Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΖΕΙ


      
                    Αρχίζει να σκοτεινιάζει.

Το ποίημα αυτό είναι γνωστού – αγνώστου. Είναι ποίημα τότε μαθητού 16 ετών και σημερινού οικογενειάρχη. Ποιανού είναι τα γράμματα; Αν θέλει να γίνει γνωστός ας μου στείλει μια φωτογραφία του και ένα σημερινό του ποίημα.   

                         


Αρχίζει να σκοτεινιάζει.
Ο εφιάλτης έρχεται και πάλι .
Είμαι υποχρεωμένος να τον δεχτώ στην ψυχή μου.
Ψεύτικο Όνειρο.
Τα τριαντάφυλλα μάτωσαν και πάλι.
Δεν εχω λόγους να τραγουδήσω .
Προτιμώ τη σιωπή.
Το Όνειρο προτιμά την αφάνεια .
Φοβητσιάρη!
ΦΟΒΗΤΣΙΆΡΗ!!
Το δάκρυ ανηφόρισε ξανά 
Και μπήκε στο μάτι.
Έρχεται ο εφιάλτης.
Θα περάσει μέσα μου για να πάρει
Τα χρέη μου.
Είναι αδύνατο να αναβάλλω το ραντεβού.
Δόλιες μανούλες κλαιν για τα παιδιά τους
Που χάθηκαν στον πόλεμο.
Και εσείς εδώ κλαίτε για τα όνειρα
Που χάνονται κάθε μέρα.
Ίσως κάποτε να καταλάβετε.
Η παράνοια κοντεύει να διαλύσει τα σώματά σας.
Ψυχεδελικές μορφές παραμορφωμένες
Στην άκρη της ηλιαχτίδας.
Ίσως να΄ναι απλώς όνειρο....

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ




          ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΣΤΟ ΞΕΡΟΚΑΜΠΙ ΚΥΝΟΥΡΙΑΣ
      Παν . Ι. & Δ. Βλαχάκης      
           Γενάρης  2013    


                                               Σαν της Ωριάς το κάστρο , κάστρο δεν είδα.....
                                               Τούρκοι το πολεμούσαν χρόνους δώδεκα ......
                                               Το κάστρο δεν πατιέται δίχως προδοσιά .......
                                               Το μαξιλαρι ζώθει και γκαστρώνεται..............!!!!

   Το τραγούδι αυτό το άκουσα σε βάπτιση στον Αγιάννη στη δεκαετία του 1970. Το τραγούδησε με φωνή αηδονιού η Τρύσω η ξαδέρφη του πατέρα μου που μας έφυγε πρόσφατα. Όλοι μας είχαμε καθηλωθεί από τα βραστά, τα τραγούδια της τάβλας. Στο άκουσμα του τραγουδιού σηκώθηκαν αρκετοί να χορέψουν. Κάποιος με τράβηξε να χορέψω. Έφυγα, πήγα σε ασφαλές λιμάνι κοντά σε κάποιο παππού. Τούρλωσα τα αυτιά μου, άνοιξα το μυαλό μου να το καταγράψω. Τι μαγεία, τι ηρωισμός, τι ανοησία της Βασιλοπούλας, τι σκληρή τιμωρία από τον πατέρα της …Τι πολλά  ερεθίσματα, σε τι μπελάδες με έβαλε το τραγούδι αυτό.
   Την άλλη ημέρα αρνήθηκα πεισματικά να εξακολουθήσω τις αρχέγονες εργασίες. Βόσκημα των  ζώων, καθάρισμα απο τα   κλαριά  και   προετοιμασία του χωραφιού για το Φθινοπωρινό όργωμα. Δήλωσα ορθά κοφτά στον παππού τον Πάνο. Σήμερα θα πάμε στου Καβουκά. Όλο στα δικά σου χωράφια πηγαίνουμε. Θέλω να αγναντέψω το Κάστρο της Ωριάς !! Χαμός, κατάλαβε ότι θα έπαιρνα τον Ψαρή ή κάποιο γάιδαρο ή θα έφευγα πεζός και θα επέστρεφα το απόγευμα. Τόσο μεγάλη επιθυμία είχα να επισκεφτώ την συγκεκριμένη στιγμή το Κάστρο. Αν θέλεις να σου εξηγήσω την ιστορία θα πάμε στα Μεσιανά.
Προκειμένου να πάρω τις πληροφορίες που ήθελα ανέβαλα για άλλη μέρα το δρομολόγιο. Το έφτιαξα στο μυαλό μου για να το διασταυρώσω ή να πείσω τον παππού να πάμε μαζί. Περδικονέρι, στο Αλώνι του παππού ανεβαίνεις το ανηφορικό δρομάκι. Αφήνεις πίσω το χωράφι στον Καβουκά, φτάνεις στο Μαρμαράλωνο. Χαζεύεις πέρα στη θάλασσα. Στρέφοντας το βλέμμα σου αριστερά βλέπεις τις νησίδες Ρόμβη και Πλατειά. Δεξιά η Ψηλή αχνά στο βάθος Σπετσοπούλα, Σπέτσες. Πίσω άλλες στεριές, απέναντι στην Αργολίδα. Ξεκόλλα το βλέμμα σου δεν είναι δυνατόν να μάθεις όλες τις ξέρες.
  Κατεβαίνεις, αφήνεις αριστερά σου τη Γερτή Γκορτσιά. Φτάνεις στη Λεπίδα, πίνεις νερό, προσέχεις τα τσοπανόσκυλα, προπαντός τα Αγιοπετρίτικα - τις περίφημες τσοπάνες. Περνάς τα μαντριά του Παγιού, τα Παινεσέικα χωράφια- πρώην Βουτσαρέικα. Αφήνεις δεξιά τον Καπνόπυργο του Μακαρόπουλου και τσούπ ανέβηκες.
                                    
