα δευτερόλεπτων . Εν δυο εν δυο, φτού σου !! ώρα κακιά και κακία στιγμή. Με φάγανε ύπουλα οι κακίες συνήθειες!!!! Το φαΐ και το κάπνισμα, τωρα δεν κρατιόμουν με τίποτα. Δεν με κράταγαν ούτε ο κόσμος ολόγυρα ούτε τα παλαμάκια ούτε η κυρία Κανένας!! Έπρεπε να αποδράσω αλλιώς την τιμημένη θα την λέρωνα και όχι με χώμα…!!!  Με το που φτάσαμε στο μανάβικο το Γιώργη του Γαϊτάνη υπολόγιζα να κάνω  για την σούδα προς του θειου μου του Ξιουρόγιαννη.  Αλλα ήμουν απο την άλλη πλευρά κατά το μέρος της πλατείας.  Εδώ ειχε πιο πολυ κόσμο, στο περίπτερο του μπάρμπα Γιώργη του Τζιάβρα – Βλαχάκη.  Έδωσα ύλη και οστά στον ‘’ Φουστανελά Φουστανελά που χεις στα ποδιά σου φτερά ‘’  Σπάω τον κλοιό και άρχισα την πιλαλά (που λεμε και εμεις οι χωριάτες).  Δρόμο και όπου φύγει - φύγει. Στην Κοινότητα έκανα  το μοιραίο λάθος μου πήγα για τις κοινοτικές τουαλέτες .και Οι Σκάλες με πρόδωσαν άρχισε η κάθοδος τον μελομακάρονων με βροντές και αστραπές . Δεν προλαβαίνω τίποτα στο δεύτερο σκαλοπάτι ξαναγύρισα στο δρόμο και πίσω απο τον φούρνο του Πάνου του Σαβούρδου. Απέναντι υπήρχε ενα σπιτάκι για τους εξόριστους . Είπα πως θα μπορούσα να κρυφτώ μεταξύ το σπιτάκι αυτο και τον τοίχο του εργοστάσιου. Θα τα κατέβαζα να γλιτώσω ότι πλέον μπορούσα, αλλα τζίφος.  Και όχι μόνο . Αυτές οι παραμάνες αυτές οι άτιμες οι παραμάνες με φάγανε μπαμπέσικα.. Όρισε πλέον η ροή μέχρι τα τιμημένα μου τσαρούχια τωρα η αγωνία μου και το σφίξιμο στα δόντια μετατρεπόταν σε κλάμα και τι κλάμα σχεδόν μοιρολόι , δρόμο τον δρόμο τωρα πιο αργά Με ανοιχτά τα ποδιά να φτάσω στο περιβόλι μας λίγα μέτρα πιο κάτω ευτυχώς και να περπατήσω στο μονοπάτι. Να φτάσω στο σπίτι, ντροπιασμένος και χεσμένος …Σκαρφάλωσα σιγά σιγά. Ευτυχώς λέω που δεν με είδε κανένας γιατί όλοι τους ήταν στην πλατεία και ευτυχώς που δεν ειχε αρχίσει το κακό νωρίτερα να με δουν όλοι… Έφτασα στο “Μέρος” αλλα αυτο που χρειαζόμουνα τώρα ηταν το λάστιχο και όχι η τουαλέτα, με τα τσαρουχά μου γεμάτα…και ο κεφάλι μου σκυφτό.  Έβαλα το λάστιχο στην βρύση και άρχισα να τα βγάζω σιγά σιγά…. Πρώτα τα τσαρούχια μετά προσπάθησα να βγάλω την φουστανέλα μήπως και δεν την λέρωνα.  Αλλά οι παραμάνες και το δίπλωμα που της ειχε κάνει η μάνα μου αδύνατον να την βγάλω. Το ίδιο και με το καλτσόν με τίποτα άσε που κάθε φορά που το τράβαγα προς τα κάτω όλο και πιο πολύ υλικό ταξίδευε στα πόδια μου.. Δεν μπορούσα πια απογοητεύτηκα τελείως και μέχρι να έρθει η μάνα μου ζήσε Μάη μου..
                                            
 Το θεατρικό παιζότανε απο το 1953 μέχρι το 1975.

Τρεις ώρες μέχρι να γυρίσει η μάνα μου στο σπίτι . Είχα βγάλει τα τσαρούχια τα έπλυνα καλά και τα κρέμασα στο φράχτη. Η μάνα μου μόλις με είδε κλαμένο και στο μαύρο χάλι που ήμουνα ταράχτηκε μέχρι που της είπα το κακό που μου συνέβει. Δεν μπόρεσε η κακομοίρα να κρατηθεί άρχισε να γελάει Και όσο γέλαγε τόσο γινόμουνα θηρίο.. της άρχισα να της τα ψέλνω για τις παραμάνες και όλα αυτά που μου κάνε. Με έκανε ρεζίλι αλλά πιο πολύ την ξόρκιζα μην ΄πει τίποτα στον αδερφό μου. Της έλεγα να βιαστεί πριν έρθουν με τον πατέρα μου. Αλλά του κάκου μετά απο λίγα λεπτά ήρθαν κι αυτοί και όχι μόνο είχαμε και άλλους μουσαφιραίους.  Το σοι όλο γιατι όπως είπα παραπάνω κάθε Κυριακή και σχόλη μαζευόμαστε η στο ενα σπίτι η στο άλλο Και ετσι αναρώτησαν όλοι γιατι κρεμόταν η φουστανέλα με τα μανταλάκια…….
Τωρα πως τα κατάφερα και ξέπλυνα τέτοια ντροπή και συνέχισα να φοράω φουστανέλα σε όλο το δημοτικό δεν ξέρω πως έγινε. Είναι κι αυτό απ τα μυστήρια της Θυρεατιδας ανατροφής. Μήπως ήταν η γειτονιά ; το ανέμελο παιχνίδι; η Λατσινιά με τα παιδιά ; το Μπαμ- μπουμ; το διπλό; η ελεύθερη φαντασία που δεν ειχε φυλακίσει η ανύπαρκτη τηλεόραση;  Ίσως οι Ιστορίες της μάνας για αλλα περιστατικά, που μου λέγε οταν με ξέντυνε απ την λερωμένη μου την φορεσιά. Προσπαθούσε να με κάνει να γελάσω, αντί να κλαίω. Μπορεί και να ηταν ο πατέρας που κι αυτος μου λέγε για τον τάδε και εκείνον και τον άλλον που τα είχαν “κάνει”. Σίγουρα δεν ηταν ο αδερφός μου που απο πίσω τους μου έκανε μουτσουνιές και σκεφτόταν τι παρατσούκλι θα μου κόλλαγε !!
Το βράδυ πήγαμε στην πλατεία να δούμε τους προσκόπους και την λαμπαδοφορία. Μετά γυρίσαμε στο σπίτι και ανεβήκαμε με τον πατερα μου στην ταράτσα να  τους δούμε που φτάσανε στην Απάνω γειτονία  στο βουνό. Εκεί γράψανε με φωτιές ζήτω η 21η Απριλίου 1967 !!!!!  Ύστερα ποιος ξέρει ίσως και να αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά του . Οταν μου ελεγε  παραμύθι για τον Νίκο που κατέβηκε το ποντίκι και του έφαγε τα μαλλιά.  Ειχε κολλήσει η μαστίχα και τώρα δεν φυτρώνουνε μαλλιά σ εκείνο το σημείο…….