                                                      
Ο παππούς συμφώνησε ότι αυτό είναι το δρομολόγιο. Ήξερε ότι είχα πάει παλιά. Μην τολμήσεις και φύγεις θα σε φάνε τα τσοπανόσκυλα. Μαλάκωσε, με ρώτησε αν θυμάμαι το λαγόπουλο που πιάσαμε στη Γερτή Γκορτσιά μέσα στη βρώμη. Αν θυμάμαι τους τάφους των Τούρκων. Εκεί που μαζέψαμε τα κεραμίδια για να κτίσουμε το φούρνο. Ναι, γελούσα αργότερα που ανακάλυψα ότι ότι δεν ήταν τάφοι Τούρκων, άλλα μαντριά από τα Ρωμαϊκά χρόνια!!! Έτσι είναι η παράδοση. Έχει ιστορικές ανακρίβειες υπερβολές, μύθους όλα αυτά και άλλα μαζί. Είναι όμως ή καλύτερα ήταν ο καλύτερος τρόπος να αγαπήσουμε τον τόπο μας. Ας κρατήσουμε τον διαπαιδαγωγικό της ρόλο ας πάρουμε ερεθίσματα να ψάξουμε την ιστορία της περιοχής που πρωτοείδαμε το φως , ιδιαίτερης πατρίδας μας . .
Κάτω από το φουντωτό πουρνάρι μετά το λιτό Δωρικό φαγητό μας ο 70 χρόνος ,πρώην βοσκός, πρώην πολεμιστής της Μ. Ασίας και τώρα αγρότης μέχρι την τελευταία του στιγμή άρχισε την αφήγηση.
<< Το Κάστρο είναι ήταν πολύ ισχυρό οι Βρωμότουρκοι - είχε τους λόγους του που τους αποκαλούσε έτσι- το πολιορκούσαν 12 χρόνια . Οι Έλληνες τους απέκρουσαν πολλές φορές. Βγαίναμε μερικοί από το κάστρο και τους σφάζαμε στην περιοχή της Λεπίδας. Μια φορά το Μεγάλο Ρέμα μέχρι κάτω στον Πλάτανο βάφτηκε κόκκινο από το αίμα. Τόσοι πολλοί σκοτωθήκανε σίγουρα και από τις δυο πλευρές. Μακάρι να σφάζαμε όλους τους Τούρκους να ξεβρόμιζε ο τόπος !!!- Ο συνήθως ήρεμος άνθρωπος μίλαγε δυνατά και αγριωπά. Είχε ξυπνήσει μέσα του ο πολεμιστής νόμιζε ότι πολεμάτε μαζί με τους υπερασπιστές του Κάστρου !!!
  Την προδοσία την έκανε ένας κοντοτουρκάκος και Ρωμιογενής δηλαδή γενίτσαρος. Ήταν ερωτευμένος με την βασιλοπούλα που ντύθηκε γυναίκα γκαστρωμένη. Η πονόψυχη βασιλοπούλα έδωσε διαταγή να ανοίξει η βαριά πόρτα του κάστρου. Οι κρυμμένοι Τούρκοι όρμισαν και   σφάξανε τους  υπερασπιστές όλους του στου Κάστρου. Ακόμα και τους τραυματίες τα γουρούνια δεν κρατάνε αιχμάλωτους το 1922 στην οπισθοχώρηση ........!!!!!    
  Άλλαξε τόνο και συνέχισε. Άλλοι λένε πως ντύθηκε καλόγερος !!!! . Μάλλον του έκοβε το μυαλό του και ο Αγάς ,ο αξιωματικός θα του έδωσε δώρα .  Ξέρεις τι σου είναι αυτοί … όλο πονηρίες σκαρφίζονται. Μόλις μπήκανε άρχισαν να τους σφάζουν έγινε μάχη μεγάλη. Οι Τούρκοι  παίρνουν τα πολύτιμα πράγματα. Το χειρότερο μαρκαλάγανε της γυναίκες και τα παιδιά .. ξανά υβρεολόγιο και απειλές κατά των προαιώνιων έχθρων μας...
   Ο Βασιλιάς για να γλιτώσει την κόρη του από την ατίμωση και για να την τιμωρήσει την έβαλε μέσα σε ένα βαγένι με καρφιά. Την σπρώξανε και κύλησε στον γκρεμό εκεί που κρεμάει το νερό!!
Ο φίλος μου ο γερο Παινέσης ακούει τα μεσάνυκτα το χρυσό ρολόι του Κάστρου να κτυπά 12 φορές. Ακούγεται καθαρά η χρυσή καμπάνα που κτυπά τα μεσάνυχτα !!!! >>
Δεν το πιστεύω ποιος κουρδίζει το ρολόι μετά από τόσα χρόνια. Με κοίταξε με έκπληξη , απορία ίσως και θαυμασμό. Ηρέμισε κάπως. Δεν απάντησε και συνέχισε .
   Ποιο κάτω στα Μοναχάμπελα το λεν στης βασιλοπούλας το ρέμα και κάπου εκεί είναι η γούρνα της βασιλοπούλας. Εκεί πάμε  από κάτου από το χωράφι μας στη Σπασμένη Βρύση. Kατεβαίνεις στην Τσιφορά και πας από το μονοπάτι. Δεν πιστεύω να θέλεις να πας είναι επικίνδυνοι γκρεμοί. Είναι όμορφα το χειμώνα βλέπεις τα νερά να πέφτουν  στης βασιλοπούλας το ρέμα !!!  Καμμια φορά βγαίνει μια νεράιδα που μπορεί να σε πάρει ...... >>

                                                 
                                                  << ΦΩΤΟ Νέστος >> – Γιώργης Αθ. Κωνσταντέλος 


  Είναι ο σημερινός καταρράκτης της Λεπίδας. Τον ανέδειξαν σε τουριστικό αξιοθέατο πριν από λίγα χρόνια. Θα έπρεπε ο επισκέπτης με κάποιο τρόπο να ενημερώνεται και για την τοπική παράδοση.
Οργιάζουν οι μύθοι και  οι θρύλοι για το κάστρο της Ωριάς. Ακόμα και στις μέρες μας κάποιοι ψάχνουν για τις ασημένιες πόρτες και τα χρυσά κλειδιά.
  Η ιστορία προσπαθεί να μην μπερδευτεί με θρύλους και παραδόσεις .και να βάζει τα πράγματα στη θέση τους μέσα απο βιβλία και άλλες πηγές. Μια  άλλη φορά θα προσπαθήσω να προσεγγίσω από την πλευρά της ιστορίας το Κάστρο μας. 
Το κάστρο είναι σημείο αναφοράς το βλέπω απο Ζυγό , απο την Αύραινα, απο διάφορες οπτικές γωνιές στο Καστρί. Με χαιρετάει άλλοτε με κρύο, με ζέστη το χάνω στην ομίχλη αλλά αυτό στέκετε εκεί. Το ψάχνω μόλις κατηφορίσω στο Δραγούνι με συναντούν πρώτα οι δίδυμες κορυφές του Πάρνωνα  του φωνάζω. Γείσου γερο Πάρνωνα, δεν θα σε πάρουνε ποτέ γέρο Μαλεβέ μου !!! Ψάχνω πάντα την πυραμίδα, Ευτυχώς που τη βλέπω και ηρεμεί η σκέψη μου, μετά με πνίγουν οι θύμησες.
   Σταματάει το βλέμμα σου έγραφε κάπου  ο  σοφός Βουρβουραίος φιλόλογος και μετέπειτα μεγάλος αρχαιολόγος , ο Κ. Α. Ρωμαίος. Ο οποίος  ασχολήθηκε με  αγάπη , σεβασμό, στοργή και επιστημονικό τρόπο με το Κάστρο μας .

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

ΓΑΤΕΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Δημήτρης Ι. Περδικάρης                                                                                                                  (Δημήτρης Παλιοελλαδίτης )      
    
                       Γάτες όλου του κόσμου ενωθείτε !!!!
                                                                                    Αυτὲς οι παταλιακὲς οι γάτες.
                                            
     Προεκλογική εποχή του 1981 περπατούσα με δυὸ φιλαράκια και συμμαθητές μου μπροστά από το λιοτρίβι του Παππαδὰκου.     
Tὸτε ήταν δημοφιλής στόχος αφισοκόλλησης και συνθημάτων. Γεμάτοι οι τοίχοι κι απ τις δυὸ μεριὲς του δρόμου. Aφὶσσες και συνθήματα, στάθηκα για μια στιγμή, κοίταξα της νὺχτας τα καμώματα. Ξὲσπασα στα γὲλια γυρνὰω και λὲω του Στρὰτη.  Αχ! αυτὲς οι παταλιακὲς οι γάτες !! Ο Στρὰτης με τον Τζὶμη στην αρχή σάστισαν. Άρχισαν να γελὰνε χωρὶς να ξὲρουν γιατὶ κακολογοὺσα τα τετραπὲρατα και πολυψὺχα τετράποδα. Αυτό μ ὲκανε να γελὰω ακὸμα πιὸ δυνατά. Δὲν πὴρε πολὺ και άρχισαν να ρωτὰνε μαντεὺοντας. Ε !! ρε πλάκες εγώ να γελὰω και να τοὺς περιπαίζω. Να επαναλαμβάνω την φράση μου, να τοὺς λὲω Τσὰτ – Τσάτ !!    Όλο και πιο πολλά γὲλια !!! Σας επιτέθηκε καμιά γάτα; Σας ὲκανε τη δουλειά κανένας γάτος; Εγώ αρνητικός στα πάντα, αυτοὶ να ρωτὰνε και να γελὰνε μαζὶ μου. Με τα πολλά γὲλια είχαμε φτάσει στον φούρνο. Στο πρακτορείο άρχισε να μας κοιτὰει ο κόσμος. Είμαι σίγουρος χαρακτήριζε το γὲλιο μας αυθάδεια. Τους κάνω νόημα να πάμε να αράξουμε στις σκάλες του καθαριστήριου του Νιαγάρα !!!


                                            
  Εχτὲς το σούρουπο την συνηθισμένη ώρα της γειτονικής σύναξης ,κεντήματος, ξομπλιάσματος, κουτσομπολιού και καθαρά Ελληνικών σήριαλ της τότε εποχής. Η πρώτη που εὶχε ὲρθει ήταν η θειὰ Τρὺσω κόρη του Γιώργη του Βλαχάκη η μάνα του Τζὶμη. Αφού ὲπιασε την θὲση της, άρχισε το βελονάκι και τα προκαταρκτικά το τι ὲκανες σήμερα; Ρωτὰει με τον πιο απεγνωσμένο και προβληματισμὲνο τρόπο την μάνα μου.
  Ρε Θανὰσω να σε ρωτήσω κάτι που μ ὲχει φάει το μυαλό από προχθὲς
  Τι ὲπαθες κακόμοιρα μου ρωτὰει η μάνα μου το ὶδιο προβληματισμἐνη κι αυτὴ.
  Να της λέει η θειὰ Τρὺσω την Δεύτερα ὲπιασα προζὺμι να ζυμώνω. Όταν σηκώθηκα το χάραμα να ζυμώσω πάω στο σκαφὶδι και τι να δὼ το μισὸ τ αλεὺρι και παραπὰνω ὲλειπε. Εὶχα κοσκινὶσει αποβραδὺς να είναι ὲτοιμο, πριν φὺγω για ναρθω εδὼ. Το  σκὲπασα με το πισκὶρι και το εὶχα ὲτοιμο για το πρωὶ, φτερά τ αλέτρι το ό τη σιφτοὺρα μου να ρθὼ για ξόμπλι κοσκίνισα το μισό αλεύρι !!
                                              
Αχ!! η κακόμοιρα κακοπούπαθα κι εγώ της λέει η μάνα μου Μωρὴ κι εγώ το ίδιο ὲπαθα.
  Εμὲνα ὲλειπε απ το σακὶ, ὲφαγα τον τὸπο στὴν αποθὴκη οὺτε τρὺπα στο σακὶ οὺτε τὶποτα στὴν αρχὴ νὸμισα γιὰ ποντὶκι αλλὰ δεν εὶχε φὰει τὶποτα το σακὶ δεν εὶχε τρὺπες
  Μας κλὲψανε λὲω του Γιαννὰκου μὸλις ὴρθε σπὶτι. Μπὴκαν στο σπὶτι και μας μαγαρὶσανε μας κλὲψανε! Και τι κλὲψανε με ρωτὰει; Ανάστατος κι αυτὸς,αλεὺρι του λὲω,
  Αλεὺρι; ή το αλεύρι;
  Όχι ὸλο το σακὶ του λὲω σχεδόν το μισό σακὶ.
  Τιποτ΄ άλλο με ρωτὰει τιποτ΄ άλλο δεν πὴρανε;
 Μὸλις του εὶπα ὸχι μου εὶπε ὸτι μπαντὰβιανα και μὲνα..
  Ρε 'συ της λὲει η Τρύσω άμα μπαὶνανε κλὲφτες μονάχα μισό σακκὶ αλεύρι θα ὲπερναν; Θα σηκὼνανε όλη την αποθήκη. Δεν μπορεὶ κάτι ὰλλο συμβαίνει
Σαν τι της λὲει η μάνα μου ;
 Ε αυτό σε ρωτὰω της λὲει η Τρὺσω.
 Οι γάτες τρώνε αλεύρι;
 Ευθὺς με το που το εὶπε άρχισαν να κακκαρὶζουν !!!
Οι Γάτες; Λες; μωρ' δόλια να ειν' οι γάτες;
 Δεν ξὲρω τι ζημιά εὶχαν κάνει εδὼ αλλὰ σε μὲνα εὶχανε κάνει ὲρμο ντὲλο.
 Αλεὺρια παντοὺ, αλλὰ το πισκὶρι ὴταν ακὸμα απὰνω.....
 Ακούστηκε η εξώπορτα θα είναι η θειὰ Μαρὶκα η γυναίκα του Γιάννη του Κατσιανού σκὲφτηκα. Ξεκόλλησα από την πόρτα που κρυφάκουγα και σιγὰ σιγὰ σαν τη γὰτα ὲκανα βήματα πρὸς τα πὶσω. Έφυγα πριν με πάρουν χαμπάρι.......
 Λοιπόν << Γάτες όλου του κόσμου ενωθείτε >>  πάμε για καφὲ στου Μητσιὰκη...
   Για ὸσους δεν ξὲρουν από αφισοκόλληση να ρωτήσουν τις μανάδες τους εάν οι γάτες τρώνε αλεύρι. Για ὸσους ξὲρουν από εκεὶνο το "χόμπι'' της δεκαετίας του 80 αφιερωμένο σ αυτοὺς.  Ειδικά στον εκ Χὰραδρου Ευστράτιο Καλαντζή του Δημήτριου. Στον εκ του Μύλου του Σταυρούλη - Αστρους Δημήτριο Κολοβό του Ιωὰννου....γὰτους συμμαθητές και συνοδοιπόρους......
                 
        ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΝ Ι. Δ . ΒΛΑΧΑΚΗ 
Γάτες με πέταλα ποιανού κόμματος αφίσες κολλούσατε ; Γιατί ρε παλιόπαιδα δεν πηγαίνατε να κολλήσετε αφίσες του ΠΑΣΟΚ να βολευτείτε !!! Πικρό χιούμορ σας εκτιμώ.  σ+σ+σ = ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ Τον ένα εκ Χαράδρου δεν τον έχω σε Φώτο.
   Δύσκολη και πονηρή η τότε εποχή . Κάποιοι πίστεψαν στα ψέματα και κάποιοι βολευτήκαν για το τομάρι τους και μόνο. Στα παιδιά τους άφησαν καμένη γη …Κάποια αιώνια κορόιδα ενώ γνώριζαν μείνανε πιστοί στις αρχές και στη Αξιοπρέπεια τους. Ληστοσυμμορίτες γιατί κλέψατε το αλεύρι; Χα χα χα !!! Μην γελάτε σε αυτή τη φρασεολογία προσπαθούν να γυρίσουν το λαό.   
     Καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια  ίδωμεν . 

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

ΘΕΟΛΟΓΟΣ - ΚΑΤΟΧΗ.




  Θεολόγος του Αγιάννη & Ανέκδοτο της Κατοχής .



 
   Demetrios       Παναγιώτης
   Perdikaris        Βλαχάκης



 
Κάθε φορά που μου  γράφει απο το μακρινό Καναδά, ο Μήτσος ο Περδικάρης, ο Κριαράκος με εκπλήσσει. Με κείμενα του με  κάνει και γελώ,  με προβληματίζει,  μου θυμίζει πολλά. Έτσι και τώρα που ανάφερε τον μπάρμπα Πάνο τον Κρεμμύδα μου θύμισε ένα γεγονός της Κατοχής που κινείται  στα όρια του ανέκδοτου. Σκέφτηκα να κάνουμε μια ανάρτηση απο      κοινού. Ένα κομμάτι δικό του και μια παλιά ιστορία που την είχα ακούσει στον Αγιάννη.

Demetrios Perdikaris
Οι ρίζες μου και μένα κρατάν από εκεί. Από το Θεολόγο . Ο γέρο Νικόλας ήταν γιος του γέρο Παναγιωτέλου από του όποιου το γένος  κατάγομαι . Ο προπάππος μου Δημήτριος Παν. Καμπύλης ήταν γιος του. Ο όποιος σκοτώθηκε το 1913 στο Μπιζάνι. Ο αδερφός του γέρο Νικόλα, παιδιά του ο Παναγιώτης Δημ. Καμπύλης – ο γνωστός σε όλους Κρεμμύδας-  και ο παππούς μου Δημήτριος Δημ. Καμπύλης (Κριαράκος). Επίσης σε εκείνο το παλιό νεκροταφείο του Θεολόγου είναι θαμμένη και η προγιαγιά μου Θανάσω Δημ Καμπύλη. Στο πρόσφατο η γιαγιά μου η Ρήνα Δημ. Καμπύλη - ΞιουροΡήνα. Τα μαγειρεία χτίστηκαν σε χωράφι δωρεά του Κώστα Δημ. Καμπύλη γιος του Κριαράκου. Οι ρίζες μου ξεκινούν από εκείνο τον ευλογημένο τόπο.  Επίσης η μητέρα μου Αθανασία Ιωαν. Περδικάρη είναι μια από τις γυναίκες, μέλη  του συλλόγου. Demetrios Perdikaris

                     

 Μέσα στη μαύρη τριπλή Κατοχή, στη μεγάλη πείνα. Υπήρχαν άνθρωποι που η ευλάβεια τους υπαγόρευε να πηγαίνουν λάδι για το άναμμα των καντηλιών. Ο  μπάρμπα Πάνος ο Κρεμύδας  έκανε το σταυρό του γέμισε ένα μπουκάλι λάδι με σκοπό να το δανιστεί . Πήρε την άδεια από το Θεολόγο , ετοιμαζότανε να φύγει. Άνοιξε η πόρτα, χώθηκε γρήγορα στο ιερό. Νάσου ο αγαπητός μας μπάρμπα Γιάννης ο Κ... . Αυτός έφερνε ντενεκέ για να απαλλοτριώσει το λάδι. Έκανε το σταυρό του, Είπε στον άγιο. << Θα δανειστώ το λάδι σου και θα στο φέρω το χειμώνα >>. Μόλις άρχισε να γεμίσει το δοχείο, ακούστηκε αλλοιωμένη η στεντόρεια φωνή του μπάρμπα Πάνου . Άστο χάμου το λάδι !!!! Κόκαλο… ο άγιος μίλησε. Ξανά το σταυρό του.  Άγιε μου Γιάννη Θεολόγε να πάρω τουλάχιστον αυτό το μπουκαλάκι και θα στο επιστρέψω. Πεινάνε τα παιδιά μου !!!  Όχι άστο χάμου το λάδι !!! Κάνει μπραφ ο καλός μας μπάρμπα Γιάννης άφησε και τον ντενεκέ και ακόμα τρέχει. Πηγαίνει να πάρει ένα κολοκύθι. Το είχε απαλλοτριώσει νωρίτερα από τα Καμπυλέικα περβόλια. Τον είχε δει ο μπάρμπα Χαρής ο Μπίτσιος, ο οποίος  το  μετακίνησε για πλάκα. Ο Γιαννησ Κ .. συνδυάζοντας τα γεγονότα πίστεψε ότι ο Άγιος τον τιμώρησε !!!! Την άλλη μέρα το  διηγήθηκε τρομαγμένος σε αυτούς που του είχαν σκαρώσει την πλάκα . Τώρα είναι όλοι τους πολίτες του κάτω κόσμου . Πείνα καταραμένη τι να κάνουν οι άνθρωποι !!!
   Δεν θέλω να σκέπτομαι ότι θα μας φτάσουν και τώρα σε αυτή την κατάσταση . 

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

ΚΑΛΠΙΚΗ ΛΙΡΑ






  Χρίστος Γεωρ. Κυρκιντάνος  

  Στολιώτης Συγγραφέας


Ο Χρίστος Κυρκιντάνος γεννήθηκε στο χωριό Στόλος Κυνουρίας. Με τα παιδικά μάτια, μυαλό και ψυχή, βίωσε την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο σε μια από τις μικρές ηρωικές γωνιές της πατρίδας μας. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα, όπου δικηγόρησε πολλά χρόνια. Ζει στην Αθήνα άλλα η ψυχή και το μυαλό του είναι στα ηρωικά πρόβουνα του Πάρνωνα. Μας έχει χαρίσει εκλεκτά κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Δεν είμαι ικανός να τα σχολιάσω αλλά διδάσκομαι και συγκινούμαι κάθε φορά που τα διαβάζω. Το 2010 μας χάρισε ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΝΤΑΡΜΟΥ. Το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα θα μπορούσε να είναι η ιστορία του πολύπαθου ρημαγμένου τόπου μας. Προτίμησε να μας χαρίσει ένα αριστούργημα στη λογοτεχνία.  Στις σελίδες του υπάρχουν  φυλαγμένα με σεβασμό, ευλάβεια και αντικειμενικότητα, πολλά ιστορικά στοιχεία που διαδραματίστηκαν τα πέτρινα χρόνια στην περιοχή.

             Το τυχερό του στρατιώτη.
                                          (Πρωτοχρονιάτικο )
   Τα Χριστούγεννα του 1963 κατέβηκα αδειούχος στην Κυνουρία από την Ελευθερούπολη της Καβάλας όπου έκανα τη θητεία μου στο στρατό. Είχα πολλά ξαδέρφια εκεί, ν το πλήθος για τους μαθηματικούς, τα αντάμωσα όλα. Άφησα για το γυρισμό τη μεγαλύτερη πρωτεξαδέρφη μας, την Αργύρω, από το σόι της μάνας μου. Από χρόνια παντρεμένη στο Αργος αυτή, την είχαμε αρχηγό. Άξια γυναίκα, πολύτεκνη.
 Πάω τη βρίσκω και μ’ αγκαλιάζει αλευρωμένη όπως ο λύκος στο παραμύθι. Κρησάριζε το αλεύρι της για τη βασιλόπιτα.
 « Πέρασα για να μου σφραγίσεις την άδεια, αρχηγέ».
Πρόσθεσε υλικό επί τόπου και ζύμωσε δεύτερη βασιλόπιτα για τη διμοιρία μου, έβαλε μέσα και λίρα Αγγλίας, εικόνα και ομοίωση της πραγματικής.
« Να τη μοιραστείς με τα φανταράκια . Τα σκέπτομαι τα ξενιτεμένα παιδιά των μανάδων,  μέρες που είναι».
Μεγάλο το  ταξίδι του γυρισμού. Έφτασα στο στρατόπεδο με τη βασιλόπιτα στο χαρτόκουτο, παραμονή Πρωτοχρονιάς βράδυ. Κρύο και υγρασία μαζί, τα δέντρα γυμνά από φυλλωσιά, λάσπες, ομίχλη. Μέσα στο θάλαμο μυρωδιά ποδαρίλας και μισοσκόταδο, είχε διαταχθεί πολεμική ετοιμότητα και συσκότιση. Μόνο η φλόγα της σόμπας τρεμόπαιζε στους αρμούς, γύρω η φανταρία ετοιμοπόλεμη.
«Είναι πολύ το σκοτάδι, παλιοσειρές ».
«Οι γ…..νοι οι μεμέτηδες, γέρο».
Δεν μας είχανε φάει ακόμα την Κύπρο αυτοί, τότε αρχίζανε.
Είχα πέσει σε ώρα ελευθεροστομίας. Οι βωμολόχοι του λόχου, έδιωχναν τον παλιό χρόνο και την ψυχοπλάκωση με πορνοανέκδοτα και βρομοκουβέντες. Παραλάβαινε η μία βρομόγλωσσα το βρόμικο λόγο από την άλλη. Έδωσα κι εγώ το «παρών» μου και αποκάλεσα αυτόν που με είπε γέρο, απογαμίδι.


                      Φαντάροι ζεσταίνουν τα πόδια τους στον Έβρο ( Θα βγάλουν κρυοπαγήματα ;)

Και ήρθε η ώρα της βασιλόπιτας - ώρα ευπρέπειας.  «Εδώ μέσα » τους λέω «υπάρχει  λίρα χρυσή, συνήθεια του τόπου μου, όχι τις κάλπικες λίρες που βάζουνε οι τσιφούτηδες. Χαλάλι στον τυχερό που θα πέσει». Είχα κύρος ως μεγαλύτερος, « εξ αναβολής», και έγινα πιστευτός. Τελετουργήσαμε την κοπή της και τη μοιραστήκαμε, με τη σειρά του καταλόγου συσσιτουμένων, είκοσι τόσοι νομάτοι, κατά την επιθυμία της εξαδέλφης. Κράτησε καθένας με σέβας στην απαλάμη του το τριγωνικό κομματάκι, όπως το αντίδωρο του παπά, και δονηθήκανε οι ψυχές, σηκωθήκανε  κύματα οι ευχές για την άγνωστη μάνα που τους θυμήθηκε. Δεν έμαθα τη διαδρομή της κάλπικης λίρας στα  χρόνια που ακολούθησαν. Θυμάμαι μόνο την ανυποψίαστη χαρά του «τυχερού» που την κράτησε, εκείνο το βράδυ, θριαμβευτικά στην υψωμένη γροθιά του και, κατόπιν, την καθάρισε στο μανίκι του και στάθηκε και την περιεργαζότανε μπροστά στη φλόγα της σόμπας, ώρα πολλή, στήνοντας οι άλλοι χορό. Κάποτε την ασπάστηκε, την έδεσε στο μαντήλι του και το έχωσε βαθειά στην πιο σίγουρη τσέπη της φόρμας του. Ύστερα σηκώθηκε χαρούμενος να χορέψει.
Μετατέθηκε, αυτός ο φαντάρος, και δεν ξαναειδωθήκαμε. Τον έσυρε το ποτάμι του χρόνου και χάθηκε στις δίνες του με την κάλπικη λίρα, το τυχερό του, δεμένη στο μαντήλι του.
Δημότης της κάτω πόλης πια η Αργύρω. Τη μνημονεύω κάθε Πρωτοχρονιά από τότε.
Ρωτάει ο Μέσκος ο ποιητής « σε ποιο θάνατο πήγες/περνούσε αεράκι από εκεί;»
Μακάρι να είναι ναι η απάντηση. Τότε το αεράκι θα είναι για την ψυχή της η χαρά του στρατιώτη  που του έλαχε η « χρυσή » λίρα όταν προστάτευε  την αλλαξοχρονιά της πατρίδας στην Ελευθερούπολη, ξημερώνοντας το 1964.
Και για το ψέμα μου, που πυροδότησε την ψεύτικη χαρά του, ποτέ δεν μετάνιωσα. Όλες οι χαρές ψεύτικες είναι και όλα τα νομίσματα κάλπικα.
                                                                 ΧΡ. ΚΥΡΚΙΝΤΑΝΟΣ     Πρωτοχρονιά  του 2013